Συνεχίζουμε, παρά την καταστολή

Μ ε πρωτοφανή σε αγριότητα καταστολή και απαγορευμένη ρήψη χημικών στον εσωτερικό χώρο του Ειρηνοδικείου της Αθήνας, επίθεση των ΜΑΤ έξω από τα γραφεία του Συλλόγου Συμβολαιογράφων στην Θεσσαλονίκη, αλλά και έναν απίστευτο οχετό λάσπης σε βάρος του κινήματος, «εγκαινίασε» η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς.
Παρά το κόστος που αναμένεται να έχει για το κυβερνών κόμμα η εφαρμογή του μέτρου, η υλοποίησή του ήταν σημαντικό προαπαιτούμενο για την αξιολόγηση της τρόικας, και η κυβέρνηση έσπευσε να δώσει τα διαπιστευτήρια της νομιμοφροσύνης της. Έντονο συμβολικό χαρακτήρα είχε και η μεταφορά του πρώην δημάρχου Καισαριανής Θ. Μπαρτζώκα στο νοσοκομείο με σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα, θυμίζοντας τις μέρες εκείνες που τα ΜΑΤ ψέκαζαν στο πρόσωπο τον Μ. Γλέζο.
Για επικοινωνιακούς λόγους, επιδιώκοντας να μετριάσει τους αναπόφευκτους πολιτικούς κραδασμούς ακόμη και στο εσωτερικό του κόμματός της, η κυβέρνηση ενορχήστρωσε μία συκοφαντική εκστρατεία εναντίον του κινήματος κατά των πλειστηριασμών, καταγγέλλοντάς το ότι δήθεν συμμαχεί με το μεγάλο κεφάλαιο και με «στρατηγικούς κακοπληρωτές». Στην επικοινωνιακή αυτή προσπάθεια η κυβέρνηση έχει αρωγούς όχι μόνο τα μνημονιακά ΜΜΕ όλων των αποχρώσεων, αλλά και τον υπόδικο για συμμετοχή στο παραδικαστικό κύκλωμα πρόεδρο του Συλλόγου Συμβολαιογράφων Αθήνας, Γ. Ρούσκα, ο οποίος όχι μόνο πρωτοστατεί στην προσπάθεια σπίλωσης του κινήματος κατά των πλειστηριασμών, αλλά και με πραξικοπηματικό τρόπο συγκάλεσε γενική συνέλευση για την ανατροπή της προηγούμενης απόφασης του συλλόγου για αποχή από τους πλειστηριασμούς.
Τα ψέματα της κυβέρνησης
Η αλήθεια, όμως, δεν μπορεί να κρυφτεί. Ακόμα κι αν αυτή η συντονισμένη επικοινωνιακή εκστρατεία συκοφάντησης καταφέρει να πείσει προσωρινά ένα τμήμα της κοινωνίας, το ψέμα έχει «κοντά ποδάρια»: γιατί, απλούστατα, λαϊκά στρώματα που έχουν πληγεί καίρια από την κρίση και τις μνημονιακές πολιτικές, υπερχρεωμένοι αγρότες και μικροί επιχειρηματίες, αυτοαπασχολούμενοι, αλλά και άνθρωποι που δεν πληρούν τα κριτήρια του νόμου Κατσέλη επειδή ακριβώς δεν έχουν καν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν τα έξοδα προσφυγής στο νόμο ή δεν μπορούν να διασφαλίσουν προς τις τράπεζες ότι θα είναι σε θέση να καλύψουν μελλοντικά με τα υπάρχοντα έσοδά τους, την αξία που θα είχε το ακίνητό τους αν έβγαινε σε πλειστηριασμό, θα νιώσουν πολύ γρήγορα στο «πετσί» τους τις συνέπειες της νέας μορφής των πλειστηριασμών, που με ένα απλό «κλικ» στον υπολογιστή, θα τους αφαιρεί ακόμη και τη μοναδική τους κατοικία ή όσα υπάρχοντα τους έχουν εναπομείνει. Την ίδια τύχη θα έχουν και όσοι οφειλέτες έχουν ενταχθεί μεν στον νόμο Κατσέλη (ο οποίος λήγει άλλωστε στα τέλη του 2018), αλλά δεν μπορούν να εξυπηρετούν ανελλιπώς τις δόσεις του δανείου τους.  
