Οι τελευταίες εξελίξεις στο Κυπριακό μετά την έναρξη της συνδιάσκεψης με θέμα το εδαφικό και τις εγγυήσεις στη Γενεύη, δείχνουν παρ’ όλες τις μη «ανακοινώσιμες συγκλίσεις» ότι το ζήτημα έχει μπει στο πιο προχωρημένο διαπραγματευτικό στάδιο των συναντήσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Όμως, όσο και αν ο ΟΗΕ αλλά και μεγάλη μερίδα των κυπριακών κομμάτων και ΜΜΕ εξέφραζαν μεγάλη αισιοδοξία για γρήγορη κατάληξη σε θέματα όπως το εδαφικό και οι εγγυήσεις, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Δεν συνέβη όχι γιατί δεν υπήρξε προχώρημα στη διαπραγμάτευση (μιας και για πρώτη φορά είχαμε κατάθεση χαρτών και από τις δύο πλευρές αλλά και συμμετοχή της Τουρκίας στις διαβουλεύσεις), αλλά γιατί σε αυτήν τη φάση των συζητήσεων είναι τόσα τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, ντόπια και ξένα, που θα ήταν εκτός πραγματικότητας να αναμένει κανείς άμεση υπογραφή συμφωνίας, δεδομένων και των δηλώσεων που είχαν προηγηθεί ότι πρόκειται για μια «διαδικασία ανοιχτού ορίζοντα». Παρά ταύτα, η σύσκεψη δεν κατέληξε σε ναυάγιο και αφού όλοι κατέθεσαν τις θέσεις τους και μέτρησαν τις δυνάμεις τους, ανανέωσαν το ραντεβού σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να δοθεί χρόνος για παρασκηνιακές διαβουλεύσεις.
Στην πραγματικότητα το παρασκήνιο των διαβουλεύσεων μετά τη Γενεύη οργιάζει. Μια συνάντηση που διεξήχθη στο Μοντ Πελεράν μεταξύ τεχνοκρατών με περιορισμένη εξουσιοδότηση δεν κατέληξε σε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα και οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων έσπευσαν να δηλώσουν ότι δεν θα ορίσουν νέα συνδιάσκεψη άμεσα (όπως ήταν ο αρχικός σχεδιασμός), αλλά μόλις οι ενδείξεις των συγκλίσεων θα είναι τέτοιες που να τους επιτρέπουν μια καταρχήν συμφωνία μεταξύ των μερών. Από αυτό το σημείο και έπειτα παρατηρείται ένα μπαράζ συναντήσεων, τηλεφωνικών επαφών, θερμών δηλώσεων και επεισοδίων στο Αιγαίο που εμπλέκουν όλα τα μέρη της συνδιάσκεψης της Γενεύης. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων συναντήθηκαν την 1η Φλεβάρη και συμφώνησαν ότι θα συναντιούνται μία φορά την εβδομάδα ώστε να κλείσουν εκκρεμότητες στο σύνολο των κεφαλαίων. Επίσης εξουσιοδότησαν τον σύμβουλο του ΟΗΕ για το Κυπριακό, Έσπεν Μπαρθ Έιντε, να ξεκινήσει τις διεργασίες για μια νέα συνάντηση στη Γενεύη στις αρχές Μάρτη σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών. 
Αυτές οι εξελίξεις έχουν ξανανοίξει τη συζήτηση μέσα στην κυπριακή κοινωνία και έχουν οξύνει την πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση, που σιγόκαιγε από την εποχή του σχεδίου Ανάν και στις δύο πλευρές του νησιού. 
Τουρκοκυπριακή Αριστερά
Όπως εύστοχα παρατηρεί σε πρόσφατη ανακοίνωσή της η τουρκοκυπριακή οργάνωση Bagimsizlik Yolu (Δρόμος της Ανεξαρτησίας): «Από τη μια μεριά έγιναν κινητοποιήσεις για “ενθάρρυνση” των διαπραγματευτών, από την άλλη εθνικιστές αύξησαν τη δόση της “πατριωτικής” φιλολογίας στα μέσα δικτύωσης. Αλλά, πλάι σε αυτά, ο λόγος που γίνεται για συμμετοχή στο Κυπριακό θεσμών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, καθώς και η παρουσία Τουρκίας, Ελλάδας και Βρετανίας στο τραπέζι, αποδεικνύουν πως η ιδέα της διαδικασίας επίλυσης σαν μιας διαδικασίας “από τους Κύπριους” και μιας πιθανής συμφωνίας να είναι “κυπριακής ιδιοκτησίας” είναι παραμύθια [...]
Η φυσική επανένωση του νησιού, η ανάπτυξη αδελφοσύνης μεταξύ των λαών, η ανάμειξη των Τ/κ στο διεθνές δίκαιο, η πολιτική ισότητα, το οικονομικό σύστημα, η καταπολέμηση καταπιέσεων, η θέση του ιμπεριαλισμού στην Κύπρο κ.ά. Αυτές είναι μερικές από τις πλευρές του ζητήματος και παρόλο που έχουν συζητηθεί στις διαπραγματεύσεις, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτά δεν συζητιούνται με κριτήριο το λαϊκό συμφέρον [...] 
Η εκτίμηση από τις πιθανές εξελίξεις δεν είναι ότι μια λύση θα δημιουργήσει μια Κύπρο ελεύθερη από προβλήματα, αλλά ότι θα δημιουργήσει νέες καταστάσεις και προκλήσεις γενικότερα με ανοιχτά ενδεχόμενα. Έχοντας αυτό υπόψη, οι υποστηρικτές της ειρήνης οφείλουν να προσεγγίσουν τις εξελίξεις με αντικειμενικότητα. Ούτε να διστάσουν μπροστά στους εθνικιστές και φασίστες, ούτε όμως να φτιάχνουν πλαστά σενάρια για να τα πουλήσουν στον κόσμο με την απόσπαση μιας συμφωνίας από την πραγματικότητά της...».
Όλα δείχνουν ότι πριν από τον Απρίλιο δεν θα έχουμε συνταρακτικές εξελίξεις στις συνομιλίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η διαδικασία θα αφεθεί να παγώσει οριστικά. Οι όροι, όμως, με τους οποίους εξελίσσεται η διαδικασία είναι βαθιά προβληματικοί. Και επειδή όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά, η ε/κ Αριστερά δεν μπορεί να εθελοτυφλεί αντιμετωπίζοντας τις κινήσεις τακτικής του Αναστασιάδη ως αποδείξεις άλλοτε «θαρραλέας» και άλλοτε «δειλής» εκπροσώπησης των Ε/κ συνολικά. Και ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο συντασσόμαστε πλήρως με την εκτίμηση των Τουρκοκύπριων συντρόφων πως «το καθήκον των σοσιαλιστών είναι να είναι προετοιμασμένοι για το αύριο με τη συνείδηση ότι υπάρχουν νέες ευθύνες και προκλήσεις σε κάθε νέα κατάσταση. Αυτή η προετοιμασία δεν μπορεί να εστιάζει και να περιστρέφεται γύρω από το θέαμα των διαπραγματεύσεων, αλλά στην πολιτική οργάνωση στην πραγματική ζωή».

*Μέλος της αριστερής οργάνωσης «Γρανάζι» στην Κύπρο.