1. Αντίκρουση των βασικών σημείων του Σχεδίου Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης (ΣΟΑ) και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ)

Κυβέρνηση και αντιπολίτευση συναγωνίζονται στην προσέλκυση επενδύσεων πάνω στο πληγωμένο σώμα της χώρας και την απελπισία της πλειοψηφίας των κατοίκων της. Οι αποικιοκρατικές συμφωνίες που συνάπτονται προϋποθέτουν τη λεηλασία των φυσικών πόρων, του πολιτισμικού και φυσικού περιβάλλοντος, των κρατικών υποδομών και των δημόσιων οργανισμών κοινής ωφέλειας, τη λεηλασία της εργασίας και των κοινωνικών δικαιωμάτων, την υποταγή των εγχώριων θεσμών στις διαταγές των «επενδυτών», την απώλεια, εντέλει, της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατίας. Επιστροφή στην κανονικότητα σημαίνει να αποτελέσει κανονικότητα η υφαρπαγή.
Στην περίπτωση του Ελληνικού, το ΣΟΑ και η ΣΜΠΕ προωθήθηκαν μεσούντος του Αυγούστου σε μια προσχηματική κλειστή διαβούλευση διάρκειας 20 ημερών για τους πολίτες, που έπρεπε να μελετήσουν χιλιάδες σελίδες κειμένων. Υπήρξαν σοβαρές πλημμέλειες στη διαδικασία, οι οποίες επισύρουν νομικές ευθύνες. Η Επιτροπή Αγώνα για το Μητροπολιτικό Πάρκο Ελληνικού ανταποκρίθηκε με κείμενο 99 σελίδων, λόγω της μακρόχρονης ενασχόλησής της με το θέμα, απορρίπτοντας το Σχέδιο Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης (ΣΟΑ) και τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) συνολικά. 
Ακολουθούν τα βασικά σημεία αντίκρουσης.
Ο νόμος για το Ελληνικό, θεσπίζοντας ως οικιστική περιοχή το πρώην αεροδρόμιο και το παραλιακό μέτωπο και μάλιστα με διαδικασία που προσομοιάζει με της ιδιωτικής πολεοδόμησης, είναι αντίθετος στις αρχές του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας, όπως ίσχυε κατά την ψήφιση του νόμου και όπως ισχύει σήμερα. Επιπλέον, αναιρείται το Προεδρικό Διάταγμα 254/Δ/2004 Ζωνών Προστασίας των Ακτών, του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου Ελληνικού και του ισχύοντος καθεστώτος.
Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της Αθήνας, η πόλη επεκτείνεται εις βάρος του παράκτιου μετώπου και μάλιστα σε μήκος 2 χιλιομέτρων και έκταση όσο ένας καλλικρατικός δήμος, πωλείται και πολεοδομείται από τον ιδιώτη για να δημιουργηθεί μια εσωστρεφής ιδιωτική πόλη 35.000 κατοίκων και 3.600.000 τ.μ. δόμησης.
Η δημιουργία αυτής της νέας πόλης δεν ανταποκρίνεται σε καμία πολεοδομική ανάγκη της Αττικής, η οποία διαθέτει πλεόνασμα κατοικιών, εμπορικών και επαγγελματικών χώρων. Οι επιπτώσεις στην αγορά αδιάθετων ακινήτων (φούσκα), στις τοπικές και ευρύτερες εμπορικές αγορές, στους τομείς διαμονής, εστίασης, αναψυχής, θα είναι τραγικές. Οι κακοπληρωμένες, ανασφάλιστες και περιορισμένης διάρκειας θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν στα ερείπια μικρών/μεσαίων επιχειρήσεων, της αυτοαπασχόλησης και της σημερινής μισθωτής εργασίας.
