Διεθνής μιλιταριστικός ρατσισμός χωρίς προσχήματα

Μ ια πανίσχυρη νατοϊκή αρμάδα, με πυρήνα 5 φρεγάτες (ελληνική, τουρκική, γερμανική, ιταλική και καναδική) και 10-15 ακόμα πολεμικά πλοία, επιχειρεί ήδη στο ανατολικό Αιγαίο με στόχο εξαθλιωμένους και άοπλους ανθρώπους, τους χιλιάδες πρόσφυγες που θαλασσοπνίγονται προσπαθώντας να ξεφύγουν από την κόλαση άναρχου πολέμου που έχει επιβληθεί στη Συρία.
Ο καταρχήν στόχος της αρμάδας περιγράφεται με τον πιο επίσημο τρόπο από τα χείλη των κυβερνητικών εκπροσώπων (συμπεριλαμβανομένης της γερμανικής κυβέρνησης που αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο): «Η αποτροπή των προσφυγικών ροών». Το θανατηφόρο «push back», ο βίαιος εξαναγκασμός των προσφύγων να γυρίσουν πίσω, γίνεται υπόθεση υπερσύγχρονων και πανίσχυρων πολεμικών πλοίων!
Στα προσχήματα των νατοϊκών προπαγανδιστών περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός περί πολέμου «κατά των διακινητών». Όμως η υπόθεση περί διακινητών ανήκει στο παρελθόν: μετά τις τραγωδίες στη Λαμπεντούζα οι δυτικές δυνάμεις αποφάσισαν, τότε, να... βυθίζουν προληπτικά τα στοιχειώδη πλοιάρια των διακινητών (παλιά φορτηγά πλοία ή συνηθέστερα παλιά ψαροκάικα) μέσα στα λιμάνια τους, στις ακτές της Βόρειας Αφρικής. Αυτή η απόφαση έσπρωξε αναγκαστικά τους πρόσφυγες σε ακόμα πιο επικίνδυνους τρόπους «διάβασης»: Σήμερα εκατοντάδες άνθρωποι συνωθούνται σε άθλιες φουσκωτές βάρκες και χωρίς συνοδεία κάποιου έμπειρου ναυτικού επιχειρούν να διανύσουν μόνοι κάποια περάσματα μικρής απόστασης. Παρ’ όλα αυτά, πνίγονται κατά χιλιάδες. Οι «διακινητές» έχουν απλώς αποχωρήσει από το πεδίο των τραγωδιών. 
Το ρατσιστικό κίνητρο των ευρωηγεσιών παρουσιάζεται γυμνό. Όπως το είπε κομψά ο Ντόναλντ Τουσκ: «Η Ευρώπη θα αναγκαστεί να κάνει τον εαυτό της λιγότερο ελκυστικό, αν και δεν το θέλει». Αυτό το «λιγότερο ελκυστικό» προφίλ του δυτικού ιμπεριαλισμού θα επιβληθεί πάνω στους πρόσφυγες με γυμνή στρατιωτική βία. 
Τα αποτελέσματα θα είναι τραγικά. Επειδή το κύμα των προσφύγων δεν είναι δυνατόν να ανακοπεί, η παρουσία των νατοϊκών πλοίων θα τους σπρώξει να επιχειρούν να «περάσουν» από τα πιο επικίνδυνα περάσματα, νύχτα και με χειρότερο καιρό. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς θαλασσόλυκος για να κατανοήσει ότι τα «ναυάγια» θα αυξηθούν κατακόρυφα, με εκατόμβες καταγεγραμμένων νεκρών και πολλούς περισσότερους «αγνοούμενους»...
Απάνθρωπη διπλωματία
 Η ανάληψη δράσης από το ΝΑΤΟ στο Αιγαίο έγινε με τη σύμφωνη γνώμη των κυβερνήσεων της Αθήνας και της Άγκυρας. 
Η Γερμανία και οι άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις έχουν ήδη στραφεί στη ρατσιστική πολιτική της βίαιης «αποτροπής των προσφυγικών ροών». Η Μέρκελ αντιμετωπίζει πολιτικό πρόβλημα στα δεξιά της, ο Ολάντ επιχειρεί να παρατείνει επ’ αόριστον την «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» στη Γαλλία στο όνομα της αντιμετώπισης των τζιχαντιστών, ο Ρέντσι διαπραγματεύεται οικονομικούς στόχος του (το θηριώδες χρέος της Ιταλίας) με αντίβαρο την πολιτική κλειστών συνόρων προς τους πρόσφυγες. Η ΕΕ γίνεται ραγδαία «λιγότερο ελκυστική» για τους πρόσφυγες, για τους μετανάστες, αλλά και για τους ντόπιους πληθυσμούς.
