Αναδημοσίευση από περιοδικό «Ανατροπή», Ομιλία στο συνέδριο «Η Αριστερά και το Κυπριακό», 13 Μάη 2017

Κοιτάζοντας τη σημερινή κατάσταση στη Μέση Ανατολή, μόνο απαισιοδοξία μπορεί να νιώθει κανείς. Η Συρία σφάζεται εδώ και πέντε χρόνια στον βωμό ξένων συμφερόντων, με ένα σημαντικό μέρος του λαού της στην προσφυγιά. Το λεγόμενο «Ισλαμικό Κράτος» σε Ιράκ και Συρία πρεσβεύει μια πρωτόγνωρη μορφή βαρβαρότητας. Οι ελπίδες από την Αραβική ‘Άνοιξη σε Αίγυπτο και αλλού έχουν προς το παρόν αιματοκυλιστεί από την καταστολή των παλιών ελίτ. Χώρες όπως η Υεμένη και η Λιβύη έχουν ουσιαστικά πάψει να υφίστανται σαν κράτη. Στην Τουρκία η κρίση ηγεμονίας του κυβερνώντος κόμματος οδηγεί  σε κλιμάκωση του πολέμου μεταξύ Τούρκων και Κούρδων. Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρεία των ΗΠΑ, όχι μόνο δε σηματοδοτεί μια ρήξη με την πολεμοχαρή πολιτική των προκατόχων του, αλλά αντιπροσωπεύει την ριζοσπαστικοποίηση της, με απρόβλεπτες συνέπειες. Και τέλος, το Ισραήλ συνεχίζει την πολιτική εθνοκάθαρσης του παλαιστινιακού πληθυσμού, μέσω του αποκλεισμού της Γάζας και το συνεχιζόμενο εποικισμό της Δυτικής Όχθης.
Για να μπορέσω στο σύντομο χρόνο που έχω να σκιαγραφήσω τα αίτια της σημερινής κατάστασης, καθώς και την αλληλεπίδραση τους με το Κυπριακό, να μου επιτραπεί να τονίσω τα ακόλουθα τρία σημεία:
Πρώτο: Το σημερινό φαινομενικό χάος δεν αποτελεί τυχαία θεομηνία. Αποτελεί σε ένα μεγάλο βαθμό άμεσο παράγωγο της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ το 2003. Ο στόχος της αποτυχημένης αυτής περιπέτειας δεν ήταν – όπως πολλοί έλεγαν τότε – το πετρέλαιο του Ιράκ. Αντιθέτως, ήταν κάτι πιο μακροπρόθεσμο: η διασφάλιση της αμερικανικής ηγεμονίας.  Ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη την απειλή από ανερχόμενες δυνάμεις, κυρίως την Κίνα, οι οποίες είναι πιο εξαρτημένες από τους υδρογονάνθρακες της Μέσης Ανατολής από τις ΗΠΑ. Δεκαπέντε σχεδόν χρόνια αργότερα, και οι ΗΠΑ δεν έχουν πετύχει τους στόχους τους. Η διαχείριση του «διαίρει και βασίλευε» που συνόδευσε την αμερικανική κατοχή της χώρας, όξυνε τις θρησκευτικές διαφορές, με αποτέλεσμα σήμερα να έχουμε το έκτρωμα του λεγόμενου «Ισλαμικού κράτους». Το κενό εξουσίας που επήλθε έδωσε επίσης την ευκαιρία ανέλιξης σε αρκετές περιφερειακές δυνάμεις, κάποιες ανταγωνιστικές προς τις ΗΠΑ, όπως το Ιράν και η Ρωσία, και κάποιες σύμμαχες όπως την Τουρκία, το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία, με αποκλίνοντα πολλές φορές όμως συμφέροντα.
Ο ιμπεριαλισμός στην περιοχή σήμερα δεν είναι μονάχα η παντοδυναμία των ΗΠΑ. Αποτελείται μεν σε πρώτο βαθμό από αυτή. Αποτελείται όμως σε δεύτερο βαθμό και από άλλες ανερχόμενες περιφερειακές δυνάμεις οι οποίες εκμεταλλεύονται την σχετική εξασθένιση των ΗΠΑ εξαιτίας της αποτυχίας του Ιράκ και τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης.
