Οι φετινές αυτοδιοικητικές εκλογές στην Τουρκία δεν είχαν καμία σχέση με την επιλογή δημάρχων, αλλά έγιναν πολιτικό δημοψήφισμα μέσα στο πιο πολωμένο πολιτικά κλίμα από τη δεκαετία του 1980.

Ο ίδιος ο Ερντογάν εμφανίστηκε πολύ περισσότερο στα ΜΜΕ και στις συγκεντρώσεις από ό,τι οι υποψήφιοι δήμαρχοι, ενώ μια αντίστοιχη πολιτική πόλωση επιδίωξε προεκλογικά και η κεμαλική αντιπολίτευση. 

Η πολιτική νίκη κατέληξε στο κυβερνητικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), που κέρδισε το 45% των ψήφων. Το αποτέλεσμα δεν αποτελεί έκπληξη για όποιον παρακολουθεί την τουρκική πολιτική σκηνή, καθώς όλοι ανέμεναν μια καθαρή νίκη του Ερντογάν. 

Η εκλογική βάση του ΑΚΡ δεν επέλεξε να τιμωρήσει το κόμμα. Δεν συμμερίζονται όλοι τη συνωμοσιολογία του Ερντογάν. Το 77% των Τούρκων, άρα και σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων του ΑΚΡ, πιστεύει πως οι κατηγορίες για διαφθορά είναι πραγματικές. Γιατί επιμένουν τόσο πλατιές λαϊκές μάζες να στηρίζουν μια κυβέρνηση που θεωρούν διεφθαρμένη; Ή μια κυβέρνηση που έγινε λαοφιλής ως «δημοκρατική» δύναμη και τον τελευταίο ένα χρόνο μεταλλάσσεται όλο και περισσότερο  σε αυταρχική; Η πιθανότερη απάντηση είναι οι βάσιμοι φόβοι τους πως η αντιπολίτευση είναι πολύ χειρότερη, πως αν επιστρέψουν οι κεμαλικοί στην εξουσία, θα χαθούν όποιες κατακτήσεις έγιναν εφικτές μετά τη νίκη του ΑΚΡ το 2002. Όπως τονίζει ο Yuksel Sezgin, καθηγητής πολιτικών επιστημών, σε άρθρο του στο Αλ Τζαζίρα:

«Τα κόμματα της αντιπολίτευσης (δηλαδή το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα-CHP και το Κόμμα Εθνικιστής Δράσης-MHP) έχουν χάσει από το ΑΚΡ σε 6 τοπικές και εθνικές εκλογές, καθώς και σε 2 δημοψηφίσματα από το 2002 μέχρι σήμερα. Έχει γίνει πια πεντακάθαρο πως αν τα αντιπολιτευτικά κόμματα δεν περάσουν από βαθιά πολιτική μεταμόρφωση, πιθανότατα θα συνεχίσουν να υπομένουν εκλογικές ήττες από το ΑΚΡ. Ένας τρόπος να ερμηνευθούν τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών είναι πως οι Τούρκοι δεν εμπιστεύονται την αντιπολίτευση, ούτε πιστεύουν ότι θα μπορούσε να κυβερνήσει τη χώρα καλύτερα από το ΑΚΡ». 

Ο Ερντογάν μάχεται σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα (ένας λόγος που εξηγεί και τη στροφή στον αυταρχισμό που ορισμένες φορές φτάνει στα όρια της ηλιθιότητας και της πολιτικής αυτοκτονίας), αλλά έχει κατορθώσει να «τσουβαλιάσει» προπαγανδιστικά όλα τα μέτωπα (το κίνημα του Γκέζι, τις δημοκρατικές διαδηλώσεις, τον «κρατικό εμφύλιο» με το κίνημα Χιζμέτ, τα σκάνδαλα, τον δυτικό παράγοντα) σε έναν «εχθρό».

Όταν ο βασικός «εχθρός» στο εκλογικό πεδίο παίρνει τη μορφή του φιλοστρατιωτικού, εθνικιστικού, ισλαμοφοβικού, ελιτιστικού CHP, είναι πολύ εύκολο στο δίλημμα «ή εμείς ή αυτοί», οι λαϊκές μάζες να επιλέγουν το «εμείς» του Ερντογάν. 

Για το CHP ήταν μια μεγάλη αποτυχία. Πήγε από το 23% στο 27%, αλλά πρόκειται για πενιχρό αποτέλεσμα με δεδομένη την πιθανότατη στήριξη που είχε από το δίκτυο του Χιζμέτ, καθώς και από μερίδα φιλελεύθερων που επέλεξαν την τακτική «στηρίζουμε το CHP για να μπλοκάρουμε το ΑΚΡ». Η Ισταμπούλ και η Άγκυρα έμειναν στην επιρροή του κόμματος του Ερντογάν. 

