Το πανόραμα της ευρω-κάλπης

διεθνή / Πάνος Πέτρου / 28.08.2019

Οι ευρωεκλογές έχουν μια ιδιαιτερότητα. Είναι άθροισμα διαφορετικών εκλογικών αναμετρήσεων που συνήθως έχουν χαρακτήρα «δημοψηφίσματος» για την κυβέρνηση σε κάθε χώρα, και συχνά η εμφάνιση μιας τάσης σε κάποιες χώρες αναιρείται σε κάποιες άλλες. Με αυτό ως δεδομένο, προκύπτει ωστόσο μια «μεγάλη εικόνα», που φωτίζεται από κάποιες εξελίξεις σε σημαντικά μεγάλα κράτη-μέλη.

Το κυρίαρχο είναι η συνέχεια της κρίσης του παραδοσιακού δικομματισμού. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ευρωκοινοβουλίου, ο «μεγάλος συνασπισμός» του δεξιού Λαϊκού Κόμματος με τους Σοσιαλδημοκράτες, που άτυπα «συγκυβερνά» στην ΕΕ, έχασε την πλειοψηφία. Το άθροισμα των δύο μεγάλων «ευρωπαϊκών οικογενειών» δεν ξεπερνά το 50% των εδρών. Και οι απώλειες αφορούν και τις δύο παρατάξεις.
Ηχηρά χαστούκια στην 
παραδοσιακή κεντροδεξιά

Η κεντροδεξιά παρά τις πρωτιές κι επιτυχίες της σε κάποιες χώρες (Αυστρία, Δανία, Φινλανδία, Βουλγαρία, Σλοβενία κ.ά.), αντιμετώπισε πολλαπλά σοκ –ειδικά στις μεγαλύτερες χώρες. Η «ατμομηχανή» του Λαϊκού Κόμματος, η γερμανική Χριστιανοδημοκρατία υποχώρησε στο 28,9% (6,5 μονάδες κάτω από τις τελευταίες ευρωεκλογές, αλλά και 4 μονάδες κάτω από τις τελευταίες εθνικές εκλογές του 2017), το χειρότερο αποτέλεσμά της σε πανεθνική εκλογική αναμέτρηση. Η κάποτε κραταιά «Φόρτσα Ιτάλια» του Μπερλουσκόνι, που είχε ήδη χάσει την πρωτοκαθεδρία στο χώρο της Δεξιάς, συνέχισε να συρρικνώνεται και από δύναμη του 14-15% (στις τελευταίες ευρωεκλογές αλλά και στις εθνικές του 2018) βρέθηκε στο θλιβερό μονοψήφιο 8,8%. Το ίδιο ακριβώς εξελίσσεται και στη Γαλλία, όπου η παραδοσιακή κεντροδεξιά («οι Ρεπουμπλικάνοι») από δύναμη του 20% (στις τελευταίες ευρωεκλογές αλλά και στις προεδρικές του 2017) βρέθηκε στο 8,5%. Διαστάσεις συντριβής πήρε η ήττα των Τόρηδων σε Αγγλία και Β. Ιρλανδία. Εκεί, το 8,8% και η πέμπτη θέση (!) αποτέλεσε πραγματικό σεισμό. Είναι ραγδαία πτώση αν συγκριθεί με το 24% των ευρωεκλογών του 2014. Αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι είχε κερδίσει τις εθνικές εκλογές του 2017 με 42,5%! Την εικόνα συμπληρώνει η αδυναμία στην Ιβηρική: Στην Πορτογαλία τα δύο κεντροδεξιά κόμματα αθροίζουν 28% (όσο και το 2014, πολύ κάτω από το 39% των εθνικών εκλογών το 2015), ενώ στην Ισπανία το Λαϊκό Κόμμα με 20% απλώς βελτίωσε λίγο τη θέση του απέναντι στους ενδο-δεξιούς ανταγωνιστές του (Σιουδαδάνος και Vox) σε σχέση με την εθνική κάλπη λίγες βδομάδες πριν, παραμένοντας όμως πολύ κάτω από τα υψηλά ποσοστά του παρελθόντος.