Η Τουρκία «φιλοξενεί» 2 έως 3 εκατομμύρια πρόσφυγες, κυρίως από τη Συρία αλλά και την υπόλοιπη ρημαγμένη Ανατολή. Πρόκειται για κολοσσιαίο οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα, και το καθεστώς Ερντογάν προσπαθεί να στρέψει ένα τμήμα αυτού του πληθυσμού προς την (όπως...) φυγή προς τη Δύση. Η αποδοχή της νατοϊκής «τάπας» στο Αιγαίο γίνεται προφανώς για γενικότερους διπλωματικούς λόγους. Ο πόλεμος στη Συρία (βλ. σελ. 18-19) εγκυμονεί εξελίξεις που αποτελούν διπλωματικό και πολιτικό εφιάλτη για την Άγκυρα: τη σύσταση ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στα νότια και νοτιοανατολικά σύνορά της αλλά και τη στρατιωτική ισχύ ενός ρεύματος του παναραβικού εθνικισμού (ISIS) που, με τη μορφή του «χαλιφάτου της Βαγδάτης» προκαλεί κάποιους αιώνιους ισχυρισμούς του τουρκικού εθνικισμού. Οι μεγάλης κλίμακας επιθέσεις των τζιχαντιστών στην Τουρκία επιβεβαιώνουν αυτήν την αντίθεση, διαψεύδοντας τις τόσο δημοφιλείς στον ελληνικό Τύπο θεωρίες συνωμοσίας για τις σχέσεις του Ερντογάν με το ISIS. Τέλος, η ορμητική παρέμβαση των Ρώσων του Πούτιν στη Συρία έχει αλλάξει τα στρατιωτικά δεδομένα και για πρώτη φορά ύστερα από καιρό εμφανίζεται ως ρεαλιστικό ένα σενάριο σταθεροποίησης του καθεστώτος Άσαντ ως σημείου ισορροπίας για τις μεταπολεμικές συνθήκες. Όλοι αυτοί οι παράγοντες πιέζουν τον Ερντογάν για φιλοδυτική στροφή, για κλείσιμο των πολλαπλών ρωγμών που άνοιξαν στη μετά τον πόλεμο στο Ιράκ σχέση μεταξύ Τουρκίας και ΝΑΤΟ, για προσπάθεια να αποδείξει ότι αποτελεί αναντικατάστατο στήριγμα του δυτικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή. 
Ανάλογα είναι τα κίνητρα για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η Ελλάδα καλείται, σύμφωνα ακόμα και με τον κ. Μουζάλα, να σηκώσει το βάρος της «φιλοξενίας» 50 ως το πολύ 70 χιλιάδων προσφύγων. Πρόκειται για μια διάσταση «διαχειρίσιμη» που όμως χάνεται μέσα στη μιντιακή και πολιτική «αξιοποίηση» του θέματος. Ακόμα και στις δηλώσεις Τσίπρα ήταν φανερή η προσπάθεια διαπραγμάτευσης της γραμμής για τους πρόσφυγες με στόχο μια κάποια χαλάρωση των οικονομικών πιέσεων των δανειστών για την ταχύτητα υλοποίησης του Μνημονίου 3. Επίσης, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Δημ. Αβραμόπουλου, το ισχυρό ελληνικό πολεμικό ναυτικό και το λιμενικό θα μπορούσαν να επιβάλουν επιχειρησιακά μια πολιτική «αποτροπής» των προσφύγων. Αυτό που δεν θα μπορούσαν να πετύχουν θα ήταν να επιβάλουν στο τουρκικό κράτος να δέχεται πίσω τους πρόσφυγες που θα έχουν «αποτραπεί» σε διεθνή ή ελληνικά ύδατα. Και το καθήκον αυτό αναλαμβάνει ήδη η νατοϊκή δύναμη. 
Πάνω στο κεφάλι των προσφύγων, πάνω στην τύχη επιβίωσης άοπλων και ανίσχυρων ανθρώπων, στήνεται ένα τεράστιο παιχνίδι: το ΝΑΤΟ αναπτύσσει στρατιωτική αρμάδα μέσα σε μια «καυτή» περιοχή, σε απόσταση αναπνοής από τη Συρία αλλά και από τις ρωσικές φρεγάτες που ήδη πλέουν στην ανατολική Μεσόγειο. Όμως οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είναι ένας ακόμα παράγοντας που περιπλέκει επικίνδυνα τις εξελίξεις. 
