Ό πως παλιότερα έχει γράψει –και σωστά– ο Μ. Μαΐλης, η ιστορία για τους κομουνιστές δεν είναι ένα γενικό «ανασκάλεμα» των στοιχείων και των πληροφοριών για τα γεγονότα του παρελθόντος, είναι η προσπάθεια άντλησης γνώσης μέσα από τη συζήτηση για το παρελθόν, με την προσοχή στραμμένη στα προβλήματα και τους αγώνες του σήμερα.

Με την έννοια αυτή, οι εργασίες της ΚΕ του ΚΚΕ σχετικά με την «αναθεώρηση» της ιστορίας του κινήματος και του κόμματος κατά τη μεγάλη δεκαετία του 1940, έχουν ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον. Πολύ περισσότερο όταν οι εργασίες αυτές κυριολεκτικά ανατρέπουν απόψεις και συμπεράσματα που γαλούχησαν διαδοχικές «γενιές» αριστερών ανθρώπων και στήριζαν την πολιτική του ΚΚΕ για δεκαετίες.
Ο χαρακτήρας της Αντίστασης
Μια μεγάλη πλειοψηφία μέσα στον κόσμο της Αριστεράς έφτασε με τα χρόνια να πιστεύει ότι το μεγάλο κίνημα της Αντίστασης, όπως οργανώθηκε στο ΕΑΜ, ήταν αυτό που το ΚΚΕ ισχυριζόταν ότι ήταν το κίνημα και το ΕΑΜ. Αυτή την εικόνα, έτσι κι αλλιώς πλαστή κι επιφανειακή, το ΚΚΕ σήμερα την ανατινάζει.
Ο Γληνός στη γνωστή διακήρυξή του («Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ»), που αντανακλούσε τη γραμμή της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ, ισχυρίζεται ότι ο χαρακτήρας του αγώνα ήταν «εθνικοαπελευθερωτικός» και ότι κατά συνέπεια σε αυτόν δεν θα συμμετείχαν μόνο οι εργατικές και λαϊκές μάζες, θα συμμετείχε (και θα έπρεπε να συμμετέχει…) και ένα «πατριωτικό» τμήμα της κυρίαρχης τάξης, των καπιταλιστών που θα δυσανασχετούσαν, λέει, από την κατοχή.
Οι υποστηρικτές αυτής της ανάλυσης έχουν μετέπειτα «θεοποιήσει» το γράμμα του Ζαχαριάδη, του Οκτώβρη του 1940, που όρισε το χαρακτήρα του πολέμου, αλλά και του επερχόμενου αγώνα, ως εθνικοαπελευθερωτικό, θεωρώντας το γράμμα του τότε Γ.Γ. του ΚΚΕ ως τη «μήτρα» από την οποία ξεπήδησε (τάχα φυσιολογικά) το «πλατύ» εαμικό κίνημα. Ιστορικά γεγονότα, όπως το 2ο και το 3ο γράμμα (όπου ο ίσιος προειδοποιεί ότι αν το 1ο γράμμα «διαβαστεί από μόνο του» δημιουργείται κίνδυνος σοσιαλσοβινιστικής απόκλισης…) ή όπως η εκτίμηση των κομουνιστών της «Παλιάς ΚΕ του ΚΚΕ» ότι το 1ο γράμμα του Ν.Ζ. ήταν «πλαστό» (δηλαδή κατασκευασμένο πολιτικά από τον μηχανισμό του Μεταξά), παρέμεναν ως ενοχλητικές «λεπτομέρειες», στις οποίες μόνο μια μειοψηφία έδινε σημασία. Με αυτή την έννοια η υπενθύμισή τους σήμερα, από την ΚΕ του ΚΚΕ, έχει πολιτική αξία.
Πολύ περισσότερο που, παρά τις προβλέψεις του Γληνού και τις μετέπειτα φαντασιώσεις των «πλατιών» αριστερών, η κυρίαρχη τάξη δεν συμμετείχε στην αντίσταση (ένα τμήμα της «δραπέτευσε» στο εξωτερικό, ένα τμήμα λούφαξε, ένα τμήμα συνεργάστηκε με τους Ναζί…). 
Γράφει η ΚΕ του ΚΚΕ:
«Στη διάρκεια της Κατοχής η ταξική πάλη όχι μόνο δε σταμάτησε, αλλά πήρε διαστάσεις σκληρής ένοπλης σύγκρουσης… αυτό ήταν επόμενο, αφού η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας όχι μόνο δεν έπαψε να υπάρχει εξαιτίας της κατοχής, αλλά η τελευταία αποτέλεσε λόγο όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων…». 
