«Το συμφέρον του Κόμματος είναι πάνω απ’ όλα. Πάνω από πρόσωπα, φιλίες, συγγένειες…». Δημ. Γόντικας, «Ριζοσπάστης» 29/2/2012.Ο γκουρού της κομματικότητας Δημ. Γόντικας χτύπησε ξανά με ολοσέλιδο «σεντόνι» στο «Ριζοσπάστη», με τίτλο: «Το ηθικό κύρος των κομμουνιστών».

Η κομματικότητα είναι, πράγματι, μια σημαντική αρετή των κομμουνιστών. Όμως δεν επιτρέπεται να ταυτίζεται με μια θρησκευτική στάση, με την ανακήρυξη του Κόμματος (με κεφαλαίο «Κ») σε υπέρτατο αγαθό. Τα στελέχη του ΚΚΕ αρέσκονται να αναφέρονται στους «δασκάλους» του μαρξισμού. Για τον Μαρξ, λοιπόν, η υπέρτατη αναφορά είναι στο ίδιο το εργατικό κίνημα («η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης»).

Για τον Λένιν, τον κορυφαίο στη θεωρία, αλλά και στην πρακτική της «κομματικότητας», το κόμμα είναι «μέσο» (πολύτιμο και αναντικατάστατο, αλλά πάντα «μέσο») για να προσεγγιστεί νικηφόρα ο «σκοπός», που παραμένει η επανάσταση. Γι’ αυτό άλλωστε ο Λένιν δεν δίστασε τις παραμονές της Οκτωβριανής Επανάστασης να συγκρουστεί ανοιχτά με το ίδιο του το κόμμα, τους συντρόφους του (ναι, τους μπολσεβίκους), που αρνούνταν να δεχτούν τις επαναστατικές «Θέσεις του Απρίλη», παραμένοντας προσκολλημένοι στην παλιά (μπολσεβίκικη) στρατηγική που διεκδικούσε την ανατροπή του τσαρισμού μέσα από μια περίοδο «δημοκρατικής» εξουσίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς.

Αυτή τη διάκριση παραβιάζει ο ορισμός του Δ. Γόντικα για την «κομματικότητα» (τη «συνειδητή στάση που αναγνωρίζει το δεσμό με το Κόμμα ως ιερό, απαραβίαστο»). Η μετατόπιση δεν είναι χωρίς συνέπειες: Επιτρέπει στο ΚΚΕ π.χ. να τιμά το Ν. Ζαχαριάδη (καταδικάζοντάς τον για τις πολιτικές θέσεις του, αλλά αποκαθιστώντας τον λόγω «κομματικότητας») και να συνεχίζει να μην αποκαθιστά «κομματικά» τον Άρη Βελουχιώτη (που παρόλο ότι αναγνωρίζεται ότι είχε δίκιο πολιτικά, δεν του συγχωρείται ότι συγκρούστηκε με το Κόμμα…).

Όμως στο ΚΚΕ αυτά τα ζητήματα ποτέ δεν εγείρονται τυχαία, ανεξάρτητα από την πολιτική συγκυρία. Η αναφορά του Δημ. Γόντικα στις συγγένειες (που μαζί με τα πρόσωπα και τις φιλίες τοποθετούνται κάτω από «το συμφέρον του κόμματος») φωτογραφίζει άμεσα τον Αλέκο Χαλβατζή (γιο του βουλευτή και ηγετικού στελέχους Σπύρου Χαλβατζή), που πρόσφατα καταγγέλθηκε από την ΚΕ του ΚΚΕ για «συκοφαντίες» και «κατηγορίες ανυπόστατες και επικίνδυνες» κατά της ηγεσίας του ΚΚΕ. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Αλ. Χαλβατζής δεν ήταν απομονωμένος: στο ρεπορτάζ της (συνήθως καλά ενημερωμένης) εφημερίδας «Τα Νέα», γίνεται λόγος για «πυρήνες μελών» στην ΚΝΕ, στην ΚΟ Αθήνας και στην ΚΟ Θεσσαλονίκης, που κατηγορούν την ηγεσία του ΚΚΕ για σεχταρισμό, υποτίμηση της κρίσης και υποτίμηση της ανάγκης «μετώπου» με τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς.

Σε αυτούς απευθύνεται ο Δημ. Γόντικας, ξεκόβοντας τη συζήτηση: «ό,τι κι αν κάνουν, δεν θα μπορέσουν να τραβήξουν το ΚΚΕ στον κόσμο τους, στη σαπίλα, στη σήψη…». Αυτή η αντίληψη για την «κομματικότητα» έρχεται λοιπόν σε άμεση αντίθεση με τη μαρξιστική θεωρητική παράδοση του Ενιαίου Μετώπου, σε αντίθεση με τις ίδιες τις ανάγκες του κινήματος αντίστασης.

Για να γυρίσουμε ξανά στους δασκάλους του μαρξισμού: το Ενιαίο Μέτωπο υπήρξε κορυφαία επιλογή της Κομμουνιστικής Διεθνούς μέχρι και το 4ο συνέδριό της. Οι μπολσεβίκοι, μέσα στη φωτιά της επανάστασης του 1917, κράτησαν στενότατες σχέσεις συνεργασίας και με τους αριστερούς-μενσεβίκους και με τους αριστερούς-σοσιαλεπαναστάτες (εσέρους). Οι σχέσεις αυτές «έσπασαν» μετά το 1919, μετά την απόπειρα δολοφονίας του Λένιν και τον πρόωρο μαρασμό της εργατικής εξουσίας που είχε δημιουργήσει ο Οκτώβρης. Οι αντιλήψεις για την «κομματικότητα» που εκφράζει ο Δ. Γόντικας είναι προϊόν της σκοτεινής σταλινικής περιόδου της δεκαετίας του ’30.
Το γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΕ χρειάζεται να επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη αυτές τις αντιλήψεις, δείχνει ότι στις γραμμές του υπάρχει ενδιαφέρον και ανταπόκριση στο πλατύτερο αίτημα των αγωνιστών των κινημάτων αντίστασης: στο αίτημα για ενότητα στη δράση της Αριστεράς.