Η  διεθνής κρίση του καπιταλισμού, η οποία ολοένα βαθαίνει και περιπλέκεται, διαψεύδει κάθε προσδοκία για κάποιου τύπου σταθεροποίηση, ενώ την ίδια στιγμή δημιουργεί ένα πολύ ρευστό οικονομικό, πολιτικό, γεωστρατηγικό υπόβαθρο, το οποίο μπορεί δυνητικά να εγκυμονεί πολύ αρνητικές εξελίξεις για την Αριστερά, τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα. Ο κίνδυνος μιας αντιπολεμικής αντιπαράθεσης είναι υπαρκτός και οι κάθε λογής εθνικιστικοί λεονταρισμοί το μόνο που κάνουν είναι να ρίχνουν λάδι στη φωτιά.

Η επιθετική και απροκάλυπτη παρέμβαση των δυνάμεων του δυτικού ιμπεριαλισμού για την επιρροή της λαϊκής ψήφου στο δημοψήφισμα που έγινε στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, αποδεικνύει ότι το πραγματικό διακύβευμα ήταν η επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια και όχι το όνομα της γειτονικής χώρας. Η προσέλευση μονάχα του 35% του εκλογικού σώματος στις κάλπες πέρα από το ότι απονομιμοποιεί την ίδια τη διαδικασία, αποκαλύπτει την παρωδία δημοκρατίας και αναδεικνύει μια πολύ σημαντική διάσταση της κρίσης: αυτή στο πολιτικό επίπεδο και στο χάσμα που υπάρχει μεταξύ κυβερνώντων και λαϊκών στρωμάτων. 

Γύρω από το «Μακεδονικό» προέκυψε η κρίση στο εσωτερικό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με την κόντρα μεταξύ Καμμένου και Κοτζιά για την ύπαρξη «εναλλακτικού ΝΑΤΟϊκού πλάνου» την οποία ακολούθησε η παραίτηση του Κοτζιά και η ανάληψη καθηκόντων Υπουργού Εξωτερικών από τον ίδιο τον Τσίπρα. Ωστόσο, ο Κοτζιάς φρόντισε την τελευταία στιγμή να προχωρήσει σε μία αρκετά επικίνδυνη πρωτοβουλία: την ανακοίνωση της επέκτασης των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια, δηλώνοντας πρόθεση αντίστοιχων επιλογών στο Αιγαίο, όπου η κατάσταση μυρίζει κυριολεκτικά μπαρούτι.
Η επιλογή της κυβέρνησης Τσίπρα για τη στενή στρατιωτική συμμαχία με την Κύπρο, το κράτος-τρομοκράτη του Ισραήλ και την Αίγυπτο του αιμοσταγή δικτάτορα Σίσι, αλλά και η επιμονή της στον καθορισμό των ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας-Κύπρου και Ελλάδας-Αιγύπτου, ασκεί μεγάλη οικονομική-στρατιωτική πίεση στην Τουρκία, η οποία είναι πιθανό να απαντήσει. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να γίνει κατανοητός ο επικίνδυνος συνωστισμός πολεμικών πλοίων και από τις δύο πλευρές στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, όπου η ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση από το επίπεδο της διπλωματίας περνάει στο επίπεδο των πολεμικών πλοίων.
Σε μία τόσο ευαίσθητη περιοχή και με το μέτωπο της Μέσης Ανατολής να είναι ακόμα παραπάνω από θερμό, τέτοιες κινήσεις είναι εξαιρετικά επικίνδυνες και μπορούν να πυροδοτήσουν ένα πολεμικό επεισόδιο, για το οποίο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την έκταση που θα μπορούσε να πάρει. Η ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική Αριστερά δεν μπορεί να υποπέσει στην παθητικότητα μιας πολιτικής γραμμής υπέρ των «εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων». Πρώτον, γιατί, αν κάποιος θέλει με συνέπεια να τα υπερασπιστεί, αναπόφευκτα θα καταλήξει να συρθεί σε μία φιλοπόλεμη-φιλοεθνικιστική πολιτική, γιατί τα «κυριαρχικά δικαιώματα» είναι υπερασπίσιμα με τα όπλα. Δεύτερον, γιατί αυτά δεν είναι γενικώς «εθνικά», αλλά είναι τα συμφέροντα των καπιταλιστών, σε Ελλάδα και Τουρκία, για το ποια κυρίαρχη τάξη θα έχει το «πάνω χέρι» στην ανατολική Μεσόγειο. Από αυτή την αντιπαλότητα οι εργαζόμενες τάξεις και στις δύο πλευρές δεν έχουν να κερδίσουν απολύτως τίποτα.
Το καθήκον της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και του εργατικού κινήματος είναι να παλέψει αποφασιστικά ενάντια σε κάθε ενδεχόμενο πολέμου για την υπεράσπιση της ειρήνης, για την υπεράσπιση του δικαιώματός μας να μπορούμε να αντισταθούμε στον ιμπεριαλισμό, στον εθνικισμό, στις επιθετικές πολιτικές λιτότητας, με κοινούς αγώνες της Αριστεράς και των εργαζομένων σε Ελλάδα, Τουρκία και Βαλκάνια.