Η κρίση της κεντροαριστεράς 
συνεχίζεται

Στην κεντροαριστερά, πέρα από κάποιες πρωτιές (Σουηδία, Ολλανδία) με «χλωμά» ποσοστά, επικρατεί η εικόνα στασιμότητας ή/και συρρίκνωσης. Το γερμανικό SPD συνεχίζει την μακρά πορεία «πασοκοποίησης σε αργή κίνηση», σπάζοντας σε κάθε εκλογική αναμέτρηση το προηγούμενο ιστορικό αρνητικό του ρεκόρ. Από 27,3% στις ευρωεκλογές του 2014, στο 20,5% στις εθνικές εκλογές του 2017 και στο 15,8% σήμερα, πέφτοντας στην τρίτη θέση και καθιστώντας αβέβαιη τη συνέχεια της γερμανικής συγκυβέρνησης. Στη Γαλλία, η «πασοκοποίηση» υπήρξε πιο βίαια και δείχνει αδύνατο να αντιστραφεί. Οι Σοσιαλιστές έμειναν καθηλωμένοι στο 6,2%, όπως και στην ιστορική κατεδάφισή τους στις  προεδρικές του 2017, και είναι «σκιά» του παλιού εαυτού τους. Στην Ιταλία το Δημοκρατικό Κόμμα, με νέα ηγεσία στη θέση του Ρέντσι κι επιχειρώντας να αναβαπτιστεί ως μοναδική αντιπολίτευση στην ακροδεξιά, πήρε 22,7%, ανεβαίνοντας 4 μονάδες από τη συντριβή των εθνικών εκλογών του 2018, κι αναρριχήθηκε στη δεύτερη θέση. Αλλά πρόκειται για ένα σκορ που είναι 18 μονάδες κάτω από το 2014. Οι «ενισχύσεις» από το Ηνωμένο Βασίλειο (όπου το «ρεύμα Κόρμπιν» είχε αναζωογονήσει τους Εργατικούς) δεν έφτασαν ποτέ. Οι περιπέτειες του Brexit και η αμφισημία της στάσης του κόμματος καθήλωσε τους Εργατικούς στο 13,6%, 10 μονάδες κάτω από το 2014 και κυρίως συντριπτικά κάτω από το ισχυρό 40% των τελευταίων εθνικών εκλογών το 2017, καθώς ειδικά στο ΗΒ, η κάλπη πήρε χαρακτηριστικά «υπέρ ή κατά της ΕΕ». Η εκλογική επιβράβευση της «αριστερόστροφης» ή «αντιδεξιάς» κίνησης των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων επιβεβαιώθηκε ωστόσο στην περίπτωση των Σοσιαλιστών στην Ιβηρική, με τους Πορτογάλους να έχουν καθαρή πρωτιά με 33,4% (λίγο πάνω από το ποσοστό του 2014 και αυτό των εθνικών που τους έφερε στην κυβέρνηση το 2015) ενώ οι Ισπανοί κερδίζουν 32,8%, χτίζοντας ρεύμα πάνω στην πρόσφατη νίκη τους στις εθνικές εκλογές (4 μονάδες πάνω).
Το νέο ακραίο κέντρο
Σε αυτό το τοπίο υποχώρησης του ιστορικού δικομματισμού, η νέα αναγκαία ευρω-πλειοψηφία θα προκύψει από τη συνδρομή του «κέντρου». Παρά την πολυχρωμία της Συμμαχίας Φιλελεύθερων Δημοκρατών (αλλού πιο δεξιά οικονομικά φιλελεύθερα κόμματα, αλλού πιο «προοδευτικά» με προφίλ κοινωνικής ευαισθησίας), πρόκειται για δυνάμεις που πρέπει να υπολογίζονται ως εφεδρεία του αστισμού και του νεοφιλελεύθερου «ευρωπαϊσμού».
