Σ ε άλλη περίπτωση θα μπορούσαμε να καταφύγουμε στην κοινοτοπία ότι οι βομβιστικές επιθέσεις στις Βρυξέλλες αποτελούν «θείο δώρο» για την ευρωπαϊκή ελίτ, που θα ήθελε με εργαλείο το φόβο να επιταχύνει τις διεργασίες της στρατιωτικής και αστυνομικής ολοκλήρωσης της ΕΕ, δίπλα στις λοιπές εκκρεμείς «ολοκληρώσεις» της.

Όχι ότι δεν ισχύει και τώρα το γεγονός ότι η «προσφορά» των ισλαμοφασιστών είναι ευπρόσδεκτη. Πλην όμως αυτή η «προσφορά» βρίσκει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ηγεσίας σε στρατηγική σύγχυση και εξαιρετικά ανέτοιμο να αδράξει την ευκαιρία ώστε να καταστήσει την ΕΕ το ιδεωδέστερο καθεστώς ολοκληρωτικού καπιταλισμού στην υφήλιο. Κι αυτό για ποικίλους λόγους, μερικούς από τους οποίους απαριθμούμε: 
• Ο ISIS, υπό προφανή στρατιωτική πίεση στις περιοχές Συρίας και Ιράκ που έχει καταστήσει επικράτειά του (και κυριολεκτικά κράτος του), μετά και τους ρωσικούς βομβαρδισμούς που έδωσαν χώρο και χρόνο στο καθεστώς Άσαντ, επιμένει στη μοναδική του διέξοδο: την εξαγωγή του «πολέμου» στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Αυτό επισπεύδει μεν την ανάγκη των ευρωπαϊκών ηγεσιών να εμπλακούν σε στρατιωτική «λύση» στη Συρία, αλλά η «λύση» αυτή περνά από μια αναγκαστική συνεργασία με τη Ρωσία, με το καθεστώς Άσαντ, ακόμη και με το Ιράν, πράγμα που λίγες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν την ρεαλιστική ετοιμότητα να κάνουν.
• Η «λύση» περνά, επίσης, από την Τουρκία και την ιδιότυπη θέση του καθεστώτος Ερντογάν, το οποίο μέσω της συμφωνίας για το προσφυγικό έχει «δεσμεύσει» την ΕΕ στην υποστήριξη της θέσης του για δημιουργία ζώνης ασφαλείας στα τουρκοσυριακά σύνορα, με αποκλειστικό στόχο στην ουσία την εξουδετέρωση του κουρδικού παράγοντα. Η θέση αυτή, όμως, προσκρούει τόσο στις διαθέσεις της Ρωσίας και του καθεστώτος Άσαντ όσο και στον ίδιο τον κουρδικό παράγοντα που δρα κατά του ISIS με την κάθε άλλο παρά διακριτική στήριξη και κάλυψη, και των αμερικανικών δυνάμεων, 
• Το ίδιο το προσφυγικό έχει κατακερματίσει την ΕΕ όχι μόνο στο πεδίο της αποδοχής προσφύγων, με την παγίωση των κλειστών συνόρων στη μισή ευρωπαϊκή επικράτεια, αλλά και στο θέμα της αναβάθμισης της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας εν ονόματι της συμφωνίας για τις μαζικές επαναπροωθήσεις. Τα συγκροτημένα ακροδεξιά και υπερεθνικιστικά πολιτικά μπλοκ σε πολλές χώρες της ΕΕ τροφοδοτούνται τριπλά: από τις βομβιστικές επιθέσεις, από την προσφυγοφοβία – ισλαμοφοβία και από την αλλεργία έναντι μιας ακόμη και μακρινής τουρκικής ένταξης. Και πολύ περισσότερο μέσω της προοπτικής άμεσης κατάργησης της βίζας, που είναι κομβική στην ευρωτουρκική συμφωνία. Το ενδεχόμενο ενίσχυσής των ακροδεξιών-εθνικιστικών δυνάμεων δρα παραλυτικά ακόμη και σε κυβερνήσεις που συναινούν σε μια «ευρωπαϊκή λύση». Το μεν (ευρωπαϊκό) πνεύμα πρόθυμον, η δε (εκλογική) σαρξ ασθενής. 
• Οι φυγόκεντρες τάσεις που τροφοδοτεί το κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας λειτουργούν ως τροχοπέδη και σε άλλες μεγαλεπήβολες διαδικασίες ολοκλήρωσης που έχουν δρομολογηθεί: Το Brexit που θα κριθεί τον Ιούνιο προφανώς κερδίζει έδαφος. Η απροθυμία εκχώρησης κυριαρχίας στα ζητήματα της στρατιωτικής-αστυνομικής επιτήρησης μπορεί να παρασύρει και άλλα πεδία, όπως αυτό της οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης στο οποίο πολλά επενδύει η ευρωκρατία. Η γερμανική ηγεμονία στην ΕΕ αμφισβητείται παντοιοτρόπως. Και είναι άγνωστη ακόμη η επίδραση της αιματηρής «εισβολής» του ISIS στην πλασματική υπεραξία της «μηχανής» του Ντράγκι. 
Όλα αυτά εξελίσσονται με φόντο ένα κρεσέντο θεσμικής και πολιτικής δυσπιστίας της κοινής γνώμης στην ΕΕ και τις ηγεσίες της. Σε ορισμένες χώρες αυτή η δυσπιστία εμπεριέχει και την απειλή της πολιτικής αστάθειας. Προφανώς η Ελλάδα αποτελεί την κορυφαία περίπτωση, όχι μόνο λόγω της καρκινοβατούσας αξιολόγησης, αλλά κυρίως γιατί αποτελεί το πεδίο εφαρμογής της ευρωτουρκικής συμφωνίας. Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή και εμπεριέχει τις αρχές αυτής της παράνομης συμφωνίας (κατά το χαρακτηρισμό δεκάδων διεθνών οργανώσεων, του ΟΗΕ και σύμπασας της ευρωπαϊκής Αριστεράς) θέτει ήδη σε δοκιμασία τη συνοχή του ΣΥΡΙΖΑ, και ας αποφεύγει την αναγνώριση της Τουρκίας ως «ασφαλούς τρίτης χώρας».  Αυτό καταδεικνύει η δημόσια αρθρογραφία βουλευτών του και η διαφωνία 4 μελών της Πολιτικής Γραμματείας του σε μια «κατά πλειοψηφία» απόφαση που ακροβατεί (ατυχώς) λεκτικά πάνω από το αβυσσαλέο κενό της πραγματικότητας των επαναπροωθήσεων και της συσσωρευμένης απόγνωσης σε Ειδομένη και Πειραιά.