Τι αφήνει πίσω του ο Τσίπρας;

πολιτική / Αντώνης Νταβανέλος / 10.05.2019

Πλησιάζοντας στις ευρωεκλογές, στην πρώτη γενική πολιτική αναμέτρηση μετά τις 20/9/2015, αυξάνει η αναγκαιότητα για μια καθαρή «απολογιστική» ματιά, για μια καθαρή εκτίμηση σχετικά με το τι αφήνει πίσω της η θητεία του Τσίπρα και της παρέας του Μαξίμου.

Όσοι επιμένουμε να θεωρούμε την Αριστερά ως το οργανωμένο ρεύμα πολιτικής έκφρασης των εργαζομένων και των λαϊκών μαζών δεν θα έπρεπε να έχουμε την παραμικρή δυσκολία για να βγάλουμε την αρνητική «σούμα». 
Στους χώρους εργασίας και στις εργατογειτονιές το κλίμα απογοήτευσης και απαισιοδοξίας είναι ακριβώς στον αντίποδα της ανάτασης και των ελπίδων που είχαν στηρίξει το κύμα του 62% του ΟΧΙ το 2015. Η αντιστροφή οφείλεται στην εμπειρία από την εφαρμοσμένη κυβερνητική πολιτική στα χρόνια που ακολούθησαν. Η υποχώρηση του μεριδίου των μισθών και των συντάξεων σε σύγκριση με το μερίδιο των κερδών στο ΑΕΠ, η συνέχεια των περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες (με αποτέλεσμα πχ ένα ήπιο κύμα γρίπης να έχει δεκάδες νεκρούς στα παραπαίοντα δημόσια νοσοκομεία), η συνέχεια των ιδιωτικοποιήσεων (όπως στα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, όπως στα αεροδρόμια της Frapport, όπως στη ΔΕΗ, όπως στα ΕΛΠΕ κ.ο.κ.) είναι η πραγματική μαζική κοινωνική εμπειρία από το πρόγραμμα Τσίπρα, που καμώνεται ότι αντιστέκεται, τάχα, στον νεοφιλελευθερισμό. 
Στη βάση αυτού του προγράμματος η κυβέρνηση κατορθώνει να εξακολουθεί να παίρνει «δωράκια» από τους δανειστές, όπως η πρόσφατη συμφωνία για την πρόωρη εξαγορά μέρους του χρέους προς το ΔΝΤ. Το πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα αυτής της πολυδιαφημισμένης συμφωνίας είναι περιορισμένο στην «εξοικονόμηση» περίπου 150 εκατ. ευρώ από τους οφειλόμενους τόκους, αλλά η «συμβολική» αξιοποίησή της από τον Τσίπρα θα είναι ασφαλώς μεγαλύτερη.
Μόνο που ανάλογες «επιτυχίες» δεσμεύουν πάνω σε προγράμματα και πολιτικές, ενώ αυτά –αργά ή γρήγορα– φέρνουν στην επιφάνεια το «αίτημα» για πιο αυθεντικούς νεοφιλελεύθερους στην κυβερνητική εξουσία. Ας δούμε κάποια επίκαιρα παραδείγματα:
* Ο Πόουλ Τόμσεν, ο διευθυντής του ΔΝΤ στην Ευρώπη, καλωσόρισε την πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης για την πρόωρη εξόφληση μέρους του χρέους προς το Ταμείο, όμως έσπευσε να υπογραμμίσει την υποχρέωση της κυβέρνησης για τη μείωση του αφορολόγητου και την ανάγκη νέων περικοπών στις συντάξεις, μέσα στο 2020, ως προϋπόθεση για να μειωθεί η φορολόγηση των κερδών που είναι, λέει, αναγκαία για να υπάρξουν επενδύσεις. 
* Την ίδια στιγμή ο Μιλτ. Νεκτάριος (ο επί Σημίτη διοικητής του ΙΚΑ και ένας εκ των μελών της «Επιτροπής Σοφών» για το Ασφαλιστικό) δήλωνε ότι μέσα στους πρώτους έξι μήνες(!) της νέας κυβέρνησης θα απαιτηθούν δρακόντειες αντιμεταρρυθμίσεις, όπως η δημιουργία ενός «νέου ΕΣΥ» (με τα 128 δημόσια νοσοκομεία να μετατρέπονται σε ΝΠ Ιδιωτικού Δικαίου!) και μια νέα γενική ρύθμιση του Ασφαλιστικού, που θα βασίζεται στον πρωτοπόρο ρόλο των… ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών(!). 