Άλλωστε φυσικός ηγέτης αυτού του χώρου θεωρείται ο Εμμανουέλ Μακρόν (που έχασε το στοίχημα της πρώτης θέσης, αλλά έδειξε εκλογική ανθεκτικότητα πάνω στα ερείπια των παλιών μεγάλων κομμάτων), ενώ το έτερο «νέο αίμα» στην ευρωπαϊκή οικογένεια αποτελούν οι Σιουδαδάνος (που στην Ισπανία καταγράφηκαν το προηγούμενο διάστημα ως τμήμα του «δεξιού μπλοκ» και προσθέτουν ένα 12,2% στον «ακροκεντρώο» χώρο). Ο θρίαμβος των Φιλελεύθερων στο Ηνωμένο Βασίλειο (19,6% και δεύτερη θέση, ως κόμμα της «παραμονής στην ΕΕ») μαζί με κάποιες συμπαθείς επιδόσεις σε χώρες με παράδοση «κεντρώου φιλελευθερισμού» (Ολλανδία, Δανία κλπ) και την ανάδυση δυνάμεων που συνδυάζουν την «αντι-ολιγαρχική» ρητορική με την προοπτική του «εξευρωπαϊσμού» στην ανατολική Ευρώπη, την κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια ερμηνεύουν την ενίσχυση αυτού του ρεύματος.
Η ακροδεξιά ήρθε για να μείνει
Η ακροδεξιά ήταν μια άλλη δύναμη που ενισχύθηκε στην ευρωκάλπη. Στις πιο μικρές χώρες, αλλού έδειξε σημαντική άνοδο (Βέλγιο), αλλού σημαντική υποχώρηση (Δανία, Εσθονία), αλλού στασιμότητα (Φινλανδία, Σουηδία), αλλού εσωτερική αναδιάταξη (Ολλανδία, όπου το νέο «Φόρουμ για τη Δημοκρατία» ξεπετάχτηκε εντυπωσιακά κι υποσκέλισε το παλιά ισχυρό «Κόμμα Ελευθερίας» του Βίλντερς που υποχώρησε στις 3,5 μονάδες).
Αντίστοιχη «ποικιλία» υπήρξε στα μεγάλα κράτη. Η γερμανική AfD πήρε 11%. Είναι ανώτερο του 7% που είχε πάρει ως «πρωτοεμφανιζόμενη» στις ευρωεκλογές του 2014, αλλά δεν συνέχισε την «επέλαση από κάλπη σε κάλπη», καθώς πρόκειται για σκορ που είναι κάτω από το 12,6% των εθνικών εκλογών του 2017. Το Vox αντίστοιχα πήρε 6%, δηλαδή πολύ πάνω από το 1,5% του 2014 (τα χρόνια της ανυποληψίας) αλλά εμφανώς κατώτερο του πρόσφατου 10% στην εθνική κάλπη, πιεζόμενο μάλλον από την σχετική ανασύνταξη του δεξιού Λαϊκού Κόμματος. Το αυστριακό FpO που βρέθηκε εκτός συγκυβέρνησης εν μέσω σοκαριστικού σκανδάλου, πήρε 17%. Μόλις 2,5 μονάδες κάτω από το 2014, αλλά 9 μονάδες κάτω από τις βουλευτικές που το έφεραν στη συγκυβέρνησητο 2017. Παρόλα αυτά, πρόκειται για πολύ ισχυρό ποσοστό που δείχνει «ανθεκτικότητα» του ρεύματος ακόμα και στα δύσκολα.