Στο μεγαλύτερο μέρος των προβλεπόμενων οικοδομικών τετραγώνων πλην της παραλιακής ζώνης, ορίζεται συντελεστής δόμησης 2,2 όταν θα έπρεπε να είναι 0,8. Προβλέπονται 6 ουρανοξύστες ύψους 200 μ. και κτίρια 16,5, 50, 70 μέτρων ύψους που δημιουργούν ένα συνεχές τεράστιο φράγμα το οποίο περιβάλλει το λεγόμενο «πάρκο» και απλώνεται σε μήκος 2,5 χλμ. παράλληλα με την παραλιακή λεωφόρο.
Η γη που προκύπτει από την υποχρεωτική συμμετοχή των ιδιοκτητών, όταν μια περιοχή εντάσσεται στο σχέδιο, και εντέλει το «πάρκο», οι κοινόχρηστοι και οι κοινωφελείς χώροι δεν μεταγράφονται στους οικείους δήμους. Ανήκουν στον «επενδυτή»! 
Στην παραλιακή ζώνη, η έλλειψη των κατάλληλων διαμορφώσεων και κυρίως της νομικής κατοχύρωσης της ελεύθερης πρόσβασης στον αιγιαλό και την παραλία επιτρέπουν τον αποκλεισμό πέραν του μισού του συνολικού παράκτιου μετώπου. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η αναφορά σε ελεύθερη παραλία 1 χλμ., που «θα» δημιουργηθεί με νέα λιμενικά έργα, ενώ καμία αναφορά δεν γίνεται στα άλλα 2,5 χλμ. της ακτογραμμής (όπου προβλέπονται ζώνες ξενοδοχείων, ιδιωτικές μαρίνες και συνοικία μονοκατοικιών) και των παραλιών οι οποίες σήμερα υπάρχουν στο βόρειο τμήμα του χώρου. 
«Πάρκο» δεν υφίσταται καθώς, αν αφαιρέσουμε τα κτίρια που περιλαμβάνει, ο ελεύθερος χώρος απομειώνεται σε 650 στρ., τα οποία συγκεντρώνονται στον αεροδιάδρομο. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρόκειται να αναπτυχθεί υψηλή βλάστηση.
Το ίδιο το ΣΟΑ ομολογεί ότι η «επένδυση» θα επιδεινώσει σοβαρά την κλιματική αλλαγή στην Αττική. 
Η κήρυξη ως αρχαιολογικού χώρου των προτεινόμενων από τις υπηρεσίες του ΥΠΠΟΑ περιοχών αμφισβητήθηκε εκ βάθρων από τον επενδυτή, το ΤΑΙΠΕΔ, την Ελληνικό ΑΕ, σύσσωμη την αντιπολίτευση και το περιβάλλον Μαξίμου, το οποίο εκπροσωπεί ο υπουργός Επικρατείας Α. Φλαμπουράρης, διαπρύσιος κήρυκας των συμφερόντων του επενδυτή, υπεράνω νόμων και συντάγματος. Χαρακτηριστικό είναι ότι ήδη ανασκαφείσες αρχαιότητες δεν αποτυπώνονται, ως θα όφειλε, στο τοπογραφικό της έκτασης, στους χάρτες θεσμικού καθεστώτος, άλλα ούτε στο σχέδιο Ζωνών Σχεδίου Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης/ΜΠΕΑ. Αυτό οφείλεται σε σκοπιμότητα παράκαμψης της σχετικής υπουργικής απόφασης προστασίας. Πέραν της εφαρμογής του αρχαιολογικού νόμου με καθορισμό αρχαιολογικών χώρων εντός του Ελληνικού, με το Χωρικό Σχέδιο καταργείται η προστατευόμενη τοπιακή ενότητα του Λεκανοπεδίου (άρθρο 22 ΡΣΑ ν. 4277/2014). Πρόσθετα το σχέδιο αντίκειται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Φλωρεντίας για την προστασία του τοπίου. 
