Ο πόλεμος και η καταστολή που έχει εξαπολύσει εδώ και καιρό η κυβέρνηση Ερντογάν-Νταβούτογλου ενάντια στους Κούρδους κλιμακώθηκε κατακόρυφα στο τέλος του 2015.

Οι επιχειρήσεις ενάντια στο PKK δεν είναι πλέον περιορισμένες, αλλά παίρνουν όλο και περισσότερο τη μορφή ανοιχτού πολέμου, με πολύνεκρα καθημερινά στρατιωτικά χτυπήματα στις θέσεις των ανταρτών και στα βουνά του Ιράκ αλλά και στις κουρδικές περιοχές της νοτιοανατολικής Τουρκίας. 
Παράλληλα με τον πόλεμο ενάντια στο PKK, έχει εξαπολυθεί και ένα όργιο καταστολής (συχνά φονικής) και τρομοκρατίας συνολικότερα ενάντια στον κουρδικό πληθυσμό, που βρίσκεται «πολιορκημένος» από τον τουρκικό στρατό. 
Τις τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη κλιμακώθηκε και η πολιτική στοχοποίηση των κουρδικών κομμάτων και κοινωνικών οργανώσεων. O Νταβούτογλου ακύρωσε μια προγραμματισμένη συνάντηση με την ηγεσία του αριστερού-φιλοκουρδικού HDP, ισχυριζόμενος ότι «η πολιτική του έχει τις ρίζες της στη βία» (ταυτίζοντάς το με το PKK), δήλωσε ότι θα αποκλειστεί από τις συζητήσεις των κομμάτων για την αναθεώρηση του συντάγματος, ενώ ο γενικός εισαγγελέας του Ντιγιαρμπακίρ διέταξε έρευνα ενάντια στον ηγέτη του κόμματος, Σαλαχεντίν Ντεμιρτάς. 
Το φάντασμα ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν εμφανίστηκε μέσω του πολέμου στη Συρία και την ανάδυση των κουρδικών αυτόνομων περιοχών στη Ροτζάβα, στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας. Πρόκειται για «υπαρξιακό ζήτημα» για το τουρκικό κράτος, για τη θανάσιμη απειλή για τον τουρκικό εθνικισμό ιστορικά. Και όλες οι κινήσεις της τουρκικής κυβέρνησης λογοδοτούν κυρίως απέναντι σε αυτή την απειλή. 
Το νέο στοιχείο είναι πως επιχειρεί πλέον να απαντήσει στα προβλήματα που αντιμετωπίζει με μια (επι)στροφή προς τη «Δύση». Αυτή η στροφή μοιάζει πλέον υποχρεωτική για την Τουρκία, τόσο λόγω της ανάγκης να αντιμετωπίσει την «κουρδική απειλή» (και γνωρίζει καλά ότι οι πλάτες των Μεγάλων Δυνάμεων έπαιζαν πάντα καθοριστικό ρόλο στη χάραξη των συνόρων στην περιοχή), όσο και λόγω της αποτυχίας της προηγούμενης στρατηγικής που χαρακτηριζόταν από την τάση ανεξαρτητοποίησης από τους δυτικούς συμμάχους και μονομερούς ενίσχυσης του ρόλου της Τουρκίας στον αραβομουσουλμανικό κόσμο. 
Αυτή η προσπάθεια αρχικά έδειχνε πολλά υποσχόμενη: Άνοδος των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο και του «Ενάντα» στην Τυνησία, ανάπτυξη δεσμών με τη Χαμάς και ρήξη με το Ισραήλ, στήριξη της αντιπολίτευσης στη Συρία. Η συνέχεια ήταν καταστροφική. 
Ήττες
Το πραξικόπημα ανέτρεψε τον Μόρσι στην Αίγυπτο, με το στρατηγό Σίσι να υποστηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία, η οποία βγήκε συνολικότερα νικήτρια στην πάλη ενάντια στους Αδελφούς Μουσουλμάνους και τους «σπόνσορές τους» (Κατάρ, Τουρκία) και μπόρεσε να επιβάλει την «πειθαρχία» στη γραμμή του Ριάντ. 
