Σήμερα, μέσα στην πιο βαθιά οικονομική κρίση στην Ελλάδα και όχι μόνο, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πια ότι η θέση της γυναίκας έχει βελτιωθεί, ότι οι γυναίκες έχουν κατακτήσει την ισότητα ή ότι η 8 Μάρτη είναι μια τυπική γιορτή, όπου οι γυναίκες γιορτάζουν την ελευθερία και την ισότητά τους.

8 Μάρτη: Δεν γιορτάζουμε, διεκδικούμε

 

Δυστυχώς η κρίση επιβεβαιώνει το γυναικείο κίνημα και την Αριστερά, που επέμεναν  ακόμα και στους πιο «καλούς καιρούς» ότι πλάι στη γενικευμένη καταπίεση και εκμετάλλευση, που βιώνει το σύνολο των εργαζομένων, υπάρχει και ζήτημα γυναικείας καταπίεσης και ότι η γυναικεία απελεύθερωση δεν είναι κάτι που κατοχυρώθηκε μια και έξω πριν από πολλά χρόνια.

Εργασία
Η κατάσταση των γυναικών στην Ελλάδα αποδεικνύει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι, όταν οι υλικές συνθήκες αλλάζουν, στη συγκεκριμένη στιγμή προς το χειρότερο, τότε η δεδομένη ισότητα ανατρέπεται, με αποτέλεσμα τη συντηρητικοποίηση. Οι πρώτοι που την πληρώνουν σε τέτοιες συνθήκες είναι οι πιο ευάλωτοι, ανάμεσα τους και η μισή εργατική τάξη, οι γυναίκες.

Οι εργαζόμενες γυναίκες τα τελευταία τρία χρόνια είδαν τη ζωή τους να καταρρακώνεται. Σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ του 2012,  μία στις τρεις γυναίκες είναι άνεργη. Συγκεκριμένα οι γυναίκες καταλαμβάνουν το 58,28% του συνόλου των εγγεγραμμένων ανέργων, έναντι 41,72% των ανδρών, ενώ η ανεργία φτάνει στο 62% για τις νέες γυναίκες μέχρι 24 ετών. Επιπλέον, οι γυναίκες αμείβονται περίπου με το 78% των αμοιβών των ανδρών.

Η ανεργία οδήγησε πολλές γυναίκες ξανά στο σπίτι και στην κατάθλιψη, αφαιρώντας την ανεξαρτησία και την αυτοπεποίθηση που έχει μια εργαζόμενη γυναίκα. Για παράδειγμα,  ανάμεσα στις χιλιάδες των εργαζομένων που μπαίνουν σε καθεστώς εφεδρείας στο δημόσιο, υπάρχουν πάρα πολλές γυναίκες. Οι άνεργες αναγκάζονται είτε να δουλέψουν part time και ανασφάλιστα, για να συνεχίσουν να φέρνουν ένα εισόδημα στο σπίτι, είτε να αποδεχτούν ότι πλέον δεν είναι εργαζόμενες αλλά νοικοκυρές.

Όμως τα πράγματα είναι δύσκολα και στην περίπτωση που η ανεργία χτυπήσει τον άντρα, αφού έχει παρατηρηθεί αύξηση των φαινομένων της βίας στο σπίτι με βασική αιτία την αλλαγή ψυχολογίας πολλών αντρών ανεξαρτήτως του μορφωτικού επιπέδου. Το πιο τραγικό είναι ότι ακόμα και το να ζητήσει βοήθεια μια γυναίκα έχει γίνει δύσκολο, αφού μια σειρά δημόσιες δομές προστασίας της γυναίκας έχουν κλείσει λόγω περικοπών.

Στο μεταξύ, παρόλο που τα ποσοστά σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας  έχουν αυξηθεί, οι καταγγελίες έχουν μειωθεί, αφού πολλές γυναίκες φοβούνται να μιλήσουν, για να μη χάσουν τη δουλειά τους. Σήμερα οι γυναίκες που φτάνουν στο διαζύγιο είναι πολύ λιγότερες, αφού δεν μπορούν να συντηρήσουν τον εαυτό τους και τα παιδιά τους ή γιατί δεν υπάρχει η δυνατότητα διατροφής.

