Ζούμε σε μια εποχή μεγάλων προκλήσεων. Η νίκη του νεοφασίστα Μπολσονάρο στη Βραζιλία διευρύνει τον «κύκλο» των επιτυχιών της ακροδεξιάς με τους Σαλβίνι στην Ιταλία, Ουρμπάν στην Ουγγαρία και το συνασπισμό Δεξιάς και ακροδεξιάς στην Αυστρία. Στη Γερμανία η ρατσιστική AfD δυναμώνει και οι δημοσκοπήσεις προειδοποιούν για νίκη της Μαρίν Λεπέν στις ευρωεκλογές στη Γαλλία.

Η ενίσχυση του ρεύματος της ακροδεξιάς είναι ήδη αισθητή στη μετατροπή της ΕΕ σε ρατσιστικό φρούριο απέναντι στους πρόσφυγες και στους μετανάστες και είναι θεμιτή η πρόβλεψη ότι σύντομα θα γίνει αισθητή και σε όλα τα θέματα που αφορούν τους εργαζόμενους και τις λαϊκές μάζες.
Απέναντι σε αυτό το ρεύμα δεν είναι άμυνα η πολιτική και τα κόμματα του «ακραίου κέντρου»: η σύγκλιση γύρω από τη στρατηγική της επιβολής των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων ενός πλατιού φάσματος, που περιλαμβάνει μεγάλο τμήμα της συντηρητικής Δεξιάς, τους σοσιαλδημοκράτες και τα κεντροαριστερά κόμματα που προέκυψαν από τη μετάλλαξη των ΚΚ μετά τη δεκαετία του ’90.
Για την ακρίβεια, η πολιτική αυτών των κομμάτων στρώνει το δρόμο στην εθνικιστική και ρατσιστική ακροδεξιά. Παρά την αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού με το σκάσιμο της φούσκας της Λίμαν Μπράδερς το 2007 και την κρίση που ξέσπασε στη συνέχεια, τα κόμματα αυτά επέμειναν στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική και οι κυβερνήσεις τους φόρτωσαν το βάρος της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων. Για να το πετύχουν, χρειάστηκε να υποβαθμίσουν και τις πιο στοιχειώδεις αρχές της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας: το ελληνικό παράδειγμα του 2015 γενικεύτηκε και σήμερα ακόμα και οι προϋπολογισμοί των εκλεγμένων κυβερνήσεων οφείλουν να έχουν την έγκριση της Κομισιόν. Στηρίζοντας τις ιμπεριαλιστικές εξορμήσεις στην Ανατολή, εξαπέλυσαν το δηλητήριο της ισλαμοφοβίας και στη συνέχεια το ενίσχυσαν με τη ρατσιστική αντιμεταναστευτική πολιτική στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. 
Μέσα στα αδιέξοδα της παρατεταμένης κρίσης, τμήματα των κυρίαρχων τάξεων στην Αμερική, αλλά και στην Ευρώπη, σταδιακά στρέφονται στον προστατευτισμό, στον οικονομικό εθνικισμό, στις πολιτικές «εθνικής προτεραιότητας». 
Αυτά τα πεπραγμένα και αυτές τις αλλαγές «συνοψίζει» η απειλητική ενίσχυση της ακροδεξιάς.
Είναι μύθος ο ισχυρισμός για τον αντισυστημικό χαρακτήρα των ακροδεξιών κομμάτων. Όλα, χωρίς εξαίρεση, υποστηρίζουν τις ιδιωτικοποιήσεις, την υποβάθμιση των μισθών και των συντάξεων, τη διάλυση του κοινωνικού κράτους, διεκδικώντας το «δικαίωμα» να επιβάλουν ακόμα πιο βίαια αυτές τις επιλογές. Ο Μπολσονάρο υποστηρίζει το δικαίωμα των πλουσίων να εξοπλίζονται και να αυτοδικούν ενάντια «στην εγκληματικότητα των φτωχών»!
Τα ακροδεξιά κόμματα απέχουν πολύ από το να αποτελούν ήδη μια θανάσιμη απειλή για το εργατικό κίνημα και κάθε εκδοχή της Αριστεράς. Δεν έχουν επιτύχει να περάσουν το δηλητήριό τους στον απαραίτητο μαζικό βαθμό και δεν έχουν χτίσει αυτόνομες μάχιμες οργανώσεις, όπως τα παραδοσιακά φασιστικά κόμματα. Όμως σε συνεργασία με τις κυρίαρχες τάξεις, με τους κρατικούς μηχανισμούς, με τις καθεστωτικές κυβερνήσεις, μπορούν να γίνονται πραγματικά επικίνδυνα. 
Μαζί με την υπεράσπιση των ταξικών συμφερόντων της πλειοψηφίας, μαζί με την υπεράσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, μαζί με την απόρριψη του ιμπεριαλισμού, του πολέμου και των εξοπλισμών, συνδέεται πλέον άρρηκτα το καθήκον της αντιμετώπισης του ακροδεξιού κινδύνου. 
Σε τέτοιες στιγμές, οι κοινωνίες οφείλουν να στρέφονται στις καλύτερες παραδόσεις τους. Πριν από 45 χρόνια, η εξέγερση του Νοέμβρη στο Πολυτεχνείο έκοψε έναν κόμπο που μέχρι τότε παρουσιαζόταν ως άλυτος: εκπλήρωσε το καθήκον της ανατροπής της δικτατορίας, ενός σιδηρόφρακτου καθεστώτος. 
Μένοντας σταθερά στην πεποίθηση ότι η εργατική και λαϊκή πλειοψηφία μπορεί να νικήσει, αυτά τα «όπλα» οφείλουμε να αντιτάξουμε στους αντιπάλους μας, είτε αυτοί φορούν κοστούμια, είτε αυτοί έρχονται με αρβύλες.