Τους τελευταίους μήνες έχει υπάρξει μια ακόμη φάση όξυνσης των ανταγωνισμών γύρω από το πετρέλαιο (και τους λοιπούς υδρογονάνθρακες), όπου, όπως θα δείξουμε, όλοι οι καπιταλιστές στρέφονται εναντίον όλων των ανταγωνιστών τους.

Από τον Ιούνιο του 2014 η τιμή του πετρελαίου, του «λιπαντικού των γραναζιών του καπιταλισμού», πέφτει διαρκώς –μια πτώση που στα μέσα Δεκεμβρίου είχε φτάσει στο 50% (δηλαδή η τιμή είχε πέσει κοντά στα 60 δολάρια το βαρέλι). Κανονικά, σε τέτοιες συνθήκες ο Οργανισμός Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών (OPEC) με συμφωνία των μελών του μείωνε την παραγωγή και έτσι η τιμή ανέβαινε και πάλι. Όμως αυτήν τη φορά τα πράγματα δεν έγιναν έτσι. Στη συνεδρίασή του στη Βιέννη, ο OPEC αποφάσισε να αφήσει το επίπεδο παραγωγής αμετάβλητο, έπειτα από πρωτοβουλία της μεγαλύτερης πετρελαιοεξαγωγικής χώρας, της Σαουδικής Αραβίας. 
Εξήγηση
Αυτή η εξέλιξη οδηγεί πολλούς σε μια μονοδιάστατη εξήγηση της πολιτικής των δικτατόρων-μοναρχών Σαούντ. Σύμφωνα με αυτήν, οι Σαουδάραβες μονάρχες αποτελούν ενεργούμενα των ΗΠΑ που προσπαθούν να χτυπήσουν τους πολιτικούς αντιπάλους της Αμερικής, επειδή αυτοί που υφίστανται τις μεγαλύτερες συνέπειες είναι η Ρωσία, το Ιράν και η Βενεζουέλα, καθώς οι υδρογονάνθρακες αποτελούν την κύρια πηγή εσόδων τους αλλά το κόστος παραγωγής είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό της Σαουδικής Αραβίας. Αυτό ασφαλώς συμβαίνει. Στη Ρωσία, π.χ., η ζημιά από την πτώση της τιμής του πετρελαίου εκτιμάται στα 100 δισ. δολάρια το χρόνο, τη στιγμή που η ζημιά από τις δυτικές κυρώσεις, λόγω της Ουκρανίας, δεν ξεπερνά τα 40 δισ. το χρόνο. Ήδη το ρούβλι γνώρισε τεράστια πτώση εξαιτίας αυτής ακριβώς της μείωσης της τιμής του πετρελαίου –και χρειάστηκε η κρατική παρέμβαση της Μόσχας, τόσο με δηλώσεις του Πούτιν όσο και με γενναία κατανάλωση συναλλαγματικών διαθεσίμων, για να ανακοπεί αυτή η νομισματική κατρακύλα.
Ωστόσο οι Σαουδάραβες δεν είχαν αυτό ως βασικό κίνητρο. Εδώ και μερικά χρόνια έχουν στο μυαλό τους έναν άλλο βασικό ανταγωνιστή που μπορεί δυνητικά στο μέλλον να σαρώσει το μερίδιο αγοράς τους. Μιλάμε για την άντληση πετρελαίου και άλλων υδρογονανθράκων από σχιστολιθικά πετρώματα με τη μέθοδο του fracking, η οποία χρησιμοποιείται στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Η μέθοδος αυτή είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για το περιβάλλον και τους ανθρώπους, ωστόσο δίνει τη δυνατότητα σε σχετικά μικρές εταιρείες να αντλούν υδρογονάνθρακες π.χ. στο Τέξας ή στη Βόρεια Ντακότα, σε περιοχές όπου η παραδοσιακή τεχνολογία σήκωνε τα χέρια ψηλά. 
Το σαουδαραβικό ντάμπινγκ πλήττει επίσης τόσο τις καναδικές εταιρείες εξόρυξης σε αμμώδη εδάφη όσο και (αυτό έχει ελληνικό ενδιαφέρον) τις θαλάσσιες πλατφόρμες αντλήσεως στην Ευρώπη και στη Βραζιλία, καθώς και γι’ αυτές τις επιχειρήσεις το κόστος άντλησης ανά βαρέλι είναι σημαντικά υψηλότερο.
Ο Σαουδάραβας υπουργός Ενέργειας Αλί Αλ Ναΐμι ξεκαθάρισε και τις προοπτικές αλλά και τους στόχους αυτού του πολέμου. «Ακόμη κι αν πέσει το πετρέλαιο στα 20 δολάρια το βαρέλι, εμείς πάλι θα κερδίζουμε» (!), δήλωσε απειλητικά και εξήγησε ότι στόχος είναι «να καταστραφεί ο ρωσικός, ο αμερικανικός και ο βραζιλιάνικος ανταγωνισμός»!
Η Ουάσινγκτον ασφαλώς κατανοεί τη ζημιά που παθαίνει από το σαουδαραβικό ντάμπινγκ. Ωστόσο σκέφτεται και τα οφέλη που θα έχει: ζημιές στη Ρωσία και σε άλλους «άτακτους» της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, αλλά και δυνατότητες τόνωσης της οικονομίας εξαιτίας των φθηνών καυσίμων. Επίσης οι αμερικανικές μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες βλέπουν με καλό μάτι την πιθανή κατάρρευση των μικρότερων σχετικά εταιρειών σχιστολιθικής εξόρυξης. Τις ίδιες ευκαιρίες σκέφτονται και τα αφεντικά στην Ευρώπη. 