Μαζί με την ιδιομορφία του νέου κόμματος Brexit του Φάρατζ που θριάμβευσε με 30% (αξιοποιώντας τον «ευρω-δημοψηφισματικό» χαρακτήρα της κάλπης), τα πιο μαύρα νέα έρχονται από την Ιταλία. Η Λέγκα του Σαλβίνι, που κυβερνά από το 2018 ως «μικρός εταίρος» (έχοντας το 17,35%), κατόρθωσε να εκτιναχτεί στο 34%, εις βάρος και της παραδοσιακής Δεξιάς και του κυβερνητικού εταίρου της (Πέντε Αστέρια) που συρρικνώνεται. Μαζί με το 6,5% των νεοφασιστών Φρατέλι Ντι’ Ιτάλια (2,5 μονάδες πάνω από το «κλασσικό» τους σκορ σε προηγούμενες εκλογές), δημιουργείται μια ακροδεξιά πλειοψηφία που μπορεί να αναλάβει την διακυβέρνηση μέσα από νέες πρόωρες κάλπες που θα βάλουν τέλος στην ιδιόμορφη συγκυβέρνηση με τους Πεντάστερους, προς τα (ακρο)δεξιότερα. Μαζί με την αυστριακή περίπτωση και το 52% του κυβερνητικού Φιντέζ στην Ουγγαρία (ίδιο σκορ με προηγούμενες κάλπες) υπογραμμίζουν την δυνατότητα της ακροδεξιάς να «χτίζει ηγεμονία» από κυβερνητικές θέσεις και καθιστούν αφελή την εκτίμηση ότι κυβερνώντας θα εκτεθούν/καταρρεύσουν αυτόματα. Η απουσία μαζικής ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι ένα κοινό σε αυτές τις χώρες (Ιταλία, Ουγγαρία, Αυστρία) που αποδεικνύει ότι η χλωμή κεντροαριστερή αντιπολίτευση αδυνατεί να επιτελέσει το καθήκον της αποτελεσματικής αντιπαράθεσης με την ακροδεξιά.
Στη Γαλλία, το κόμμα της Λεπέν κατέκτησε την πρωτιά με 23,3% και μια μονάδα διαφορά από την παράταξη του Μακρόν. Είναι ένα αποτέλεσμα ανάμεσα στο 21,3% και τη δεύτερη θέση στις προεδρικές του 2017 και το 25% και την πρώτη θέση που είχε πάρει το Εθνικό Μέτωπο το 2014 στις ευρωεκλογές. Οπότε πίσω από τον υπερβολικό θόρυβο της «πρωτιάς Λεπέν» μπορεί κανείς να εντοπίσει ότι πρόκειται για στασιμότητα. Αλλά μπορεί επίσης να μιλήσει για «σταθεροποίηση» του ακροδεξιού κόμματος σε τέτοια ποσοστά και θέσεις, το οποίο από μόνο του είναι ανησυχητικό.
Η γαλλική περίπτωση κατά τη γνώμη μας συμπυκνώνει τον γενικό απολογισμό της ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Δεν υπήρξε το «εθνικιστικό τσουνάμι» το οποίο προσδοκούσε και δεν έπιασε τους στόχους που έθετε στον εαυτό της. Σε σχέση με τον καλπασμό της σε μια σειρά εθνικές κάλπες τα προηγούμενα 2-3 χρόνια, παρουσίασε μια ανάμικτη εικόνα (όπως περιγράφηκε παραπάνω). Αλλά η άνοδος της από την τελευταία πανευρωπαϊκή καταγραφή του 2014 αφορά ακριβώς όσα μεσολάβησαν αυτά τα 5 χρόνια. Οι φετινές ευρωεκλογές δεν ήταν η στιγμή της εφόδου της ακροδεξιάς, γιατί αυτή είχε ήδη συντελεστεί. Και στις 26 Μάη αποτυπώθηκε αυτή η πραγματικότητα της προηγούμενης περιόδου. Σε τρία ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) η ακροδεξιά αναδείχθηκε πρώτη δύναμη. Και στα δύο από αυτά (Γαλλία, Ιταλία) δείχνει ότι έχει εκτοπίσει μόνιμα την παραδοσιακή κεντροδεξιά από την πρωτοκαθεδρία στο συντηρητικό χώρο.
Αυτή η κατάσταση (σχετικής στασιμότητας αλλά και σταθερής «εγκατάστασης» στην κεντρική πολιτική σκηνή) περιγράφει την περίοδο που περνάμε. Ο θεωρητικός και αγωνιστής του αντιφασιστικού κινήματος, Ντέιβιντ Ρέντον, καταγράφει αυτήν την διαδικασία «εγκατάστασης», και μας προϊδεάζει για έναν παρατεταμένο «πόλεμο θέσεων» εκ μέρους της ακροδεξιάς (μετά την πρώτη περίοδο «αστραπιαίας» ανόδου), τον οποίο έχουμε μπροστά μας να αντιμετωπίσουμε.
