Στη ΔΕΘ αποδείχθηκε πέρα από κάθε αμφιβολία ο μύθος της «καθαρής εξόδου» από τα μνημόνια και της κατάργησης της «επιτροπείας» των δανειστών, που αποτελεί μια κορυφαία άρνηση της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας, αφού αφαιρεί από τη λαϊκή πλειοψηφία το δικαίωμα να πάρει κρίσιμες αποφάσεις επί της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Αυτό το διακήρυξε καταρχήν ο ίδιος ο Τσίπρας: που δεν εξήγγειλε τις «παροχές» που είχε προαναγγείλει το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ και τα φιλικά του ΜΜΕ, υποβαθμίζοντάς τες σε κυβερνητικές «ευχές» που θα μπορούσαν ίσως να υλοποιηθούν σταδιακά, όμως υπό την προϋπόθεση της συμφωνίας των «θεσμών». Για όσους δεν κατάλαβαν, ανέλαβε να το κάνει σαφές την επόμενη μέρα ο Κλάους Ρέτλινγκ: «αν τα προγράμματα προσαρμογής δεν συνεχιστούν, όπως έχει συμφωνηθεί, θα σταματήσουμε τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους…». Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι ο σκληρός νεοφιλελευθερισμός των μνημονίων, τα «προγράμματα προσαρμογής», θα τηρηθούν απαρέγκλιτα. Αλλιώς οι δανειστές θα απαιτήσουν τις θηριώδεις πληρωμές «δόσεων» χρέους, που το 3ο μνημόνιο συσσώρευε για την περίοδο μετά το 2022, στρέφοντας την (όποια) ελληνική κυβέρνηση στην υποχρέωση να δανειστεί από τις «αγορές» με επιτόκια που δημιουργούν ίλιγγο (σήμερα πάνω από 4%, κατά πολλούς νεοφιλελεύθερους αναλυτές με πιθανότητες αύριο να προσεγγίζουν το… 7%). 
Αυτό είναι το σενάριο «Αργεντινής», που θα λειτουργεί ως πιστόλι στον κρόταφο για όποιο κόμμα και όποια κυβέρνηση ξεκινά από τον σεβασμό στη μνημονιακή συνέχεια, επιδιώκοντας να αξιοποιήσει την «περίοδο χάριτος» στο χρέος ως το 2032, που δημιούργησε το Eurogroup. 
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσουν ολοφάνερα πλέον την πολιτική τους τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ. Ο σκληρός νεοφιλελευθερισμός έχει γίνει το «όραμα» και των δύο αυτών κομμάτων, ενώ οι διαφορές τους περιορίζονται κυρίως σε συμβολισμούς και δηλώσεις προθέσεων παρά σε «σκληρές» δεσμεύσεις συγκεκριμένης πολιτικής. 
Την ώρα που ο Αλ. Τσίπρας προσπαθεί να «πουλήσει» ξανά κοινωνική ευαισθησία και αναφορά στις εργατικές και λαϊκές μάζες, ο παραπάνω ισχυρισμός χρειάζεται απόδειξη. 
Στη ΔΕΘ, οι μοναδικές συγκεκριμένες και μετρήσιμες δεσμεύσεις του Αλ. Τσίπρα είναι «κλεμμένες» από το… πρόγραμμα της ΝΔ, από τις βασικές ιδέες του ακραιφνούς νεοφιλελεύθερου Κυριάκου Μητσοτάκη: μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων κατά 4%, επιχορήγηση στο σύνολο των εργοδοτικών εισφορών νεοπροσλαμβανόμενων εργατών κάτω των 25 χρονών (χωρίς καμιά δικλείδα ασφαλείας όπως η απαγόρευση απολύσεων πιο ηλικιωμένων εργατών), αναδρομική επιστροφή όλων των μνημονιακών περικοπών στους στρατιωτικούς και στους αστυνομικούς (και όχι π.χ. στους δασκάλους και στις νοσοκόμες…)!