Παιχνίδια κυριαρχίας
Το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο καθορίζεται από τη Συνθήκη της Λοζάνης. Τη συνθήκη μεταξύ της τότε (ηττημένης) Τουρκίας και των νικητριών βαλκανικών χωρών, κυρίως της Ελλάδας ως προς τη θάλασσα, υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Η Συνθήκη της Λοζάνης δίνει την ελληνική κυριαρχία σε πολλά νησιά του Αιγαίου, ορίζοντάς τα ονομαστικά, αλλά καταλήγει ορίζοντας ότι όποια άλλα ζητήματα κυριαρχίας προϋποθέτουν νέες διμερείς συμφωνίες, υπό την εγγύηση των ίδιων Μεγάλων Δυνάμεων. 
Όπως ήταν σχεδόν αναμενόμενο, τόσο το τουρκικό όσο και το ελληνικό κράτος επιχείρησαν στη συνέχεια να ερμηνεύσουν τη Συνθήκη της Λοζάνης με βάση το συσχετισμό δύναμης μεταξύ τους. 
Η Τουρκία, αφού εξαφάνισε την ελληνική-χριστιανική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, δίνει την έμφαση στη διατήρηση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 6 ναυτικά μίλια, ώστε να διατηρείται το Αιγαίο ως «ανοιχτή θάλασσα», με διαδρόμους διεθνών υδάτων. Στην πολιτική αυτή είχε την υποστήριξη Μεγάλων Δυνάμεων, ακόμα και της ΕΣΣΔ, που είχαν συμφέροντα ανεμπόδιστης διέλευσης στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο. 
Η Ελλάδα –κυρίως μετά την ήττα στην Κύπρο το 1974– αφού στρατιωτικοποίησε τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, προωθεί πολιτική «κλειστής ελληνικής λίμνης» (προσπάθεια επέκτασης των χωρικών υδάτων, ζήτημα κυριαρχίας σε βραχονησίδες που αποκτούν στρατηγική σημασία κ.ο.κ.).
Ο συσχετισμός σε αυτό το ζήτημα είναι ανοιχτός, δεν έχει ακόμα κριθεί. Σε αυτό λογοδοτεί η πολιτική διαρκούς «ψυχρής» αναμέτρησης, που πληρώνεται ακριβά σε κόστος και ζωές, όπως στο πρόσφατο δυστύχημα με το ελικόπτερο στην Κίναρο.
Υποτίθεται ότι ο νατοϊκός σχεδιασμός θα αποφύγει να ενεργοποιήσει αυτήν την ένταση: οι ελληνικές όπως και οι τουρκικές δυνάμεις θα επιχειρούν μέσα στα διεθνώς αναγνωρισμένα όρια εθνικής κυριαρχίας τους. Όμως η φύση της περιοχής (με τις εκατοντάδες νησίδες, βράχους κ.ο.κ.) αλλά και των επιχειρήσεων (της καταδίωξης σχεδόν ακυβέρνητων φουσκωτών ξέχειλα φορτωμένων με ανθρώπους...) δεν αποκλείει ανεξέλεγκτα επεισόδια. Και η πρόσφατη ιστορία (από τα γνωστά Ίμια ως άλλα «άγνωστα» επικίνδυνα κρούσματα) δείχνει ότι αυτά μπορεί να φτάσουν στα πρόθυρα πολεμικής περιπέτειας. 
Όλο αυτό θα έπρεπε να είναι απαράδεκτο για μια κυβέρνηση δημοκρατική (πολύ περισσότερο για όσους καμώνονται τους... ριζοσπάστες αριστερούς). Σε συνθήκες άγριας λιτότητας, σε συνθήκες βαθιάς κοινωνικής κρίσης, το παιχνίδι του ρατσισμού σε συνδυασμό με τον εθνικισμό και τη φιλοϊμπεριαλιστική πολιτική είναι όχι απλώς απαράδεκτο, είναι ακραία επικίνδυνο.
Η Αριστερά, το εργατικό κίνημα, η λαϊκή κοινωνική πλειοψηφία, έχει κάθε συμφέρον να συνεχίσει να εκδηλώνει αλληλεγγύη στους πρόσφυγες, να διατρανώσει το «έξω αμέσως το ΝΑΤΟ από το Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο», να προλάβει κάθε ενδεχόμενο επικίνδυνης αναζωπύρωσης των εθνικισμών στην περιοχή.