Μέσα στον Ιούνη δικάζονται δύο εφετεία που αφορούν γυναίκες, που η αυτοάμυνά τους οδήγησε –δυστυχώς– στον θάνατο του επιτιθέμενου.

Στις 8 Ιουνίου είναι το εφετείο της J. στη Θεσσαλονίκη, η οποία πρωτόδικα το 2010 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και έξι μήνες, για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, χωρίς να της αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό. Τη νύχτα που συνέβη το περιστατικό, η J. προσπάθησε να αμυνθεί στην κακοποίηση του πρώην άντρα της. Η J. για χρόνια κακοποιούταν από των πρώην άντρα της, ενώ ο ίδιος είχε πάρει την κηδεμονία των παιδιών τους. Τίποτα όμως από αυτά δεν θεωρήθηκε ότι μπορεί να έφερε την J. σε τόσο ταραγμένη κατάσταση, ώστε πάνω στην προσπάθεια της να σώσει τη ζωή της, τραυμάτισε κατά λάθος θανάσιμα τον πρώην σύζυγό της, χωρίς προφανώς να είναι αυτός ο σκοπός της.
Το δεύτερο εφετείο στις 13 Ιουνίου, στο Ναύπλιο, αφορά την πιο γνωστή υπόθεση της Π., η οποία τον Σεπτέμβρη του 2017 τραυμάτισε θανάσιμα τον επίδοξο βιαστή της, προσπαθώντας να αμυνθεί και να προστατέψει την 17χρονη φίλη της. Η Π., μάλιστα, ζούσε περίπου για τρείς μήνες στον δρόμο, καθώς είχε εγκαταλείψει το σπίτι της για να γλιτώσει από τη χρόνια κακοποίηση που υφίσταντο από τον πατέρα της. Όπως δήλωσε και η ίδια πρωτόδικα, εκείνο το βράδυ ο 46χρονος, αφού πρώτα παρενόχλησε σεξουαλικά τη φίλη της, πιάνοντάς της στο στήθος και φωνάζοντας σεξουαλικά υπονοούμενα και στις δύο, τις ακολούθησε, όταν αυτές προσπάθησαν να φύγουν. Όταν η Π. είδε να επιχειρεί να βγάλει κάτι από την τσέπη του και φοβούμενη πως θα είναι οπλισμένος, έβγαλε το μαχαίρι που κουβαλούσε και, χωρίς να το θέλει, τον τραυμάτισε θανάσιμα. Όπως δήλωσε και στο πρώτο δικαστήριο: «Εκείνος μου έβαλε χέρι και τότε φοβήθηκα και, για να αμυνθώ, του επιτέθηκα. Δεν ήθελα να τον χτυπήσω στο στήθος». Πρωτόδικα στην Π. δεν αναγνωρίστηκε κανένα ελαφρυντικό, ούτε λόγω της βίας που είχε υποστεί από την οικογένεια της, ούτε λόγω αυτοάμυνας.
Και οι δύο υποθέσεις δείχνουν πως η δικαιοσύνη εξαντλεί την αυστηρότητα της σε δύο γυναίκες που καμία από αυτές δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει, παρά μόνο να προστατέψουν τις ζωές τους. Και οι δύο είχαν υποστεί ενδοοικογενειακή βία για χρόνια, κάτι το ποίο πιθανόν να επηρέασε τον ψυχισμό τους και να τις οδήγησε σε αυτή την τραγική πράξη. Βέβαια, δεν παρατηρείται η ίδια αυστηρότητα σε περιπτώσεις βιασμού ή γυναικοκτονιών, όπου η έδρα του δικαστηρίου ψάχνει αγωνιωδώς να βρει ελαφρυντικά και εντέλει να κατηγορήσει το θύμα ως υπαίτιο. Για ακόμα μία φορά, η δικαιοσύνη αποδεικνύεται κυριολεκτικά τυφλή, καθώς φαίνεται να μη βλέπει τις καταστάσεις που τις οδήγησαν, χωρίς να το θέλουν, σε μια δολοφονία και επιτίθεται στους πιο αδύναμους της κοινωνίας –σε δύο γυναίκες από βίαιο και φτωχό περιβάλλον.
Αυτές οι υποθέσεις μας αφορούν όλες και όλους, γιατί σε έναν κόσμο όπου οι γυναίκες μαθαίνουν πώς να ντύνονται, πώς να περπατάνε, πώς να δομούν όλη τη ζωή τους πάνω στον φόβο του βιασμού ή/και της κακοποίησης, σε έναν κόσμο που μια στις τρεις γυναίκες έχει πέσει θύμα απόπειρας βιασμού ή/και βιασμού, δεν γίνεται να μην αναγνωρίζεται στις γυναίκες το δικαίωμα στην αυτοάμυνα.