Στη Συρία, η επιλογή «πλήρης στρατιωτική στήριξη στους αντικαθεστωτικούς για βίαιη ανατροπή του Άσαντ» δεν βρήκε επαρκή στήριξη στις ΗΠΑ (που κινούνταν με πιο προσεκτική τακτική) και προκάλεσε βαθιά κρίση στις μέχρι πρότινος καλές σχέσεις με το Ιράν. Στην πορεία, η στρατηγική Ερντογάν όχι μόνο απέτυχε (η αποφασιστική στήριξη των συμμάχων του έσωσε τον Άσαντ, ο οποίος εξελίσσεται σε de facto «μέρος της λύσης» ακόμα και για την Ουάσινγκτον) αλλά και ο πόλεμος προκάλεσε τον πονοκέφαλο της κουρδικής αυτονομίας στη Συρία.
Η άνοδος του Ισλαμικού Κράτους όξυνε τα αδιέξοδα. Η καταπολέμησή του ιεραρχήθηκε από την Ουάσινγκτον ως μεγαλύτερη προτεραιότητα από το μέλλον του Άσαντ. Οι κουρδικές πολιτοφυλακές αντιμετωπίστηκαν από τις ΗΠΑ ως το αποτελεσματικότερο «πεζικό» κατά του ΙΚ (η αμερικανική αεροπορία συνέδραμε στην υπεράσπιση του Κομπάνι, ενώ το Πεντάγωνο έχει στείλει όπλα στους Κούρδους αντάρτες της Συρίας και τους συμμάχους τους). Πέρα από στρατιωτική αναγκαιότητα, το «παιχνίδι» με τους Κούρδους στη Συρία ενδεχομένως να λειτουργούσε και ως προειδοποίηση στην Άγκυρα που μέχρι τότε δε συμμορφωνόταν πλήρως με την αμερικανική στρατηγική. 
Σε αυτό το υπόβαθρο δέχτηκε τελικά (έπειτα από καιρό πιέσεων) η τουρκική κυβέρνηση να παραχωρήσει στα αμερικανικά αεροσκάφη τη στρατηγική βάση του Ιντσιρλίκ, για να αποδειχθεί στο «ένοπλο παζάρι» πολυτιμότερος σύμμαχος από τους Κούρδους αντάρτες για τις ΗΠΑ. 
Η αποφασιστική στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας «στρίμωξε» ακόμα περισσότερο την τουρκική κυβέρνηση, η οποία απάντησε με την κατάρριψη του ρωσικού αεροπλάνου, επιδιώκοντας -μεταξύ άλλων- να «σύρει» το ΝΑΤΟ στη διαμάχη. Το σχετικό άδειασμα που ακολούθησε («βρείτε τα μεταξύ σας») ήταν το τελευταίο «στρίψιμο του τουρκικού μπράτσου» από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. 
Η αποστολή τουρκικού στρατού έξω από τη Μοσούλη για να εκπαιδεύσει τους Κούρδους πεσμεργκά είναι ταυτόχρονα «συμμόρφωση» στο αίτημα να παίξει πιο αποφασιστικό ρόλο στον πόλεμο κατά του ΙΚ και προσπάθεια να ενταθούν τα ενδοκουρδικά ρήγματα (είναι γνωστή από παλιά η προτίμηση του τουρκικού κράτους να συνεννοείται με την ηγεσία Μπαρζανί των Κούρδων του Ιράκ που είναι σε διαμάχη με το PKK και τις αδελφές του οργανώσεις).
Συνολική στροφή
Πέρα από την εμπλοκή στο συγκεκριμένο μέτωπο, η στροφή είναι συνολικότερη. 
Η συμφωνία με την ΕΕ για φύλαξη των συνόρων της από τις τουρκικές δυνάμεις καταστολής με αντάλλαγμα την αναθέρμανση των «προνομιακών» σχέσεων είναι ένα παράδειγμα. Η αναθέρμανση των σχέσεων με το Ισραήλ, όμως, είναι το πιο εμβληματικό δείγμα (λόγω της σημασίας που έχει το Ισραήλ στην αμερικανική πολιτική στην περιοχή). 
 Στο εσωτερικό της Τουρκίας, βλέπουμε την πλήρη επιστροφή του «βαθέος κράτους» και των τακτικών του (πλέον με την ανοχή ή ενεργό στήριξη του Ερντογάν). Και καθώς σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, η Άγκυρα στρέφεται ξανά προς τη «Δύση», το κύμα βίας που έχει εξαπολύσει ο τουρκικός στρατός στις κουρδικές περιοχές δεν έχει προκαλέσει ούτε έναν ψίθυρο καταδίκης από τον «πολιτισμένο κόσμο».