Παιδί αυτής της ταξικής πάλης που οξύνθηκε στα χρόνια της κατοχής ήταν στην πραγματικότητα το μεγάλο κίνημα της Αντίστασης, αρχικά στις πόλεις (Εργατικό ΕΑΜ) και στη συνέχεια στην ύπαιθρο, όπου υπέβοσκαν τα χρόνια άλυτα προβλήματα της αγροτικής μεταρρύθμισης, που στη «στιγμή» της μαζικής πείνας πήραν τη μορφή αγώνα ζωής ή θανάτου.
Ακριβώς επειδή αυτός ήταν ο πραγματικός χαρακτήρας του αγώνα, η μοναδική αποτελεσματική στρατηγική ήταν η επιδίωξη της ταξικής νίκης, ενώ ο εγκλωβισμός στα εθνικοενωτικά ιδεολογήματα αντικειμενικά «δούλευε» προς όφελος του ταξικού αντιπάλου. Όπως λέει η ΚΕ του ΚΚΕ, «το θολό όραμα της λαοκρατίας» ήταν η πολιτική βάση που απέτρεψε το ΚΚΕ «από το να θέσει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της επίλυσης της αντίθεσης “ποιος-ποιον;”, παίρνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα με βάση σχέδιο και καταλαμβάνοντας τα κέντρα του κράτους: Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη και άλλους σημαντικούς χώρους» («Ριζοσπάστης», 7/10/2018).
Αυτή η θέση μπορεί κάπως να ερμηνεύσει την τραγική αλυσίδα «λαθών», που από πολλούς αντιμετωπίζονται ακόμα ως ξεκομμένα ή και προσωπικά λάθη ηγετικών στελεχών: Άδειασμα του Κινήματος στη Μέση Ανατολή, Λίβανος, Καζέρτα, καλωσόρισμα της απόβασης των Βρετανικών στρατευμάτων, αποφυγή της κατάληψης της Αθήνας κ.ο.κ.
Η ΚΕ του ΚΚΕ έχει δείξει τη σχέση αυτού του «θολού οράματος» με τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας του 1934, ακόμα και με τις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κομιντέρν για τα Λαϊκά –τα αντιφασιστικά δημοκρατικά– Μέτωπα, που αντικατέστησαν τη λενινιστική παράδοση του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου. Εδώ η ΚΕ του ΚΚΕ μένει αμήχανη απέναντι σε αυτά που η ίδια αποκαλύπτει: η διαπίστωση για την κυριαρχία μιας ρεφορμιστικής στρατηγικής (από το 1934!) και η διαπίστωση ότι αυτό δεν ήταν πρόβλημα μόνο της «ντόπιας» ηγεσίας, αλλά επίσης του «διεθνούς κέντρου» (της εποχής του Στάλιν), έχει θεμελιώδη σημασία για τα συμπεράσματα που θα όφειλαν να αντλήσουν οι κομουνιστές. 
Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας
Ο «Ριζοσπάστης» (14/10/2018) βάζει το δάχτυλο σε μια πληγή: στη συμμετοχή του ΚΚΕ στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του 1944, υπό τον Γ. Παπανδρέου. Δύο στελέχη του ΚΚΕ (Ζεύγος και Πορφυρογέννης) και τέσσερις του ΕΑΜ (Σβώλος, Αγγελόπουλος, Τσιριμώκος, Ασκούτσης) ανέλαβαν κρίσιμα υπουργεία (μεταξύ τους το Οικονομικών και το Εργασίας).
Ο «Ρ» φροντίζει να υπενθυμίσει ότι το πρόβλημα ήταν διεθνούς γραμμής: «Μεταξύ 1945-1947 τα ΚΚ πήραν μέρος σε αστικές κυβερνήσεις 9 χωρών στη Δυτική Ευρώπη (Ιταλία, Γαλλία, Βέλγιο, Δανία, Νορβηγία, Ισλανδία, Αυστρία, Φινλανδία, Λουξεμβούργο), σε δύο στη Λατινική Αμερική (Χιλή, Κούβα) και σε δύο στην Ασία (Ινδονησία, Ιράν)». Το σενάριο της διεθνούς «ειρηνικής συνύπαρξης» είχε τεθεί σε εφαρμογή αμέσως μετά το τέλος του πολέμου…
Όμως, τι έργο είχαν οι αριστεροί υπουργοί στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας; Γράφει ο «Ρ»: «Ο ρόλος των Εαμιτών υπουργών… ήταν ρόλος αστικής διαχείρισης». Πάλι το πρόβλημα δεν ήταν ατομικό, αλλά συνολική κομματική επιλογή: «Το ΚΚΕ υποστηρίζει την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, γιατί οι προγραμματικοί της στόχοι συμπίπτουν με τους άμεσους σκοπούς του αγώνα μας… Το ΚΚΕ θεωρεί ότι προς το συμφέρον του ελληνικού λαού επιβάλλεται η συσπείρωση όλων των προοδευτικών δυνάμεων –και αυτών που βρίσκονται έξω από το ΕΑΜ–  σε ένα πανδημοκρατικό Μετωπο» («Ρ», 16/11/1944).