Αριστερά σε βαθιά αδυναμία
Δυστυχώς σε αυτό το γεμάτο προκλήσεις και κινδύνους τοπίο, η ριζοσπαστική Αριστερά στην Ευρώπη δείχνει σε πολύ άσχημη κατάσταση. Καταγράφηκε πανευρωπαϊκά η σχετική μείωση των (περιορισμένων) ποσοστών της αριστερής ευρω-ομάδας.
Αν το 2014 ο ΣΥΡΙΖΑ (και δευτερευόντως οι πρωτοεμφανιζόμενοι τότε Ποδέμος) αποτέλεσε την «ατμομηχανή» της ευρωπαϊκής Αριστεράς, η πορεία που ακολούθησε από το καλοκαίρι του 2015 και μετά αποτελεί ένα λόγο της εξήγησης της σημερινής υποχώρησής της. Φυσικά υπήρξαν (ή προϋπήρχαν) κι άλλοι παράγοντες. Ο ευρω-μεταρρυθμισμός και η κεντροαριστερή πολιτική οδήγησαν ισχυρές δυνάμεις όπως το ΚΚΓ στην συρρίκνωση (2,5%) ή την κάποτε ισχυρή ιταλική Αριστερά στην εξαέρωση (1,7% για μια «Αριστερά» που έτσι κι αλλιώς ήταν εξαιρετικά χλωμή στο πολιτικό στίγμα της). Το γερμανικό Linke, ταλαντευόμενο την προηγούμενη περίοδο μεταξύ ενός φλερτ με την κεντροαριστερά (Γκίζι) και λαϊκιστικών πειραματισμών που υποκλίνονται στο ρατσισμό (Βάγκενχεντ) βρέθηκε στο 5,5%, το χειρότερο ποσοστό του σε πανεθνική κάλπη από όταν ιδρύθηκε. Κάποιες νέες καλοδεχούμενες προσπάθειες στην «έρημο» της ανατολικής Ευρώπης δεν μπορούν να αλλάξουν την εικόνα.
Τα καλά νέα από το Βέλγιο (όπου το αριστερό-ριζοσπαστικό Εργατικό Κόμμα συνεχίζει να εκπλήσσει ευχάριστα τελευταία παίρνοντας 8,6% στις εθνικές εκλογές που έγιναν την ίδια μέρα, από 3,5%), το σταθερά καλό σκορ του Σιν Φέιν (11%) ή η σταθερότητα κάποιων δυνάμεων στις σκανδιναυικές χώρες επίσης δεν αλλάζουν την εικόνα.
Πόσο μάλλον που δυνάμεις που επιχείρησαν να εκφράσουν μια διαφοροποίηση από το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς και την ταύτιση με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφεραν κάποια σημαντική άνοδο. Η Ανυπότακτη Γαλλία πήρε 6,3%, κινούμενη στα επίπεδα που κατέγραφε παλιότερα το «Μέτωπο της Αριστεράς». Σε αυτό συμμετείχε τότε και το ΚΚΓ, άρα το φετινό άθροισμα 8,8% μπορεί να θεωρηθεί «άνοδος». Αλλά στη Γαλλία του Μακρόν, της Λεπέν, των Κίτρινων Γιλέκων και μετά το 20% του Μελανσόν στις προεδρικές του 2017, αυτό το σκορ μάλλον λειτουργεί ως «ανώμαλη προσγείωση». Στο Ισπανικό Κράτος, η συμμαχία γύρω από τους Ποδέμος και την Ενωμένη Αριστερά πήρε 10%. Εμφανώς πίσω από το αθροιστικό 18% των δύο κατεβασμάτων του 2014 ή/και τα ποσοστά που κατέγραφαν την εποχή της ανόδου των Ποδέμος, ενώ είναι κατώτερο και από το 14,3% στις πρόσφατες εθνικές εκλογές, δείχνοντας ότι η πίεση από τους Σοσιαλιστές και ο παραγκωνισμός της Αριστεράς σε «συμπληρωματική» δύναμη συνεχίζεται. Η πορτογαλική Αριστερά αντέχει ως μαζική δύναμη, αθροίζοντας 17% (κοντά στα ποσοστά της στις ευρωεκλογές του 2014 και τις εθνικές του 2015) με εσωτερική ανακατάταξη (το Μπλόκο με 10% παίρνει την πρωτοκαθεδρία από το ΚΚΠ). Αυτές οι δυνάμεις, παρά την αδυναμία που έδειξαν να ενισχυθούν, παραμένουν οι πλέον υπολογίσιμες σε μαζικότητα δυνάμεις στην ευρωπαϊκή Αριστερά και παρά τις κριτικές που μπορεί κανείς να κάνει (διαφορετικές στην κάθε περίπτωση), είναι θετικό ότι βρίσκονται σε μια αναζήτηση στα αριστερά της πολιτικής του ΚΕΑ. Πόσο μάλλον όταν άλλες δυνάμεις της άκρας Αριστεράς δεν μπόρεσαν να συγκροτήσουν κάποια άλλη εναλλακτική. Για παράδειγμα στην Ιταλία το Ποτέρε Αλ Πόπολο δεν κατέβηκε, ενώ στη Γαλλία η Lutte Ouvriere, έχοντας εξασφαλίσει και το κάλεσμα του NPA για εκλογική στήριξη σε αυτήν, πήρε 0,78%, μικρότερο ποσοστό και από το 1,2% που είχε πάρει μόνη της το 2014.
