Η  πολύνεκρη επίθεση στην πορεία ειρήνης που οργάνωναν τουρκικές και κουρδικές οργανώσεις, κόμματα και συνδικάτα, αποδόθηκε με σχετική ευκολία στο Ισλαμικό Κράτος. Είναι μια πιθανή εκδοχή: η τζιχαντιστική οργάνωση διεξάγει ήδη πόλεμο ενάντια (και) στους Κούρδους σε Ιράκ-Συρία, ενώ έχει κάθε λόγο να προκαλέσει αποσταθεροποίηση στην Τουρκία (καθώς η ιστορία δίδαξε την ηγεσία της ότι σε τέτοιες συνθήκες δημιουργείται ευνοϊκό έδαφος για την ανάπτυξή της).

Αλλά δεν είναι η μόνη πιθανή εκδοχή. Όχι μόνο γιατί δεν ανέλαβε την ευθύνη –που θα ήταν το αναμενόμενο, ειδικά για μια τέτοια οργάνωση, καθώς η υπερπροβολή και η «διαφήμιση» των πράξεών της (ειδικά των πιο φονικών και άγριων) αποτελεί κομβικό στοιχείο της στρατηγικής της. Αλλά και γιατί κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τις δεκαετίες ακροδεξιάς, παραστρατιωτικής βίας ενάντια στην Αριστερά και το κουρδικό κίνημα. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στη μακρινή και πολυτάραχη ιστορία της Τουρκίας, αλλά και στις ασταμάτητες επιθέσεις σε γραφεία και αγωνιστές του HDP εδώ και μήνες. Επίσης γιατί κανείς δεν μπορεί να υποτιμά τους μηχανισμούς του «βαθέος κράτους» στην Τουρκία, των οποίων το σκοτεινό παρελθόν είναι γνωστό. Αυτοί οι «παίχτες» εξίσου έχουν λόγους να χτυπήσουν το HDP, του οποίου η άνοδος τους έχει προκαλέσει πανικό. 
Ωστόσο, όποια εκδοχή και αν ισχύει, η κυβέρνηση Ερντογάν-Νταβούτογλου έχει αίμα στα χέρια της. Καταρχήν, όπως καταγγέλλουν Τούρκοι αγωνιστές, δεν υπήρχε αστυνομία για να αποτρέψει την επίθεση, αλλά υπήρξε πληθώρα αστυνομικών για να επιτεθεί βίαια στους συγκεντρωμένους μερικά λεπτά μετά το αιματηρό συμβάν. Αλλά, κυρίως, το βάρος έχει το πολιτικό υπόβαθρο στο οποίο έγινε το φονικό χτύπημα.
Με το ένα μάτι στη Συρία, όπου η δημιουργία de facto αυτόνομης κουρδικής περιοχής ανησυχεί το τουρκικό κράτος, και το άλλο μάτι στις επερχόμενες εκλογές, όπου ο στόχος της κατάκτησης της αυτοδυναμίας για το ΑΚΡ περνά από την πίεση στο HDP και την προσέλκυση εθνικιστικών ψήφων, ο Ερντογάν έχει εξαπολύσει πόλεμο ενάντια στο PKK, αλλά και έναν χαμηλής έντασης εμφύλιο ενάντια στον κουρδικό πληθυσμό και αγωνιστές της Αριστεράς γενικότερα. Σε αυτό το τοπίο, καλλιεργείται έντονα ο επιθετικός αντικουρδικός εθνικισμός, με ευθύνη (και με πρωταγωνιστικό ρόλο) της μεταβατικής κυβέρνησης Νταβούτογλου. Σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο έχει ξετυλιχτεί το κύμα βίας κατά του HDP, που κορυφώθηκε με το μακελειό στην Άγκυρα.
Επίδοξος «Βοναπάρτης»
Υπάρχει και ένας ακόμα κυνικός υπολογισμός του Ερντογάν. Καθώς τα σχέδιά του για μετάβαση σε ένα συγκεντρωτικό προεδροκεντρικό σύστημα απέτυχαν με τον εκλογικό δρόμο (αφού το κόμμα του δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να αναθεωρήσει το σύνταγμα), επιχειρεί να τα εφαρμόσει «de facto», εμφανιζόμενος ως «Βοναπάρτης» εν μέσω αστάθειας και πολέμου. Δεν είναι τυχαίο πως με το αίμα των νεκρών να μην έχει ακόμα στεγνώσει, τα κυβερνητικά στελέχη συνέχισαν τον «πολυμέτωπο» πόλεμο στην ρητορική τους, αποδίδοντας ευθύνες σε όλους τους «τρομοκράτες» (ισλαμιστές, Κούρδους, αριστερούς), ακόμα και στους διοργανωτές της συγκέντρωσης που «προκαλούν εντάσεις». Το διάγγελμα του Ερντογάν ήταν ένα κάλεσμα «εθνικής ενότητας» που υπενθύμιζε τις προεδρικές του βλέψεις ως «σωτήρα του έθνους». 