Η Αθήνα, ευρύτερα η Αττική, διατηρούν σχεδόν αναλλοίωτα σημαντικά στοιχεία της ιστορικής πόλης, η οποία περιελάμβανε μεγάλο αριθμό δήμων από τον κεντρικό γύρω από την Ακρόπολη μέχρι το Σούνιο. Το ακίνητο του Ελληνικού εκτείνεται στους τρεις αρχαίους δήμους Αλιμούντος, Ευωνύμου και Αιξωνής. Τόσο στην κεντρική αρχαιολογική ζώνη όσο και στο παράκτιο μέτωπο διασώζεται η ταυτότητα της πόλης από την αρχαιότητα μέχρι τους νεότερους χρόνους. Η Αττική έχει μόνο τέσσερα υψηλά κτίρια (γύρω στα 60 μ.) ενώ ο Ιερός Βράχος της Ακρόπολης έχει μήκος 300 μ., πλάτος 150 μ. και σχετικό ύψος 70 μ. 
Η τερατώδης επένδυση εμφυτεύει μια νέα πόλη κατά τα πρότυπα περιοχών όπως το Ντουμπάι και το Λας Βέγκας, που καταστρέφουν την ιστορική πόλη και υπονομεύουν μια μελλοντική ανάπλαση συμβατή με το πνεύμα του τόπου.
2. Επίκαιρα μέτωπα σύγκρουσης 
Στο θέμα της προστασίας των αρχαιοτήτων δημιουργήθηκαν μεγάλες συγκρούσεις: από τη μια μεταξύ των αρχαιολόγων –που υπερασπίζονται το νόμο και λειτουργούν με βάση την επιστημονική/ηθική τους συνείδηση– και όσων συντάχθηκαν μαζί τους και, από την άλλη, του «επενδυτή» και των πολιτικών συνηγόρων του που ομνύουν από κοινού στο laisser faire της πρώτης περιόδου της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Το ΚΑΣ αποφάσισε ομόφωνα, με μια ψήφο διαφορετική που πρότεινε μεγαλύτερη έκταση προστασίας, τα παρακάτω: Τα όρια της κήρυξης αφορούν την περιοχή 350 στρ. βόρεια και βορειοανατολικά του οικοπέδου καθώς και μια έκταση 1.600 στρ. στους δήμους Ελληνικού - Αργυρούπολης και Αλίμου. Ταυτόχρονα το ΚΑΣ ενέκρινε το ΣΟΑ και τη ΣΜΠΕ με συγκεκριμένους όμως όρους και προϋποθέσεις, όπως να υπάρξει αρχαιολογική παρακολούθηση σε όλη την έκταση του πρώην αεροδρομίου, να παραμείνουν αδόμητες περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και να μειωθεί το ύψος των μεγάλων κτιρίων. Παράλληλα, η γνωμοδότηση του ΚΑΣ καθιστά πλέον ανενεργό τον πρωτοφανή όρο της σύμβασης περί αποζημίωσης του επενδυτή σε περίπτωση εξεύρεσης αρχαιοτήτων. 
Το δεύτερο μέτωπο που παραμένει ανοιχτό αφορά στην προσφυγή στο Δασαρχείο Πειραιά 56 μελών της Επιτροπής Αγώνα για το Μητροπολιτικό Πάρκο Ελληνικού με θέμα την υπεράσπιση προστατευόμενων δασών, δασικών εκτάσεων και λοιπών ειδών βλάστησης που καταστρέφονται. Ο νομικός αγώνας θα συνεχιστεί στο Εφετείο και το Συμβούλιο της Επικρατείας. 
Το τρίτο μέτωπο αφορά την προσφυγή στο ΣτΕ μελών της Επιτροπής Αγώνα κατά της απόφασης του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, που κήρυξε κατά πλειοψηφία περιορισμένο αριθμό νεότερων μνημείων στο Ελληνικό, παρά την εισήγηση της υπηρεσίας, τη συνηγορία της γενικής γραμματέως και την υποστήριξη 10 επιστημονικών και κοινωνικών φορέων.