Ευχάριστα ήταν τα νέα της υποχώρησης των εθνικιστών. Αν και πανεθνικά υποχώρησαν μόνο μία μονάδα (από 16% στο 15%), είχαν αρκετές σοβαρές ήττες. Στην Άγκυρα, όπου θεωρούνταν ισχυροί, βρέθηκαν από το 26% στο 7,7%. Έχασαν αρκετούς δήμους που κυβερνούσαν, ανάμεσά τους το Κασταμονού, που διοικούνταν από τους ακροδεξιούς επί 4 θητείες. Σε μια σειρά πόλεις, στις οποίες είχαν επενδύσει προεκλογικά, επίσης τα ποσοστά τους ήταν κατώτερα των προσδοκιών. Οι πιο εμβληματικές ήττες συνέβησαν στο Igdir, που μετά από χρόνια ακροδεξιάς διακυβέρνησης πέρασε στο φιλοκουρδικό Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας (BDP) και στην Ισταμπούλ, όπου έπεσαν από το 5,15% στο 3,97%, χάνοντας την τρίτη θέση από το αριστερό Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα (HDP) που πήρε 4,85%. 

Επιτυχία της Αριστεράς
Τα αποτελέσματα της Αριστεράς έχουν ιδιαίτερη σημασία στο τοπίο που έχει διαμορφωθεί, καθώς «αναζητά» έναν τρίτο δρόμο απέναντι στον Ερντογάν και τους κεμαλικούς. Στα νοτιοανατολικά το BDP κυριολεκτικά σάρωσε στους δήμους 10 επαρχιών, εκτόπισε το ΑΚΡ και αναδείχθηκε εμφατικά ως η ισχυρότερη δύναμη στις κουρδικές περιοχές της Τουρκίας. Δίκαια τα μεγάλα ΜΜΕ χαρακτηρίζουν το Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας τον άλλο μεγάλο νικητή των εκλογών μετά τον Ερντογάν. Μένει να φανεί πώς θα επηρεάσει η επιτυχία του τις διαπραγματεύσεις για το κουρδικό ζήτημα και τις προσπάθειες των Κούρδων για διευρυμένη αυτονομία. 

Το άλλο νέο των εκλογών ήταν η εμφάνιση του HDP, που λειτούργησε ως «αδελφό κόμμα» του BDP στις τουρκικές δυτικές επαρχίες της Τουρκίας και συσπείρωσε δυνάμεις της ευρύτερης Αριστεράς, οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς, τις ΛΟΑΤ οργανώσεις, κινήσεις δικαιωμάτων, γυναικεία κινήματα, μειονότητες κλπ. Πρόκειται για μια νέα προσπάθεια (ιδρύθηκε μόλις τον Οκτώβρη του 2013), με στόχο «να εκφράσει πολιτικά το κίνημα του Γκέζι». Για την τουρκική Αριστερά ως «κίνημα του Γκέζι» πλέον δεν περιγράφονται απλά οι συγκρούσεις στην Ταξίμ πέρσι το καλοκαίρι, αλλά αυτό που εξέφρασε «κεντρικοπολιτικά»: μια σταδιακή, εξελισσόμενη διαδικασία συνένωσης και αλληλεπίδρασης διάφορων αγώνων ενάντια στην καταπίεση, την αστυνομική βία κ.ά. σε όλη την Τουρκία.

Τα αποτελέσματα του HDP δεν ήταν ικανοποιητικά, σύμφωνα με ηγετικά του στελέχη, ωστόσο θεωρείται πολύτιμη η εμφάνισή του. Το «κλίμα του Γκέζι» είχε δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες (ακόμα και για 10%), αλλά αποδείχθηκε πως –αν και ο διεκδικούμενος κοινωνικός «χώρος» υπάρχει– δεν είναι τόσο εύκολο να συνδεθεί ένα νέο κόμμα με τις λαϊκές τάξεις. Πόσο μάλλον στο κλίμα πόλωσης που επικράτησε, αλλά και στο βάρος που εξακολουθούν δυστυχώς να έχουν στην Τουρκία η διαμάχη κοσμικών-ισλαμιστών και Τούρκων-Κούρδων, καθώς το HDP θεωρείται ταυτόχρονα και «πολύ άθεο» και «πολύ φιλοκουρδικό». Προεκλογικά δέχτηκε βίαιες επιθέσεις από τους ακροδεξιούς, αλλά και σκληρές πολιτικές επιθέσεις και από τον Ερντογάν και από το CHP. 

Παρ’ όλες τις δυσκολίες, η ύπαρξη μιας τέτοιας δύναμης είναι θετική εξέλιξη και «μονόδρομος» για να εκφραστεί ένας «τρίτος δρόμος» πέρα από τις παραδοσιακές διαιρέσεις. Πανεθνικά υπήρξε μια μικρή άνοδος. Από το 5,2% του BDP το 2009, φέτος το άθροισμα των BDP και HDP (το ένα κατέβηκε στα ανατολικά και το άλλο στα δυτικά) συγκέντρωσε το 6,4%. Πιο σημαντική ίσως ήταν η τρίτη θέση στην Ιστανμπούλ, ενισχυμένη κυρίως από τον συμβολισμό της νίκης απέναντι στους φασίστες, στην πόλη-σύμβολο της εξέγερσης ενάντια στον Ερντογάν το καλοκαίρι του 2013.