Η πολιτική που χαράζει η ηγετική ομάδα Τσίπρα στον ΣΥΡΙΖΑ είναι κυριολεκτικά εφιαλτική για τον κόσμο της εργασίας και τις λαϊκές δυνάμεις.

Στο όνομα της δήθεν «καθαρής εξόδου» από τα μνημόνια σχεδιάζεται ο εγκλωβισμός στις μνημονιακές πολιτικές για μια απροσδιόριστη, μακρά χρονική περίοδο, για μια ολόκληρη ιστορική εποχή.
Το σύνολο των μνημονιακών νόμων και ρυθμίσεων, το σύνολο των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων, μονιμοποιείται και κηρύσσεται απαραβίαστο. Το πολυνομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα της 4ης αξιολόγησης και το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα της περιόδου 2019-2022, συνιστούν στην πραγματικότητα ένα 4ο μνημόνιο, που επιφυλάσσει αθροιστικά μέχρι το 2022 μέτρα πρόσθετης λιτότητας τουλάχιστον 18,5 δισ. ευρώ! Περίπου 3 δισ. ευρώ θα αφαιρούνται ετησίως από τις συντάξεις, ενώ περισσότερα από 2 δισ. ευρώ ετησίως θα είναι η αύξηση των φόρων πάνω στα λαϊκά νοικοκυριά, που επιφέρει η μείωση του αφορολόγητου και η αύξηση στον ΕΝΦΙΑ και τον ΦΠΑ. Με αυτόν τον αιματηρό τρόπο θα επιδιωχθούν τα θηριώδη «πλεονάσματα» που προβλέπει η συμφωνία κυβέρνησης-δανειστών.

Την ίδια στιγμή είναι στον αέρα η υπόσχεση του Τσίπρα ότι αυτός ο κοινωνικός κανιβαλισμός θα συνδυαζόταν, τουλάχιστον, με μείωση του χρέους. Κάθε προοπτική «απομείωσης» έχει αποκλειστεί από τους δανειστές, ενώ η Κομισιόν υπογραμμίζει ότι το μόνο που συζητά είναι κάποιες παρατάσεις στους χρόνους πληρωμής των δόσεων. 
Ακόμα και η επικοινωνιακή κομπίνα περί «εξόδου στις αγορές» έχει τιναχτεί στον αέρα. Σήμερα το επιτόκιο δανεισμού από τις αγορές στα 10ετή ελληνικά ομόλογα έχει φτάσει στο 4,84%, σχεδόν ίσο με εκείνο του 2010 που οδήγησε τον Γ. Παπανδρέου… στο Καστελόριζο! Η πιθανά αναγκαστική στροφή στην προστασία της «πιστοληπτικής γραμμής», που εξ αρχής πρότεινε ο ακραία νεοφιλελεύθερος Γ. Στουρνάρας, θα έχει ως συνέπεια μια πιο ρητή δέσμευση σε 4ο μνημόνιο, με τους ανάλογους πολιτικούς κινδύνους για το συνασπισμό ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Και αυτά διαφαίνονται στον ορίζοντα ήδη, πριν ακόμα η «ιταλική κρίση» δείξει τα δόντια της.
Προσπαθώντας να σώσει τα προσχήματα, η κυβέρνηση αναζητά «επιτυχίες» στα λεγόμενα εθνικά ζητήματα, πατώντας γκάζι στις συμφωνίες για την επέκταση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στα Δυτ. Βαλκάνια (βλ. διπλανές στήλες) και σκληραίνοντας τη γραμμή στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο (ακόμα και ο ομιλητής στο εθνικιστικό συλλαλητήριο στην Αθήνα, Μίκης Θεοδωράκης, διαπίστωσε τον κίνδυνο να μας πάει ο Καμένος σε… πόλεμο με την Τουρκία). Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι η υποταγή στα οικονομικά-ταξικά ζητήματα οδηγεί σε υποταγή εφ’ όλης της ύλης, που φτάνει ακόμα και στα ζητήματα της δημοκρατίας και της ειρήνης.
Απέναντι σε αυτή την πολιτική, ο κόσμος της εργασίας και οι λαϊκές δυνάμεις δεν έχουν άλλο δρόμο από αυτόν της ανατροπής, από αυτόν που χρησιμοποιήσαμε απέναντι στα μνημόνια 1 και 2.
Είναι σαφές ότι σήμερα υπάρχει μεγαλύτερη δυσκολία. Η πολιτική ήττα του 2015 «βαραίνει» πάνω στον κόσμο, προκαλεί αποθάρρυνση και φαινόμενα στροφής στο ιδιωτικό-ατομικό πρόβλημα. Η εκλογική ορατή εναλλακτική –αυτή της ΝΔ του Μητσοτάκη– όχι μόνο δεν προκαλεί ελπίδα, όχι μόνο δεν πείθει, αλλά δικαιολογημένα προκαλεί φόβο, αίσθημα εγκλωβισμού και αδιεξόδου.
Όμως, πάντα, ανάλογες καταστάσεις είναι προσωρινές. Είναι οι υφέσεις πριν από τις νέες κοινωνικές καταιγίδες. Το ερώτημα δεν είναι εάν αυτές θα ξεσπάσουν, αλλά το πότε θα ξεσπάσουν.
Το καθήκον για τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι να επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία.
Στο εργατικό κίνημα, στην αντίσταση στις ιδιωτικοποιήσεις, στην πάλη ενάντια στους πλειστηριασμούς, στην αντίσταση στον ιμπεριαλισμό, τον εθνικισμό και τον πόλεμο, χρειάζονται οργανωμένες πρωτοβουλίες κλιμάκωσης των αγώνων.
Το ίδιο ισχύει στο πολιτικό πεδίο. Ο αγώνας για την ανατροπή των μνημονίων θα είναι αναπόφευκτα πολιτικός αγώνας. Και αυτός περιλαμβάνει πολιτικές πρωτοβουλίες για συγκεκριμένες κινητοποιήσεις, αλλά και την προετοιμασία για να δώσουμε στον κόσμο μας διέξοδο –τόσο στο τοπικό-αυτοδιοικητικό, όσο και στο κεντρικοπολιτικό επίπεδο–  απέναντι στο δίλημμα Τσίπρας ή Μητσοτάκης. Σε ένα δίλημμα όπου όποιος εγκλωβιστεί, οφείλει να γνωρίζει ότι εγκρίνει την παράταση της μνημονιακής βαρβαρότητας.