Όποιος θελήσει να εξετάσει πιο συγκεκριμένα το έργο των Εαμιτών υπουργών, θα αντιμετωπίσει δυσάρεστες εκπλήξεις. Και αυτές επιλέγει να τις θυμίσει σήμερα το ΚΚΕ: Ο Σβώλος μαζί με τον Ξενοφ. Ζολώτα και τους Βρετανούς «εμπειρογνώμονες» ανέλαβαν τον πρώτο μετακατοχικό προϋπολογισμό που, κατά τον «Ρ», «όφειλε να είναι ισοσκελισμένος… βασισμένος σε υγιές νόμισμα… απαιτούσε σκληρή εργασία για να ζωογονηθεί η οικονομία και να αυξηθεί η παραγωγή… (προς τούτο) οι μισθοί θα πρέπει να κρατηθούν χαμηλά». Στο Εργασίας, ο Πορφυρογέννης θεσμοθέτησε τη δυνατότητα των καπιταλιστών «να θέτουν το πλεονάζον τμήμα των εργαζομένων εις κατάστασιν διαθεσιμότητας με αναστολήν της μισθοδοσίας, άνευ λύσεως της εργασιακής σχέσεως». Δηλαδή, ούτε δουλειά, ούτε μισθός, ούτε επιδότηση ανεργίας… Μια χαρά Μνημόνιο!
Από τις 15 Οκτώβρη 1944, η ΚΕ του Εργατικού ΕΑΜ ανέλαβε τη Διοίκηση της ΓΣΕΕ. Ο Θέος, από εκεί, δήλωνε: «η εργατοϋπαλληλική τάξη θα υποστηρίξει την κυβέρνηση στην πραγματοποίηση των σκοπών της… Ο εργατικός κόσμος είναι έτοιμος να συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις στην προσπάθεια της ανασυγκρότησης» («Ρ», 14/10/2018).
Μπροστά σε αυτά τα πεπραγμένα, φυσιολογικά, μπροστά στα υπουργεία Οικονομικών και Εργασίας, άρχισαν να συρρέουν… εργατικές διαδηλώσεις, όπως γράφει ο Β. Μπαρτζιώτας και επιλέγει να θυμίσει σήμερα ο «Ρ». 
Όπως γίνεται κατανοητό, η κυβέρνηση Παπανδρέου άφηνε το ΚΚΕ να εκτεθεί στην ευθύνη για όλα τα «αναγκαία» αντεργατικά μέτρα. Όμως, ο βασικός λόγος ύπαρξης αυτής της κυβέρνησης ήταν άλλος: Να κερδηθεί χρόνος, να προλάβουν να ανασυνταχθούν οι αστικές πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις και κυρίως να προλάβουν να αποβιβαστούν οι Βρετανοί. Όπως το είπε ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου: «Μόνον η συμμετοχή του ΚΚΕ εις την κυβέρνησιν μας ήνοιγε τας πύλας της Ελλάδος. Και διά τούτο την επιδίωξα –και ευτυχώς εκατορθώθη» («Καθημερινή» 2/3/1948, αναπαραγωγή στο «Ρ» 14/10/2018).
Θα έλεγε κανείς ότι η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, με έναν τρόπο, «απολαμβάνει» να διατυμπανίζει τα λάθη του ΚΚΕ εκείνης της περιόδου, που οδήγησαν στην τραγική ήττα. Φροντίζει να αποφεύγει μόνο μια κακοτοπιά, το φυσιολογικό ερώτημα: Αν το «διεθνές κέντρο» έσπρωξε στην Ελλάδα, αλλά και αλλού, μια τόσο οφθαλμοφανώς λαθεμένη γραμμή, πώς είναι δυνατόν να συνεχίζει να χαρακτηρίζεται «επαναστατικό»;
Κάθε κυβέρνηση;
Με την κραυγαλέα πολιτική καταδίκη της συμμετοχής του τότε ΚΚΕ στην κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας, μαζί με τις τότε καταρρέουσες αστικές πολιτικές δυνάμεις, η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ θέλει να στηρίξει ένα διαφορετικό πολιτικό συμπέρασμα.
Γράφει ο «Ρ»: «Η πείρα εκείνης της περιόδου διδάσκει ότι η συμμετοχή στις αστικές κυβερνήσεις –σε πείσμα των πιο καλών προθέσεων– γίνεται φραγμός στη λαϊκή πάλη και οδηγεί σε πισωγύρισμα… (με μια τέτοια συμμετοχή) το ΚΚ θα έχει κάνει ήδη την πρώτη και θεμελιώδη υποχώρηση… θα έχει παραιτηθεί από την πάλη για την εργατική εξουσία και το στόχο για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής».