Και αντίστροφα: το πρόγραμμα της ΝΔ αποτελεί σε κρίσιμα σημεία «συνέχεια» του προγράμματος του μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ. Για παράδειγμα, το ασφαλιστικό των «3 πυλώνων», που επεξεργάζεται η ΝΔ, είναι πράγματι σκληρά νεοφιλελεύθερο, είναι πράγματι πολύ κοντά στο «σχέδιο Πινοσέτ», όμως επίσης είναι πολύ κοντά στις ιδέες της «επιτροπής Σπράου», που επί Σημίτη άρχισε τη νεοφιλελεύθερη κατεδάφιση του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος, ενώ κυρίως είναι η «συνέχεια» του νόμου Κατρούγκαλου που κατάργησε τις συνταγματικές προστασίες των συντάξεων και άνοιξε το δρόμο για την καταβύθιση του δημόσιου ασφαλιστικού σε συντάξεις-φιλοδωρήματα, ανοίγοντας το δρόμο (και τις «αγορές») προς την ανάπτυξη των άλλων δύο «πυλώνων» που σήμερα προαναγγέλλει ο Μητσοτάκης. Το ένα χέρι νίβει το άλλο…
Στην εποχή μετά την τυπική λήξη των μνημονίων, το βασικό καθήκον είναι η ανατροπή της νεοφιλελεύθερης βάρβαρης λιτότητας. Στο καθήκον αυτό τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ, με τα πεπραγμένα, με την πολιτική, με τις ηγεσίες τους, βρίσκονται απέναντι σε κάθε σοβαρή απόπειρα αντεπίθεσης του εργατικού και λαϊκού παράγοντα. 
Αυτό το γεγονός είναι σε γνώση των δανειστών. Κανείς δεν πρέπει να υποτιμά αποκαλύψεις όπως αυτή του Χρυσόγονου, που δήλωσε ότι στην Κομισιόν ισχυροί «κύκλοι» υποστηρίζουν το σενάριο συνεργασίας μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ ως ελάχιστη πολιτική προϋπόθεση για να αντιμετωπιστούν οι τρικυμίες που έρχονται. Το σενάριο αυτό μοιάζει σήμερα αταίριαστο με το κλίμα των ημερών, όμως μετά την προεκλογική σύγκρουση και όταν θα έχουν μέσω των εκλογών καταγραφεί οι νέοι συσχετισμοί, τότε τα πράγματα θα είναι διαφορετικά και οι υπολογισμοί πολύ πιο ψυχροί.
Το καθήκον της ανατροπής της νεοφιλελεύθερης λιτότητας είναι άμεσα συνδεδεμένο με τα καθήκοντα της αντιιμπεριαλιστικής-αντιπολεμικής-αντιεθνικιστικής δράσης, όπως και με τα καθήκοντα υπεράσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών. Και εδώ υπήρξαν εκπλήξεις για τον κόσμο που διατηρεί αυταπάτες απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, εκπλήξεις που ανατρέπουν τα δεδομένα στα παραδοσιακά ανακλαστικά που συγκροτούν τη διαφορά μεταξύ Αριστεράς-Δεξιάς. 
Ο εναγκαλισμός της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ με τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ είναι «δήλωση» μεγάλης πολιτικής σημασίας, είναι συστατικό στοιχείο του «οράματος» που μοίρασε ο Τσίπρας και δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί. Η γλοιώδης υποδοχή στον Γουίλμπουρ Ρος –έναν από τους «σκληρούς» της ρεπουμπλικανικής ακροδεξιάς και επίσης έναν από τους σκληρούς του αδίστακτου νεοφιλελευθερισμού των funds και των φορολογικών «παραδείσων»– είναι προειδοποίηση για τις μέρες που έρχονται. Και ταιριάζει γάντι με την εκκωφαντική σιωπή της κυβέρνησης Τσίπρα μπροστά στις ιστορικές προκλήσεις της κυβέρνησης Τραμπ, που κηρύσσει την Ιερουσαλήμ πρωτεύουσα του κράτους του Ισραήλ και καταργεί κάθε «νομιμότητα» της εκπροσώπησης των Παλαιστινίων. 
Η απαράδεκτη κατάσταση στα στρατόπεδα των προσφύγων αποδεικνύει ότι δεν μπορεί κανείς να στηριχθεί στον ΣΥΡΙΖΑ ούτε για τα στοιχειώδη δημοκρατικά και ανθρωπιστικά καθήκοντα αλληλεγγύης και πολύ περισσότερο για τα καθήκοντα της αντιρατσιστικής-αντιφασιστικής πάλης. 
Αυτή η πραγματική πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα στρώνει το δρόμο για την εκλογική νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αυτό σημαίνει ότι από σήμερα κιόλας, στην πολιτική της ριζοσπαστικής Αριστεράς πρέπει να αναβαθμιστεί η πολεμική, η συστηματική αντιπαράθεση ενάντια στη Δεξιά. Όμως αυτό το καθήκον είναι υποχρεωτικά συνδυασμένο με την καταπολέμηση κάθε αυταπάτης απέναντι στον μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ.