Σημαίνει αυτό ότι έχει πάψει να υφίσταται η Pax Americana στην περιοχή; Βεβαίως όχι. Σημαίνει όμως ότι οι ΗΠΑ και η Δύση γενικότερα εμπλέκονται σε ένα ευαίσθητο παιγνίδι διαχείρισης πολλαπλών κρίσεων σε ένα εξαιρετικά ρευστό περιβάλλον εναλλασσόμενων συμμαχιών, και τακτικών συνεννοήσεων με ανταλλάγματα. Η λεγόμενη «ευνοϊκή συγκυρία» για λύση του Κυπριακού απλούστατα δεν υπάρχει, δεν υπήρξε, και δεν θα υπάρξει στο άμεσο και προσεχές μέλλον.
Δεύτερο: Το σκηνικό στην περιοχή καθορίζεται επίσης και από την μαζική είσοδο του λαϊκού παράγοντα στις αραβικές εξεγέρσεις του 2011 με όλες του τις αντιφάσεις, καθώς και την μετέπειτα αιματηρή καταστολή του. Η συνωμοσιολογική θεώρηση που αντικρύζει το σκηνικό της πλατείας Ταχρίρ στο Κάιρο ως προϊόν μιας επικοινωνιακής πλάνης, αγνοεί τη βασική αιτία των εξεγέρσεων που δεν ήταν άλλη από την εξάπλωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στην περιοχή. Ήταν αυτή που έθεσε σε αμφισβήτηση το κυρίαρχο μοντέλο του νεοφιλελεύθερου, αυταρχικού και διαδοχικού κράτους, μέσω μιας ραγδαίας αύξησης της τιμής στα είδη πρώτης ανάγκης.
Το ότι οι εξεγέρσεις είχαν ενδυναμώσει πρωτίστως τους Ισλαμιστές, οι οποίοι υπήρξαν για δεκαετίες η πιο εδραιωμένη επίσημη αντιπολίτευση, καθώς και η ρητορική υποστήριξη προς αυτές από δυτικές πρωτεύουσες, έχει χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη ήταν σκηνοθετημένες «πολύχρωμες επαναστάσεις»!  Η προσέγγιση αυτή όμως υπερτιμά την ικανότητα της Δύσης να καθορίζει τα γεγονότα. Αγνοεί επίσης, ότι μια αντεπανάσταση μπορεί να πάρει μια πληθώρα μορφών. Από την άμεση καταστολή όπως το Μπαχρέιν, μέχρι την υποκλοπή των συνθημάτων της για αλλότριους σκοπούς.
Τα αυταρχικά ά κράτη τύπου Άσαντ και Σίσι  έχουν σαν αγαπημένο τους εχθρό τους Ισλαμιστές, και αντίστροφα. Είναι η αμοιβαία αυτή ανάγκη που επιτρέπει και στα δυο τη νομιμοποίηση στα μάτια αυτών που θέλουν να εξουσιάσουν. Αυτό που φοβούνται όμως και οι δύο, είναι τον υποκειμενικό παράγοντα που  μπορεί να εκφράσει την αντικειμενική πραγματικότητα της εξέγερσης. Φοβούνται την Αριστερά, της οποίας η παρουσία στον αραβικό κόσμο δεν είναι τόσο αδύνατη, όπως θέλουν κάποιοι μοιρολατρικά να πιστεύουν. Οι αραβικές εξεγέρσεις μπορεί προς το παρόν να έχουν κοπάσει, τα αίτια τους όμως δεν έχουν εκλείψει. Η όποια προβλεπόμενη σταθερότητα είναι κτισμένη στην άμμο.