Πράσινο τσουνάμι
Αν υπάρχει μια πολιτική δύναμη που μπορεί να μιλά για «έφοδο» σε αυτές τις εκλογές, αυτοί είναι οι Πράσινοι. Στην Αυστρία 14% (τριπλασιασμός από τις εθνικές εκλογές του 2017), πολύ καλά σκορ (6 και 7%) σε Βρυξέλλες και νότιο Βέλγιο, 16% και δεύτερη θέση στη Φινλανδία, 13,5% και 3η θέση στη Γαλλία, 20,5% και δεύτερη θέση στη Γερμανία (διπλασιασμός από το 2014), πρώτοι στο Δουβλίνο, 11,4% στη Σουηδία, 11,8% στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για αλματώδη άνοδο από πολύ χαμηλότερα ποσοστά. Ανεξάρτητα από τα όρια αυτού του πολιτικού χώρου (όπως αποδείχθηκαν στο παρελθόν πχ στην συγκυβέρνηση με το SPD στη Γερμανία ή από το κατάντημα του Κον Μπεντίτ στη Γαλλία), το «πράσινο κύμα» οφείλει να λειτουργήσει ως υπενθύμιση δύο ζητημάτων στη ριζοσπαστική Αριστερά: Ότι η κρίση της κεντροαριστεράς συνεχίζει να παράγει «ακροατήρια» που αναζητούν έκφραση και κινούνται εχθρικά προς την ακροδεξιά (σε πολλές χώρες, ο αντιρατσισμός είναι η δεύτερη θεματολογία που σηκώνουν οι Πράσινοι μετά το περιβάλλον). Και ότι –ειδικά στη νεολαία που θα ζήσει για μερικές δεκαετίες ακόμα σε αυτόν τον πλανήτη– ενισχύεται η αίσθηση του κατεπείγοντος στην πάλη ενάντια στην κλιματική αλλαγή και τις συνέπειες που φέρνει αυτή στο κοντινό πλέον μέλλον. Οι συνεχιζόμενες μαθητικές απεργίες για το κλίμα διεθνώς, το μαζικό οικολογικό κίνημα πολιτικής ανυπακοής που συντάραξε την Αγγλία τις περασμένες βδομάδες βρήκαν αποτύπωμα στην κάλπη.
Για να μην εγκλωβιστεί αυτή η διάθεση σε πολιτικές «πράσινου καπιταλισμού» ή «φιλελεύθερου δικαιωματισμού», αποκομμένου από τα καθήκοντα της πάλης ενάντια στη λιτότητα και το νεοφιλελευθερισμό και τελικά το σύστημα που παράγει και το ρατσισμό και την οικολογική καταστροφή και τη φτώχεια, η ριζοσπαστική Αριστερά οφείλει να αλλάξει πολλά στον εαυτό της, για να δώσει μια άλλη, ταξική-σοσιαλιστική προοπτική, καθώς η Ευρώπη βυθίζεται σε πολιτική κρίση.