Όπως παραδέχονται τα ίδια τα κρατικά στελέχη, καμία απολύτως διάταξη νόμου δεν προστατεύει την λαϊκή κατοικία και περιουσία. Άλλωστε, δεκάδες είναι τα μικρά ακίνητα και για πολύ μικρά ποσά που επιχειρούνται να βγουν κάθε Τετάρτη σε πλειστηριασμό στα Ειρηνοδικεία. Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση εκχωρεί τα δάνεια -ακόμη και τα μη «κόκκινα»- σε κερδοσκοπικά funds για ένα ελάχιστο μέρος της αξίας τους, δυνατότητα που αρνείται να παραχωρήσει στους οφειλέτες, υλοποιώντας έτσι την πιο άγρια μορφή αναδιανομής του πλούτου υπέρ των ισχυρών μερίδων του κεφαλαίου.
Ωστόσο, η άγρια αστυνομική καταστολή, η αναζήτηση ενός θεσμικού πλαισίου για τη βαρύτερη καταστολή των αγώνων κατά των πλειστηριασμών από τους υπουργούς Τόσκα και Κοντονή, αλλά και η ίδια η ψήφιση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας για τη διεξαγωγή των πλειστηριασμών, δείχνουν τη σημαντική αδυναμία της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει ένα κίνημα που κατάφερε να αναστείλει για μεγάλο διάστημα τους μαζικούς πλειστηριασμούς, δημιουργώντας για το σύστημα τον «κίνδυνο» να αποτελέσει πρότυπο προς μίμηση για την ανάπτυξη και άλλων αντίστοιχων αγώνων. Ένα κίνημα που σήμερα «χτίζει» προϋποθέσεις ενότητας στη δράση, προωθώντας τον κοινό βηματισμό με τις διαφορετικές συλλογικότητες που το απαρτίζουν.
Ο ρόλος της Αριστεράς
Η ΛΑΕ πήρε ενεργά μέρος σε αυτό το κίνημα από το ξεκίνημά του. Μέσα από τη συμμετοχή της στο ευρύτερο σχήμα της Ενωτικής Πρωτοβουλίας Κατά των Πλειστηριασμών, επιδίωξε και συνεχίζει να επιδιώκει τη συνάντηση με όλες τις δυνάμεις που δραστηριοποιούνται κατά των πλειστηριασμών, μέσα από τις γραμμές του Πανελλαδικού Δικτύου Συλλογικοτήτων και Πρωτοβουλιών κατά των Πλειστηριασμών, το οποίο δημιουργήθηκε αμέσως μετά την πρώτη πανελλαδική κινητοποίηση κατά των πλειστηριασμών στην Αθήνα, τον περασμένο μήνα.
Σίγουρα, η ηλεκτρονική πλατφόρμα διεξαγωγής των πλειστηριασμών δυσχεραίνει όχι μόνο το σταμάτημα τους, αλλά και το διαχωρισμό μεταξύ των πλειστηριασμών ακινήτων για μεγάλα χρέη και αυτών που πλήττουν τις λαϊκές τάξεις. Αυτός, άλλωστε, είναι και ένας από τους στόχους που προωθεί η ηλεκτρονική πλατφόρμα: βάζοντας ως «δόλωμα» τα χρέη κάποιων μεγαλοεπιχειρηματιών, να υλοποιήσει στην πράξη την αρπαγή της λαϊκής στέγης και περιουσίας. Αυτό σημαίνει ότι το κίνημα κατά των πλειστηριασμών πρέπει όχι μόνο να επεξεργαστεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο μεταφοράς ενός μεγάλου μέρους του πεδίου δράσης του στις γειτονιές, αλλά και να αντιταχθεί κατηγορηματικά και πλήρως στην διαδικασία των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών.
Είναι πολύ σημαντικό σε αυτήν τη συγκυρία να συνεχίσουμε να δίνουμε τις μάχες μας παντού: με τη φυσική μας παρουσία κάθε Τετάρτη στα Ειρηνοδικεία, έξω από τα συμβολαιογραφικά γραφεία που πραγματοποιούν ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, μπροστά στα σπίτια που βγαίνουν σε πλειστηριασμό, σε μεγάλες και μικρές κινητοποιήσεις στους δρόμους και στις γειτονιές. Εκεί θα κριθεί μία μεγάλη μάχη. Μια μάχη που ξεπερνάει το «μπόι» των άμεσων στόχων της, γιατί, συναντώντας και τους υπόλοιπους αγώνες που δίνονται στο εργατικό και στο κοινωνικό πεδίο, μπορεί να αποδείξει ότι οι μνημονιακές πολιτικές δεν είναι ανίκητες όταν έχουν μπροστά τους ένα ανυποχώρητο κίνημα.