Όμως, η 3η Διεθνής στον καιρό του Λένιν (στο 3ο και στο 4ο Συνέδριο της Κομιντέρν), στη βάση της πείρας από την επανάσταση στη Γερμανία, έστρεψε την προσοχή σε ένα άλλο ενδεχόμενο: στη δυνατότητα και στην υποχρέωση της γραμμής της «εργατικής κυβέρνησης» ή της «κυβέρνησης της Αριστεράς», μέσα σε συνθήκες όπου ο συνδυασμός οικονομικής και πολιτικής κρίσης φέρνει το ΚΚ αντιμέτωπο με το ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας, χωρίς η ανάπτυξη της ταξικής πάλης να έχει κάνει εφικτό (ή όχι ακόμα…) το άμεσο πέρασμα στην εργατική εξουσία. Η γραμμή αυτή είχε σκληρές προϋποθέσεις: «απαγόρευε» τη συνεργασία με τα αστικά κόμματα και εντασσόταν στη στρατηγική διεκδίκησης της εργατικής εξουσίας και της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και όχι ασφαλώς στην παραίτηση από αυτούς τους «ταυτοτικούς» για τα ΚΚ στόχους. Η γραμμή αυτή ήταν επίσης συνδεδεμένη με τις αποφάσεις για το Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο, για το Μεταβατικό Πρόγραμμα και τη μεταβατική πολιτική, δηλαδή για τη διεκδίκηση από το ΚΚ της ηγεμονίας μέσα στην εργατική τάξη στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, εκεί δηλαδή που αναγνωριζόταν η πιθανότητα να μην προχωρήσει μια εργατική επανάσταση με την ταχύτητα και την αμεσότητα που προχώρησε στη Ρωσία του Τσάρου.
Όλον αυτό τον πλούτο, ένα αναντικατάστατο τμήμα της λενινιστικής παράδοσης, το ΚΚΕ πετάει στα αζήτητα, καταδικάζοντας τον… Σιάντο (και χωρίς βέβαια να προχωρά στην καταδίκη του Ζαχαριάδη, του πρωτομάστορα της 6ης Ολομέλειας, του «θολού οράματος της λαοκρατίας» και της εκτίμησης για τον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα της σύγκρουσης στη δεκαετία του ’40). 
Ο λόγος είναι η πολιτική στο σήμερα, όπως λέει και ο Μ. Μαΐλης. Η πολιτική του «πολλά κόμματα – δύο πολιτικές», η πολιτική που βλέπει το ΚΚΕ ως ένα «άντρο ορθοδοξίας» πολιορκούμενο από θάλασσες «οπορτουνιστών», είναι μια πολιτική που δεν επιδιώκει αντίσταση και νίκες «εδώ και τώρα». Παραπέμποντας τους αποφασιστικούς αγώνες σε ένα μέλλον, όπου θα είναι εφικτή η άμεση διεκδίκησης της «εργατικής εξουσίας και της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής», σήμερα διεκδικεί την εκλογική και οργανωτική αναπαραγωγή. Στόχοι όχι μικροί, αλλά κατώτεροι των αναγκών του κόσμου της εργασίας. 
Απορρίπτοντας –σωστά– την πολιτική εμπειρία του 1944-1945, το ΚΚΕ δεν στρέφεται στο σύνολο της λενινιστικής παράδοσης. Στρέφεται, μάλλον, στην ανάλυση της διαβόητης «3ης περιόδου» και του «σοσιαλφασισμού», στη γραμμή της Κομιντέρν στα 1928-1929, όταν μπροστά στην άνοδο του Χίτλερ προς την εξουσία, το ΚΚ Γερμανίας δήλωνε ότι όλη η άλλη Αριστερά ήταν «σοσιαλ-φασίστες», «λουξεμπουργκο-φασίστες», «τροτσκιστο-φασίστες» κ.ο.κ. Αποφεύγοντας τα υποχρεωτικά καθήκοντα του Ενιαίου Μετώπου με τις άλλες εργατικές (όχι αστικές) δυνάμεις, οδηγήθηκε και το ίδιο σε μια τραγική ήττα από τους πραγματικούς φασίστες.
Σήμερα που ο κόσμος μας βυθίζεται μέσα σε μια πρωτοφανή κρίση, σήμερα που οι προοπτικές της βαρβαρότητας γίνονται ξανά απειλητικές, τα συμπεράσματα από την ιστορία του κινήματός μας παραμένουν πολύτιμα.