Για την τουρκική άρχουσα τάξη, η επιστροφή στη σταθερότητα είναι κεντρικός στόχος. Για γεωπολιτικούς λόγους –καθώς η περιοχή φλέγεται–, για οικονομικούς λόγους –καθώς η οικονομία ασθμαίνει–, αλλά και για κοινωνικούς –καθώς μετά την εξέγερση στο Γκεζί αντιμετωπίζουν ένα κύμα ριζοσπαστικοποίησης «από τα κάτω». Ήταν μια εξέγερση που συμπύκνωνε και ταυτόχρονα έφερνε στην επιφάνεια όλη τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια των «από κάτω». Και γι’ αυτό βρήκε τη συνέχειά της στις μεγάλες διαδηλώσεις μετά το θάνατο του 15χρονου διαδηλωτή Μπερκίν Ελβάν, στις μαζικές κινητοποιήσεις εν μέσω των αποκαλύψεων σκανδάλων διαφθοράς, στο κίνημα διαμαρτυρίας που αναπτύχθηκε μετά την πολύνεκρη τραγωδία στο ορυχείο στη Σόμα, στη σχετική άνοδο των απεργιών σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, στη ριζοσπαστικοποίηση των κουρδικών πληθυσμών με αφορμή τη μάχη στο Κομπάνι και τη στάση του τουρκικού κράτους. Όλα αυτά βρήκαν την έκφρασή τους στην εκλογική επιτυχία του HDP (που βγήκε από τα στενά όρια ενός κουρδικού κόμματος, επιχειρώντας να ενώσει αυτήν την «ομπρέλα» κοινωνικών κινημάτων). Όλα αυτά φοβίζουν την άρχουσα τάξη, το κράτος και το παρακράτος, που θέλουν την επιστροφή «στο νόμο και την τάξη». 
Το τουρκικό κράτος και οι μηχανισμοί του έχουν την πείρα και την «τεχνογνωσία» να επιβάλουν τέτοιες λύσεις. Πάντοτε η πολιτική βία και η αστάθεια (με τη δράση των ακροδεξιών να παίζει κομβικό ρόλο) χρησιμοποιούνταν για πραξικοπήματα. Ανάλογοι σχεδιασμοί ίσως είναι σε εξέλιξη και σήμερα. Όχι κατ’ ανάγκην για πραξικόπημα, αλλά για κάποιας μορφής αυταρχική λύση στην κρίση. Η διαφορά με το παρελθόν του ΑΚΡ είναι πως αυτήν τη φορά ο Ερντογάν συμμερίζεται αυτούς τους σχεδιασμούς. Αρκετοί αναλυτές τονίζουν ότι –αν και κάποτε έχτισε τη δύναμή του πολεμώντας το «βαθύ κράτος» και υποσχόμενος ειρηνική λύση στο Κουρδικό–, σήμερα συμφέρει τον Ερντογάν η συνέχιση του πολέμου με το PKK, ακριβώς γιατί εξυπηρετεί και αυτόν το σχεδιασμό. 
Αυτό που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε είναι αν «βαθύ κράτος» και Ερντογάν έχουν συμφιλιωθεί (μπροστά στα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετωπίζει το τουρκικό κράτος) και συμπορεύονται στις επιδιώξεις «αποκατάστασης της τάξης». Ή αν η συνέργεια έχει προκύψει «de facto», και σε μια επόμενη στροφή ο Ερντογάν ανακαλύψει (με τον πλέον δυσάρεστο τρόπο) ότι δεν θα είναι αυτός ο «εκλεκτός» στην επιχείρηση σταθεροποίησης. Άλλωστε ανοιχτοί λογαριασμοί υπάρχουν ακόμα στο εσωτερικό του τουρκικού κράτους. 
Η ελπίδα για αποτροπή κάθε τέτοιου σχεδίου, η ελπίδα για ειρήνη και για τη δικαίωση όλων των μεγάλων αγώνων του κουρδικού και του τουρκικού λαού, βρίσκεται στις μαζικές διαδηλώσεις μετά τη σφαγή, στη διήμερη απεργία που κήρυξαν τα μαχητικά συνδικάτα, στη μετατροπή των κηδειών των μαρτύρων σε πολιτικά συλλαλητήρια, στις σφιγμένες υψωμένες γροθιές και στα πεισμωμένα βλέμματα των συντρόφων και των συντροφισσών μας.