Οι οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ βγήκαν στους δρόμους και τους εργασιακούς χώρους, πρωτοστατώντας στην προπαγάνδιση της απεργίας στις 20 Φλεβάρη.

Στις 23 του Φλεβάρη πραγματοποιείται  σύσκεψη για την πανελλαδική συγκρότηση του τμήματος εργατικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτή τη σύσκεψη χρειάζεται οπωσδήποτε να συζητηθεί ένα κρίσιμο ερώτημα. Πώς μπορεί να απαντήσει το εργατικό κίνημα στην πολιτική της έντασης που προσπαθεί να επιβάλλει η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, με προφανή στόχο να εμποδίσει την αντίσταση στην πολιτική της. Την αντίσταση στην πολιτική του μνημονίου, στην πολιτική της εργασιακής ζούγκλας που έχει επιβάλει.

Τον τελευταίο μήνα η κυβέρνηση προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη δήθεν επιτυχία εκταμίευσης της δανειακής δόσης και να πείσει τους εργαζόμενους ότι οι καλύτερες μέρες της ευφορίας και της ανάπτυξης έρχονται... Τα πράγματα όμως δεν της πήγαν όπως ήθελε.

Τα σκληρά μέτρα, που συνοδεύουν τα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις, πρέπει να πραγματοποιηθούν. Και στην καθημερινή ζωή ο κόσμος και ιδιαίτερα οι εργαζόμενοι καταλαβαίνουν πολύ εύκολα ότι πίσω από τα φούμαρα περί ανάπτυξης εφαρμόζονται οι καταργήσεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, οι απολύσεις, το τσεκούρι στους μισθούς, οι καθυστερήσεις στη μισθοδοσία, τα απανωτά χαράτσια.

Αυτή η πραγματικότητα ήταν που έβγαλε ξανά στο δρόμο τους εργαζόμενους στο μετρό και τις συγκοινωνίες, τους ναυτεργάτες, τους γιατρούς και τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία, στα ναυπηγεία, στα δημόσια ΜΜΕ, τους αγρότες. Και η κυβέρνηση, τρέμοντας στην ιδέα οι αγώνες να πάρουν τη μορφή πολιτικής κινητοποίησης σε βάρος της, όπως έγινε με τις δύο προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις και την πτώση τους, αποφάσισε να ακολουθήσει και απέναντι στα συνδικάτα την πολιτική της έντασης και της σιδερένιας πυγμής.

Πολιτική καταστολής
Οι επιστρατεύσεις των απεργών του Μετρό και των ναυτεργατών, η επίθεση στους συνδικαλιστές του ΚΚΕ στο υπουργείο Εργασίας, τα χημικά στους αγρότες, η εισβολή αστυνομικών στη συνέλευση του Συντονισμού Πρωτοβάθμειων Σωματείων, αποδεικνύουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι η κυβέρνηση Σαμαρά έχει θέσει σε άμεση προτεραιότητα την ποινικοποίηση και την καταστολή των εργατικών αντιστάσεων.

Ταυτόχρονα με αυτά τα χτυπήματα, τα παπαγαλάκια της κυβέρνησης στα μεγάλα ΜΜΕ άρχισαν να μιλάνε ακόμη και για κατάργηση του δικαιώματος στην απεργία και το εργοδοτικό δικαίωμα στην αντ-απεργία (λοκ-άουτ) κ.ά.

Η κυβέρνηση, η τρόικα, ο ΣΕΒ και τα άλλα εργοδοτικά κοράκια ξέρουν ότι η εργατική τάξη δεν θα σταματήσει τον αγώνα. Ξέρουν ότι όσο επιτίθενται αυτοί, οι εργαζόμενοι θα αγανακτούν και θα διαμαρτύρονται. Τρέμουν τη δύναμη των εργαζομένων, γιατί αυτοί είναι οι λίγοι και οι εργαζόμενοι είναι οι πολλοί. Όλοι οι αγώνες και οι απεργίες που ξέσπασαν από τα τέλη Γενάρη, αλλά και νωρίτερα με το κύμα απεργιών σε υπουργεία και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και μετά στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, δείχνουν ότι το κίνημα παρότι, μετά την ψήφιση του τρίτου μνημονίου, δεν έχει κατορθώσει να πετύχει νίκες, δεν έχει όμως σταματήσει να μάχεται.

Με αυτά τα δεδομένα έχει να πορευτεί το κίνημα και μετά την απεργία στις 20 Φλεβάρη. Τα περιθώρια για να αντιστρέψει την κατάσταση και να νικήσει υπάρχουν. Ο κόσμος της εργασίας ξέρει πρώτα από όλα ότι δεν θέλει να υποταχθεί στα μνημόνια, τη συγκυβέρνηση και την τρόικα. Ξέρει επίσης ότι δεν πρόκειται να νικήσει, όσο οι γενικές απεργίες κηρύσσονται ανά δίμηνο ή τρίμηνο για την τιμή των όπλων.

Εμπειρία και δράσεις
Το εργατικό κίνημα χρειάζεται να διδαχθεί από την εμπειρία των αγώνων του προηγούμενου διαστήματος. Οι εργαζόμενοι περιμένουν λογικά να οργανώσουν τις μάχες και να συντονίσουν τους αγώνες, που ξεσπάνε ανά κλάδο, οι δύο εργατικές συνομοσπονδίες, ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ. Όμως οι ηγεσίες τους φροντίζουν να επιβεβαιώνουν καθημερινά ότι έχουν επιλέξει να στηρίξουν την κυβέρνηση. Έτσι το μπαλάκι της ευθύνης πέφτει στην Αριστερά και στη μεγάλη δεξαμενή ενός κόσμου που, ψάχνοντας τον τρόπο να αντιδράσει, παίρνει τις μάχες πάνω του.