Οι «επιτυχίες» του Τσίπρα στην επιβολή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του Μνημονίου 3, είναι η δύναμη που στρώνει το δρόμο… στον Μητσοτάκη. Γιατί αυτές οι «επιτυχίες» αποθρασύνουν όλο και περισσότερο την κυρίαρχη τάξη, που ζητάει όλο και πιο «τολμηρές» αντιμεταρρυθμίσεις και γι’ αυτό επωάζει την «ώρα του Κυριάκου», που «θα έρθει για να ολοκληρώσει το έργο του πατέρα του». 
Απέναντι σε αυτή την προοπτική, η ταύτιση του ΣΥΡΙΖΑ με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, το μήνυμα που ο Τσίπρας διάλεξε να στείλει από το Γαλάτσι, δεν είναι άμυνα. Γιατί ο κόσμος μας έμαθε, μέσα από σκληρές εμπειρίες, ότι η σοσιαλδημοκρατία, στην εποχή του σοσιαλφιλεύθερου εκφυλισμού της, έχει από καιρό γίνει «όχημα» επιβολής του νεοφιλελευθερισμού. 
Η προσπάθεια του Τσίπρα να δώσει σάρκα και οστά στη «Δημοκρατική Συμπαράταξη» είναι μια ακόμα μετατόπιση προς τα δεξιά, που οδηγεί σε μια σκληρή πολιτική και εκλογική ήττα από τις αυθεντικές δυνάμεις της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς, από τη ΝΔ του Κυρ. Μητσοτάκη.
ΝΑΤΟ
Δυστυχώς τα πολιτικά εγκλήματα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίζονται στα πεδία της οικονομίας και της κοινωνικής πολιτικής. 
Η γλοιώδης ταύτιση με την αμερικάνικη πολιτική (στην εποχή του Ντόναλντ Τραμπ!) και η σύσφιξη του στρατιωτικού/διπλωματικού «άξονα» με το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ είναι μια από τις πιο επικίνδυνες παρακαταθήκες της «κυβερνώσας Αριστεράς». 
Αυτά που οι Τσίπρας-Κοτζιάς-Καμένος έκαναν ή ανέχθηκαν στην περιοχή, έρχεται τώρα να «συνοψίσει» η κυβέρνηση Τραμπ: η πρόταση Μενέντες-Ρούμπιο («Νομοσχέδιο για την Ασφάλεια και την Ενεργειακή Συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο») θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως μια μεγάλη πρόκληση για την Αριστερά και τις δυνάμεις του αυθεντικού αντι-ιμπεριαλισμού στην Ελλάδα.
Το Νομοσχέδιο δηλώνει ότι οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν τη στρατιωτική/διπλωματική προστασία των δραστηριοτήτων της Exxon Mobil και των άλλων πετρελαϊκών εταιριών στην ανατολική Μεσόγειο, δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ θεωρούν ως «διεθνές δίκαιο» την άποψη των Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας-Αιγύπτου για τις ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο. Ταυτόχρονα προαναγγέλλει μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα προς τις παραπάνω χώρες (αφήνοντας ανοιχτή την πώληση F35 και πολεμικών φρεγατών προς την Ελλάδα), ενώ προειδοποιεί την Τουρκία ότι κάθε «παραβίαση» στο χώρο «κυριαρχίας» των παραπάνω ΑΟΖ (που υπερβαίνει κατά πολύ τα χωρικά ύδατα ή τον εθνικό εναέριο χώρο) θα βρίσκει πλέον αντιμέτωπες τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Την ίδια στιγμή το γαλλικό πολεμικό ναυτικό εγκαινιάζει μόνιμο ναύσταθμο στην Κύπρο, ενώ η Βρετανία ανακοίνωσε ότι προτίθεται να μεταφέρει τα F35 που διαθέτει, από τη βάση του Νόρφολκ στις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο. 