Κατάρρευση του κοινωνικού κράτους
Το μεγαλύτερο χτύπημα στα δικαιώματα των γυναικών όμως έφερε η κατάρρευση του κοινωνικού κράτους. Η γυναίκα ανέκαθεν ήταν επιφορτισμένη με ένα διπλό ρόλο και μια διπλή καταπίεση.

 Ήταν πάντα  εργαζόμενη εκτός και εντός σπιτιού. Ήταν αναγκασμένη ανέκαθεν πέρα από την εργασία της να προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες της στο σπίτι, να μεγαλώνει τα παιδιά, να φροντίζει για τη διατροφή της οικογένειας, να είναι καλή σύζυγος. Η διατήρηση ενός καλού επιπέδου ζωής για την εργατική τάξη, καθώς και η αναπαραγωγή της καινούριας γενιάς εργατών στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον κόπο και στις θυσίες των γυναικών, που θεωρούνται από την κοινωνία υπεύθυνες για όλα αυτά που το κράτος έπρεπε να προσφέρει δωρεάν.

Παρ’ όλα αυτά το στοιχειώδες κοινωνικό κράτος των παλιότερων χρόνων διευκόλυνε τη ζωή των εργαζομένων και ιδιαίτερα των γυναικών. Το κλείσιμο των παιδικών σταθμών μόνο φέτος προκάλεσε τον αποκλεισμό 61.000 παιδιών, η κατάρρευση της δημόσιας υγείας, η μη ύπαρξη γηροκομείων, η κατάρρευση οργανισμών όπως η «βοήθεια στο σπίτι», η κατάργηση της εργατικής εστίας, η διάλυση κοινωνικών δομών ψυχικής υγείας, εξαρτημένων ανθρώπων και πολλών άλλων φορτώνουν την οικογένεια και ιδιαίτερα τη γυναίκα με καινούριους ρόλους.

Η γυναίκα ή η γιαγιά φροντίζουν μόνες τους τα παιδιά μέχρι να πάνε σχολείο, τους διαβάζουν, αν δεν υπάρχουν λεφτά για φροντιστήρια, περιθάλπτουν τους ηλικιωμένους, σηκώνουν το βάρος για τα μέλη της οικογένειας που έχουν προβλήματα υγείας, αγωνιούν για να εξοικονομήσουν χρήματα για να πληρώσουν τους λογαριασμούς.

Και δεν συζητάμε βέβαια τι γίνεται στην περίπτωση των ανύπαντρων ή χωρισμένων γυναικών με παιδί, των ανασφάλιστων ή μεταναστριών γυναικών που δεν έχουν τη δυνατότητα να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Το τελευταίο επίτευγμα της μνημονιακής κυβέρνησης είναι η πρόσφατη ανακοίνωση του υπουργείου υγείας να καταργήσει το επίδομα τοκετού, το οποίο θα δικαιούνται μόνο όσες γεννούν στο σπίτι.

Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί το γεγονός ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να κάνουν –αν επιθυμούν – έκτρωση στα δημόσια νοσοκομεια, με αποτέλεσμα είτε να αυξηθούν οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες είτε οι φτωχότερες γυναίκες να επισκέπτονται ιδιωτικές κλινικές χαμηλού κόστους και αμφιβόλου ποιότητας. Και βέβαια, τη χρονιά που πέρασε, ξεδιπλώθηκε όλος ο σεξισμός του συστήματος, με την επίθεση κατά των οροθετικών γυναικών. Στήθηκε ένα κυνήγι μαγισσών απέναντι στις πιο αδύναμες γυναίκες, με την κατηγορία ότι οι μετανάστριες πόρνες είναι υπεύθυνες για την μόλυνση των ελληνικών οικογενειών.

Καταπίεση
Ο κατάλογος που αποδεικνύει πόσο η κρίση έχει χτυπήσει πρώτα και κύρια τις γυναίκες είναι τεράστιος. Το ζήτημα είναι πώς μπορούμε να βάλουμε ένα τέλος σε αυτή την καταπίεση.