Δεν είναι τυχαίο ότι παρά τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρου, όπου υπήρξαν προσπάθειες να στηθούν ΣΥΡΙΖΑ σε χώρους δουλειάς, αυτό έγινε με τη συμμετοχή και αυτού του κόσμου. Όπως δεν είναι τυχαίο ότι κάπως έτσι έχουν εκφραστεί σε πολλές περιπτώσεις οι εργαζόμενοι και εκλογικά στα σωματεία, στηρίζοντας τις δυνάμεις της Αριστεράς και κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ.

Στη συγκρότηση του τμήματος εργατικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει άμεση ανάγκη να αποφασιστούν πρωτοβουλίες για ένα πλατύ συντονισμό ομοσπονδιών και πρωτοβάθμιων σωματείων, μαζί με αγωνιστές συνδικαλιστές που φεύγουν από την ΠΑΣΚΕ, μαζί με παρατάξεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της υπόλοιπης Αριστεράς. Ένα συντονισμό που θα επιμένει στην κοινή δράση με το ΠΑΜΕ, αλλά θα κοντράρει τον απομωνοτισμό που η ηγεσία του επιβάλλει στους αγωνιστές του.

Χρειαζόμαστε ένα συντονιστικό κέντρο αγώνα που θα σπάσει τη γραφειοκρατία του «διαλόγου» που εδώ και πολλά χρόνια οι συνδικαλιστές της σοσιαλδημοκρατίας προσπάθησαν να επιβάλλουν στο εργατικό κίνημα και που σαν μέθοδος αποδεικνύεται αδιέξοδη και αναποτελεσματική αυτή την περίοδο. Ένας συντονισμός που θα προβάλλει την ταξική αλληλεγγύη ως μια από τις βασικές μεθόδους για να απαντήσουμε στη σύσσωμη προσπάθεια της εξουσίας να τσακίσει τις αντιστάσεις.

Τα «όπλα» μιας τέτοιας προσπάθειας δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά που θα επιτρέψουν στο κίνημα να ενώσει τις διεκδικήσεις και τους αγώνες του με τις ανάγκες του λαού. Ξεκινώντας από τον ΣΥΡΙΖΑ οι τοπικές του οργανώσεις έχουν να παίξουν κυρίαρχο ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση. Η υπεράσπιση των κοινωνικών υπηρεσιών που ιδιωτικοποιούνται, η υπεράσπιση του δικαιώματος στην υγεία, που με τη διάλυση των δημόσιων νοσοκομείων αμφισβητείται.

Η υπεράσπιση του δικαιώματος στο ρεύμα και το νερό που θα τα πληρώνουμε χρυσάφι. Σε όλα αυτά χρειάζεται να δώσουμε από κοινού τη μάχη, τόσο οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους χώρους, όσο και οι οργανώσεις γειτονιάς.

 

Δημιουργώντας επιτροπές αγώνα που θα επιμένουν στην πλατιά κοινή δράση και διεκδίκηση για όλα τα παραπάνω.
Το παράδειγμα δράσης για την απεργία στις 20 Φλεβάρη, όπου σε πολλές γειτονιές οι οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ βγήκαν στους δρόμους και τους εργασιακούς χώρους, πρωτοστατώντας στην προπαγάνδιση της απεργίας, πρέπει να διατηρηθεί ως κόρη οφθαλμού. Όπως και η πολιτική κάλυψη που δόθηκε σε αυτή την απεργία έστω και μέσω των κειμένων που καλούσαν τον κόσμο να παλέψει για την ανατροπή της κυβέρνησης, για να διώξει τρόικα και μνημόνια, για να επανακρατικοποιήσει τις ιδιωτικοποιημένες ΔΕΚΟ, για να φέρει στον έλεγχο του δημοσίου τις τράπεζες, για να επιβάλει με τους αγώνες του την κυβέρνηση της Αριστεράς, που μπορεί να εφαρμόσει ένα τέτοιο πρόγραμμα.

Συσχετισμοί
Ενόψει του συνεδρίου της ΓΣΕΕ, που θα γίνει το Μάρτη, είναι ο καλύτερος τρόπος να δείξει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι αυτό που τον νοιάζει δεν είναι οι καρέκλες της συνομοσπονδίας, αλλά η πραγματική αλλαγή συσχετισμών στο κίνημα, που μπορεί να φέρει την Αριστερά σε ρόλο πρωτοκαθεδρίας στα συνδικάτα. Άλλωστε με τους υπάρχοντες συσχετισμούς, ούτε σε αυτό το συνέδριο μπορεί να επέλθει αλλαγή στην ηγεσία της ΓΣΕΕ.

Η μάχη θα κριθεί στους δρόμους, όχι μόνο από τη δυναμική και τη μαζικότητα των αγώνων, αλλά και από τα αιτήματα που θα βάζουν οι εργαζόμενοι και από το αν η Αριστερά θα τα μετουσιώνει σε κομάτι του προγράμματός της, ως μέρος του προγράμματος μιας κυβέρνησης που θα υπερασπίζεται τα ταξικά συμφέροντα των εργαζομένων, φορολογώντας τους πλούσιους.

Αυτή τη μέρα δεν θέλουν να ζήσουν ποτέ οι έχοντες την πολιτική και την οικονομική εξουσία. Γι’ αυτό προσπαθούν να μας τρομοκρατήσουν. Βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο, που θα κρίνει τους ταξικούς συσχετισμούς δεκαετιών. Το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να παλέψουμε για να γίνουν οι εφιάλτες τους πραγματικότητα.