Η πολιτική αιχμή: «Ούτε ΣΥΡΙΖΑ – Ούτε ΝΔ» θα είναι στη βάση κάθε σοβαρής προσπάθειας ανασύνταξης. Στις μέρες που έρχονται, τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ θα «ανοίγουν» τη δημόσια συζήτηση προς το ερώτημα: «Μετά την έξοδο, τι;».Οι δικές τους απαντήσεις θα διαφέρουν σε δευτερεύοντα σημεία, τα οποία όμως θα μεγεθύνονται προκειμένου να τροφοδοτούν τον καυγά για το πάπλωμα της κυβερνητικής εξουσίας. 
Ομως οι απαντήσεις τους θα έχουν, επίσης, δύο κοινά κομβικά σημεία: α) Το σεβασμό προς τα «συμφωνηθέντα» με τους δανειστές για μια μακρά περίοδο, για μια ολόκληρη ιστορική εποχή. β) Την παράταση της νεοφιλελεύθερης λιτότητας, ως «κορμού» όλων των επιλογών στην οικονομική και κοινωνική πολιτική. Αυτά τα δύο σημεία συγκροτούν τη σύγχρονη Μεγάλη Ιδέα που θα επιχειρήσουν να επιβάλουν με κάθε αναγκαίο μέσο.
Ακριβώς αυτά τα σημεία είναι που πρέπει να ανατραπούν ως προϋπόθεση για να ανασάνουν οι εργαζόμενοι και οι λαϊκές τάξεις. 
Η εφημερίδα που κρατάτε, από το 2010 είχε συγκεντρωθεί στο μεταβατικό στόχο της ανατροπής του μνημονίου. Σήμερα, αντικειμενικά από τις εξελίξεις, ο στόχος αυτός ταυτίζεται με την ανατροπή της βάρβαρης λιτότητας του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή της υπαρκτής και συγκεκριμένης πολιτικής των κυρίαρχων τάξεων σε Δύση και Ανατολή. 
Αυτός ο προσανατολισμός σημαίνει πρώτα και κύρια προτεραιότητα στο εργατικό κίνημα και στα κοινωνικά κινήματα αντίστασης. Όπου είναι αναγκαίο να διατυπωθούν τα βασικά αιτήματα, πάνω στα οποία πρέπει να οικοδομηθεί μια συνεκτική ενότητα δράσης και να επιχειρηθούν σημαντικές πρωτοβουλίες κλιμάκωσης αγώνων, με στόχο συγκεκριμένες νίκες για τον κόσμο μας. 
Ομως αυτή η διαδικασία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον πολιτικό αγώνα. Σε αυτό το πεδίο θα χρειαστούν επίσης πρωτοβουλίες: Π.χ. για τα αντιπολεμικά και αντιρατσιστικά καθήκοντα, για την αντίσταση στους εξοπλισμούς και στον εθνικισμό, για την αλληλεγγύη στους Παλαιστίνιους, για την υπεράσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών κ.ο.κ.
Οι δυνάμεις που προτίθενται ειλικρινά να «σηκώσουν» ανάλογα καθήκοντα οφείλουν, φυσιολογικά, να επεξεργαστούν μια κοινή μετωπική στάση και στη γενικευμένη πολιτική σύγκρουση, πάει να πει και στην επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση. Εμείς, ακόμα και στις πιο διαφορετικές συνθήκες, υποστηρίξαμε ότι η συνεργασία μεταξύ των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της ΛΑΕ και άλλων ριζοσπαστικών δυνάμεων που αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τη μνημονιακή «στροφή» του ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015, συγκροτεί τον «κορμό» που μπορεί να απαντήσει, ικανοποιητικά πολιτικά και αποτελεσματικά οργανωτικά, σε αυτή την πρόκληση.
Στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015 χάθηκε μια ευκαιρία, με αποτελέσματα αρνητικά για όλους. Ανεξάρτητα από τα ζητήματα των ευθυνών –που πάντα μπορούν και πρέπει να συζητιόνται– η επανάληψη αυτού του λάθους θα ρίχνει νερό σε μύλους αντίπαλων δυνάμεων. Σοβαρές αποφάσεις από όλες τις πλευρές πρέπει να παρθούν τώρα.