Ωστόσο μπορεί όλοι να κάνουν εντελώς λάθος υπολογισμούς.
Πρώτον, ενώ στόχος των ΗΠΑ είναι η αποδυνάμωση των στρατηγικών τους αντιπάλων, τελικά η πτώση της τιμής του πετρελαίου μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω ενίσχυση του κορυφαίου στρατηγικού αντίπαλου, δηλαδή της Κίνας, της οποίας η οικονομία είναι η μόνη μεγάλη οικονομία που δεν γνωρίζει ύφεση και «διψάει» για φθηνά καύσιμα.
Όμως αυτό που φαίνεται να αγνοούν τόσο η αμερικανική κυβέρνηση όσο και οι ευρωπαϊκές είναι ότι η κατρακύλα της τιμής του πετρελαίου πιθανότατα ΔΕΝ θα οδηγήσει σε καμία ανάπτυξη. Σε συνθήκες γενικευμένης ύφεσης, οι καπιταλιστές αρνούνται να επενδύσουν όχι επειδή είναι ακριβές οι πρώτες ύλες, τα καύσιμα ή οι μισθοί, αλλά γιατί δεν βλέπουν σε ποιον θα πουλήσουν. 
Ακόμη σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι η πτώση της τιμής του πετρελαίου συμπαρασύρει με πολλούς τρόπους τις τιμές και άλλων αγαθών (π.χ. ο δείκτης του Bloomberg Index για 22 βασικά εμπορεύματα έπεσε πρόσφατα στο χαμηλότερό του επίπεδο από το 2009). Αυτό μπορεί να σημάνει γενικευμένο αντιπληθωρισμό. Σε αυτές τις συνθήκες, ακόμη κι αν έχουν λεφτά, οι καταναλωτές δεν αγοράζουν και οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν για έναν απλό λόγο: αυτό που σήμερα πουλιέται στην τιμή 10 αύριο μάλλον θα κάνει 9 ή 8. 
Ντόμινο
Όμως άλλος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις ΗΠΑ: Όλες οι εταιρείες fracking είχαν καταφύγει σε μαζικά δάνεια (από τράπεζες ή με εταιρικά ομόλογα), συνολικού ύψους πάνω από μισό τρισεκατομμύριο δολάρια, για να ξεκινήσουν τις επενδύσεις τους. Τώρα βρίσκονται ξαφνικά μπροστά στον κίνδυνο χρεοκοπίας, πράγμα που θα υπονομεύσει σε ανυπολόγιστο βαθμό τις ήδη υποκεφαλαιοποιημένες αμερικανικές τράπεζες από τις οποίες έχουν δανειστεί. Επίσης, εξαιτίας της συμμετοχής του κλάδου των πετρελαιοειδών σε περίπλοκα «χαρτιά», όπως τα στοιχήματα futures (ανάλογα με τα γνωστά σε εμάς δομημένα ομόλογα), είναι πολύ υπαρκτός ο κίνδυνος ντόμινο κατάρρευσης και σε άλλους κλάδους, ακριβώς όπως συνέβη παλιότερα με το σκάσιμο της «φούσκας» των ακινήτων.
Ούτε όμως οι υπόλοιπες μεγάλες καπιταλιστικές χώρες δεν βρίσκονται εκτός κινδύνου. Ο Αμερικανός αναλυτής Τζακ Ράσμους έγραψε χαρακτηριστικά το Δεκέμβρη: «[Η πτώση της τιμής του πετρελαίου] θα συμβάλει στον γενικό αποπληθωρισμό στην Ευρώπη και την Ιαπωνία. Οι οικονομίες εκεί έχουν ήδη μπει σε ύφεση. Παρά τα τρισεκατομμύρια δολάρια ενέσεων ρευστότητας από τις κεντρικές τους τράπεζες τους πρόσφατους μήνες, τα επίπεδα τιμών [ο πληθωρισμός] συνέχισαν να πέφτουν σε μηδενικά επίπεδα ή ακόμη πιο κάτω. Η πτώση της τιμής του πετρελαίου θα συμβάλει σημαντικά σε μια γενική αντιπληθωριστική ολίσθηση και στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία». 
Αλλά και οι Σαουδάραβες μονάρχες κινδυνεύουν να αποτύχουν. Μπορεί να έχουν πολύ χαμηλό κόστος εξόρυξης, ωστόσο, για να μπορεί να στέκεται το καθεστώς τους (δηλαδή για να μπορεί να δίνει εκείνες τις παροχές στον πληθυσμό ώστε οι μονάρχες να μην κινδυνεύουν από μια «σαουδαραβική άνοιξη») χωρίς να έχει ελλειμματικό προϋπολογισμό, χρειάζεται μια τιμή πάνω από 90 δολάρια το βαρέλι. Αλλιώς κατατρώγονται τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας (που βέβαια είναι τεράστια: 0,8 τρισ. δολάρια) και αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον: την προηγούμενη φορά που οι Σαουδάραβες έκαναν αυτό το ντάμπινγκ (το 1986) χρειάστηκε να περιμένουν να περάσουν 20 χρόνια ώστε να καταφέρουν να ανεβάσουν και πάλι την τιμή. 
Κοντολογίς, ο καπιταλισμός αποδεικνύεται για άλλη μια φορά κανιβαλικός. Προκειμένου να καταστρέψουν ανταγωνιστές τους, τα αφεντικά ρισκάρουν με ντόμινο κατάρρευσης σε μια σειρά χώρες και κλάδους. Οι οικονομικοί τους πόλεμοι απειλούν όμως και ανθρώπινες ζωές –όπως ακριβώς και οι θερμοί τους πόλεμοι, γι’ αυτό είναι εξίσου επικίνδυνοι.