Τρίτο: Μια πραγματική σταθερότητα στην περιοχή, από την οποία θα εξαρτηθεί και μια βιώσιμη λύση του Κυπριακού, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια δίκαιη επίλυση του Παλαιστινιακού ζητήματος, το οποίο δεν αποτελεί απλά ζήτημα κατοχής, αλλά και ζήτημα απαρτχάιντ, εποικισμού και συνεχιζόμενης εθνοκάθαρσης. Η αλληλεγγύη με τον παλαιστινιακό λαό υπήρξε για δεκαετίες βασικός πυλώνας αυτοπροσδιορισμού της κυπριακής Αριστεράς. Αν και ρητορικά αυτό παραμένει, η συναίνεση εντούτοις όλων των ελληνοκυπριακών δυνάμεων – συμπεριλαμβανομένης και της επίσημης Αριστεράς – γύρω από τη σύμπραξη με το Τελ Αβίβ για εξόρυξη υδρογονανθράκων αποτελεί στην πράξη σαφή αποχώρηση από μια στάση αλληλεγγύης με τον παλαιστινιακό λαό. Ας μην ξεχνάμε επίσης και το αποτρόπαιο παράδειγμα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που ξεκίνησε με υποσχέσεις τερματισμού της στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ και κατέληξε να αναγνωρίζει τα Ιεροσόλυμα ως πρωτεύουσα του σιωνιστικού κράτους, πράγμα που ούτε οι ΗΠΑ, η Γερμανία και η Βρετανία είχαν τολμήσει ποτέ να κάνουν. Η ρητορική αλληλεγγύη, αντιμέτωπη με το «εθνικό συμφέρον», προσκρούει σε όρια.
Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν: Ο πλούτος του φυσικού αερίου πολύ απλά δεν θα βοηθήσει την ειρήνη στην Κύπρο, για τον απλούστατο λόγο ότι αυτός θα οφείλεται  στην στρατηγική πλέον συνεργασία με ένα κράτος-χωροφύλακα και καταπιεστή ενός ολόκληρου λαού. Και χωρίς μια δίκαιη επίλυση του Παλαιστινιακού, τα σενάρια περί του φυσικού αερίου ως καταλύτη μιας βιώσιμης ειρήνης στην Κύπρο και σταθερότητας στην περιοχή, θα παραμείνουν σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Αντίθετα, κάτι τέτοιο θα εντάξει την Κύπρο στις διαμάχες της ευρύτερης περιοχής, καθιστώντας την στόχο, χωρίς να αναφέρουμε καν τις οικολογικές συνέπειες.
Μια δίκαιη επίλυση του Κυπριακού δεν μπορεί να διαχωριστεί από μια ριζοσπαστική ανατροπή των κυρίαρχων σχέσεων εξουσίας στη Μέση Ανατολή, είτε αυτές ονομάζονται ιμπεριαλισμός, δικτατορία ή, ακόμα, εθνοκρατική «δημοκρατία» αλά Ισραήλ. Και αυτό γιατί η Μέση Ανατολή όχι μόνο δεν είναι περιοχή που γειτονεύει  με την Κύπρο, αλλά  θέλοντας και μη, η Κύπρος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της. Το Κυπριακό ως εθνοτική διένεξη έχει τις ρίζες του στην ίδια ιστορική συγκυρία με το Παλαιστινιακό, το Κουρδικό και άλλα φλέγοντα ζητήματα: την κατάρρευση της πολυπολιτισμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την παράλληλη διείσδυση της περιοχής από τον ιμπεριαλισμό.
Με τη διατύπωση αυτή δεν θέλω να ενισχύσω την απαισιοδοξία και τον μηδενισμό. Θέλω όμως να τονίσω, ότι ο δρόμος της κυπριακής Αριστεράς για έξοδο από τη σημερινή της ιδεολογική και στρατηγική κρίση περνά και μέσα από την ανάπτυξη της δικής της αφήγησης, καθώς και της ενσωμάτωσης της συζήτησης για το Κυπριακό στο πλαίσιο της ευρύτερης γεωγραφίας. Πώς θα μοιάζει κάτι τέτοιο, εναπόκειται σε όλους μας να το οραματιστούμε. Αυτό που είναι σίγουρο όμως, είναι ότι κάτι τέτοιο προϋποθέτει την οριστική ρήξη με την χρεωκοπημένη λογική της ρεαλπολιτίκ, καθώς και την έμπρακτη ανάπτυξη μια διεθνιστικής προοπτικής.