Η παρέμβαση είναι τόσο απροκάλυπτη που ακόμα και οι παραδοσιακοί «εθνικοί» δημοσιογράφοι δεν τολμούν (ακόμα) να πανηγυρίσουν. Πολλοί θυμήθηκαν τη «Μεγάλη Ιδέα» και το 1922: όταν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις επιδίωξαν το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενθάρρυναν το Βενιζέλο και το βασιλιά στην εκστρατεία προς τον Σαγγάριο, ενώ, όταν κατοχύρωσαν τα δικά τους συμφέροντα, άφησαν, τελικά, τους ντόπιους να σφαχτούν ανενόχλητοι. 
Αυτή η πολιτική, η πολιτική του μιλιταρισμού και των εξοπλισμών, η πολιτική του εξωραϊσμού του ΝΑΤΟ και των Αμερικανών, η πολιτική που εκθέτει τον κόσμο μας στα πιο επικίνδυνα πολεμικά παιχνίδια, η πολιτική που αντικειμενικά αναβαθμίζει τον εθνικισμό, είναι μια από τις χειρότερες παρακαταθήκες του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ.
Πρόσφατα η εφημερίδα της «ομογένειας» στις ΗΠΑ, «Εθνικός Κήρυκας», μια εφημερίδα ταυτισμένη με τις πολιτικές της Δεξιάς και τον συντηρητισμό της αναφοράς στη «μητέρα-πατρίδα», ζήτησε την απομάκρυνση του Τζέφρι Πάιατ από τη θέση του Πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα, κατηγορώντας τον για σκανδαλώδη στήριξη στον Αλ. Τσίπρα. Η διαβόητη Πρεσβεία απάντησε σε ιδιαίτερα αυστηρό ύφος, εξηγώντας ότι η υποστήριξη στην κυβέρνηση Τσίπρα αποτελεί «αμερικανική κρατική πολιτική» κι όχι προσωπικό γούστο του κ. Πάιατ. Η απάντηση αυτή είναι πραγματικός κόλαφος για όλους εκεί μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ.
Άκρα Δεξιά
Σε αυτή τη βάση, της συνέχειας στην πολιτική του νεοφιλελευθερισμού και της αδίστακτης προσχώρησης στις «αγκαλιές» των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, το προσκλητήριο του Τσίπρα για συστράτευση «αντίστασης στην ακροδεξιά» ακούγεται σαν κακόγουστο ανέκδοτο. 
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπισε τους πρόσφυγες με τη Frontex στα σύνορα,  με τα κλειστά «στρατόπεδα» στις παραμεθορίους, με την άρνηση να τους δοθούν νόμιμα «χαρτιά» που θα τους επέτρεπαν να δοθούν νόμιμα «χαρτιά» που θα τους επέτρεπαν να ζουν και να κινούνται στο εσωτερικό της χώρας όπως όλοι οι άνθρωποι. Αυτή η πολιτική είναι βούτυρο στο ψωμί της ρατσιστικής ακροδεξιάς.
Η κυβέρνηση Τσίπρα είχε 4 ολόκληρα χρόνια για να ολοκληρώσει τη δίκη της ΧΑ και να δώσει στην κοινωνία τα συμπεράσματα σχετικά με τη δολοφονική δράση της. Την ώρα που το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να χτίσει αντιφασιστικό προφίλ, ενισχύοντας και ορισμένες προνομιακές συμμαχίες, η κυβέρνηση φρόντισε να μην τελειώσει η δίκη της ΧΑ μέχρι τις εκλογές, παίρνοντας –για προφανείς ψηφοθηρικούς λόγους- το ρίσκο να αφήσει να βγει η απόφαση σε περίοδο διακυβέρνησης της Δεξιάς, όπου τα διάφορα παραδικαστικά, παραεκκλησιαστικά κ.ά. «κυκλώματα» θα αισθάνονται πολύ πιο άνετα ακόμα και για μια σύγκρουση με την κοινή γνώμη.
Από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζόμενων και των λαϊκών τάξεων δεν μπορεί να βρεθεί λόγος για να υπερασπίσει κανείς αυτήν την άθλια πολιτική, αυτήν την άθλια κυβέρνηση. Έχοντας επίγνωση των κινδύνων που εκπροσωπεί ο Κυρ. Μητσοτάκης, το καθήκον είναι η επεξεργασία διόδων εξόδου από το δίλλημα και οικοδόμησης αριστερής απάντησης.