Το πρώτο βήμα είναι να παραδεχτούμε πως οι γυναικείες διεκδικήσεις δεν είναι πολυτέλεια. Δεν μπορούμε να συζητάμε για ισότητα και δικαιοσύνη, αν δεν περιλαμβάνουμε τα δικαιώματα της μισής εργατικής τάξης σε παγκόσμιο επίπεδο. Πώς μπορούμε να μιλάμε για εργατικά δικαιώματα, αν δεν περιλαμβάνουμε τα δικαιώματα των γυναικών;

Το δεύτερο ζήτημα είναι ότι η βελτίωση της θέσης της γυναίκας δεν αποτελεί υπόθεση μόνο των γυναικών, αλλά του συνόλου της κοινωνίας. Το κοινωνικό κράτος δεν καταρρέει μόνο στις πλάτες της γυναίκας, αλλά πάνω σε όλη την κοινωνία. Όταν οι γυναίκες λυγίζουν, λυγίζουν και όσοι στηρίζονται πάνω τους.

Το τρίτο ζήτημα είναι ότι η απελευθέρωση των γυναικών δεν εξαρτάται από τη γυναικεία ποσόστωση στη βουλή ή στα κόμματα της Αριστεράς. Βεβαίως η συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική είναι βασικό θέμα, αλλά αυτή δεν επιβάλλεται με κανόνες, εξασφαλίζεται από την ενθάρρυνση των γυναικών στο να συμμετέχουν πραγματικά στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες, στα κόμματα της Αριστεράς, στα σωματεία και στα συνδικάτα. Κυρίως όμως καθορίζεται από το πόσο διευκολύνεται η καθημερινότητά τους.

Επομένως, η Αριστερά πρώτα απ’ όλα πρέπει να διεκδικήσει και να επιβάλει με τους αγώνες της, είτε βρίσκεται στην κυβέρνηση είτε όχι, την επαναφορά του κοινωνικού κράτους και όλων των δομών που θα επιτρέψουν στη γυναίκα να βγει από το σπίτι.

Η απελευθέρωση των γυναικών πρέπει να είναι προτεραιότητα στην ατζέντα της Αριστεράς όχι ως κομμάτι του «φεμινιστικού τμήματός της», αλλά με την πεποίθηση ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για αλλαγή της κοινωνίας χωρίς την απελευθέρωση όλων των καταπιεσμένων. Ευτυχώς οι γυναίκες στην Ελλάδα και διεθνώς, όπως έκαναν πάντα, έχουν πρωτοστατήσει στους αγώνες ενάντια στην κρίση, στους αγώνες για την απελευθέρωση.

Παρότι στοιχίζει πολύ περισσότερο στις γυναίκες να χάνουν το μεροκάματο της απεργίας, στην Ελλάδα συνεχίζουν να απεργούν και βγαίνουν στο δρόμο ακόμα και κόντρα στη θέληση των συζύγων τους. Από την Αίγυπτο και την Τυνησία μέχρι την Ινδία, από την Ελλάδα μέχρι την Αμερική, οι φωτογραφίες των διαδηλώσεων είναι γεμάτες με γυναικείες γροθιές και ανθρώπινες αλυσίδες που συγκρούονται και παλεύουν για έναν καλύτερο κόσμο.

 

 

Η ιστορία μιας σπουδαίας μέρας
Η 8 Μάρτη προτάθηκε ως διεθνής μέρα των εργαζόμενων γυναικών το 1910 από τη Γερμανίδα σοσιαλίστρια Kλάρα Tσέτκιν, για να τιμήσει τους μεγαλειώδεις αγώνες των εργατριών της Nέας Yόρκης,  που έκαναν την πρώτη ιστορικά καταγεγραμμένη απεργία γυναικών στις 8 Μάρτη του 1857.
Τότε  οι εργάτριες στην υφαντουργία και τα ραφτάδικα διεκδίκησαν «δεκάωρη δουλειά, φωτεινές και υγιεινές αίθουσες εργασίας, ίσα μεροκάματα με τους κλωστοϋφαντουργούς και τους ράφτες». Η διαδήλωση των γυναικών χτυπήθηκε από την αστυνομία και βάφτηκε στο αίμα.
Ο πρώτος πραγματικός γιορτασμός της μέρας της γυναίκας έγινε το 1917 στη Pωσία, όταν οι διαδηλώσεις των γυναικών σηματοδότησαν την επανάσταση του Φλεβάρη. Εκείνη τη μέρα, στις 8 του Mάρτη, οι γυναίκες της Πετρούπολης κατέβηκαν σε απεργία στις βιοτεχνίες της κλωστοϋφαντουργίας, διεκδικώντας «ψωμί και ειρήνη» και βελτίωση της ζωής τους.