Το πείραμα της Ουγγαρίας

διεθνή / Πάνος Πέτρου / 25.01.2012

Ο «εθνικός δρόμος» της κυβέρνησης Ορμπάν και τα αδιέξοδά του, η "επιστροφή" των εθνικών ανταγωνισμών όπως εκφράζονται από το σημερινό πόκερ Ουγγαρίας-ΕΕ και η ακροδεξιά πολιτική που εφαρμόζει η Δεξιά στην Ουγγαρία έχουν χρήσιμα συμπεράσματα για την Αριστερά.

Για δεύτερη φορά μετά τις εκλογές σοκ του 2010 οι εξελίξεις στην Ουγγαρία απασχολούν το διεθνές ενδιαφέρον και στέλνουν χρήσιμα μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις.

Ως το 2010 ήταν μια «ιστορία επιτυχίας» για το ΔΝΤ. Οι Ούγγροι Σοσιαλιστές, που καθοδήγησαν τα προγράμματα λιτότητας που επέβαλλε, έπιασαν όλους τους στόχους. Το 2009 και το έλλειμμα και το χρέος της Ουγγαρίας ήταν κάτω από τους μέσους όρους της ΕΕ. Η «επιτυχία» σήμαινε πως οι Ούγγροι βυθίστηκαν στη φτώχεια. Στις εκλογές του 2010 οι Σοσιαλιστές κατακρημνίστηκαν από το 44% στο 19% και το δεξιό εθνικιστικό Φίντεζ πάτησε στα συντρίμια των φιλελεύθερων και των σοσιαλιστών που κυβέρνησαν επί μια 8ετία. Με μια προεκλογική εκστρατεία ενάντια στις «θυσίες» και το ΔΝΤ, συγκέντρωσε το 53% των ψήφων. Με ανάλογη ρητορική, το νεοναζιστικό Γιόμπικ εκτινάχτηκε από το 2,2% στο 17,6%.

Ρήξη με το ΔΝΤ

Όταν το ΔΝΤ ζήτησε από τον νεοεκλεγέντα Ορμπάν να πάρει μέτρα λιτότητας για να εξασφαλίσει ένα επιπλέον δισ. ευρώ, αυτός προτίμησε να επιβάλλει μια έκτακτη εισφορά στο τζίρο των τραπεζών για να συγκεντρώσει τα χρήματα. Η απάντηση του ΔΝΤ ήταν η διακοπή της χρηματοδότησης στην Ουγγαρία, αποδεικνύοντας ότι τα κίνητρα και τα κριτήριά του δεν είναι αυστηρά «δημοσιονομικά».

Κάπως έτσι ξεκίνησε το «ουγγρικό πείραμα»: μια «αντιμνημονιακή», «πατριωτική» απάντηση στην κρίση από την εθνικιστική Δεξιά. Ο Ορμπάν επιτέθηκε φορολογικά στις τράπεζες και τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, έβαλε χέρι στις ιδιωτικές ασφαλιστικές και θέσπισε το φιορίνι ως εθνικό νόμισμα, κάνοντας την είσοδο στο ευρώ μια δύσκολη υπόθεση που θα απαιτεί συνταγματική αναθεώρηση.

Όμως το κοινωνικό περιεχόμενο αυτής της πολιτικής αποκαλύπτει τι κρύβεται πίσω από τη δεξιά δημαγωγία ακόμα και στην πιο «ριζοσπαστική» της μορφή. Η κυβέρνηση Ορμπάν όχι μόνο δεν πήρε πίσω κανένα απολύτως από τα βάρβαρα μέτρα των Σοσιαλιστών και του ΔΝΤ, αλλά προχώρησε σε νέες επιθέσεις στους εργάτες, επιχειρώντας έναν «εθνικό δρόμο» προς την ανταγωνιστικότητα.

Αντεργατικός μεσαίωνας

Το όριο ηλικίας υποχρεωτικής εκπαίδευσης μειώθηκε από τα 18 στα 16. Τα διαπραγματευτικά δικαιώματα των συνδικάτων σε μια σειρά ζητήματα καταργήθηκαν και αυξήθηκε ο χρόνος εργασίας στις 45 ώρες. Ανατριχίλα προκαλεί το σχέδιο αντιμετώπισης της ανεργίας που προβλέπει «στρατόπεδα συγκέντρωσης»: Το επίδομα ανεργίας θα περικοπεί στις 90 μέρες. Οι άνεργοι θα αναλαμβάνουν βαριές χειρωνακτικές εργασίες σε όλη τη χώρα, θα ζουν σε τροχόσπιτα και θα επιτηρούνται από συνταξιούχους αστυνομικούς. Ο μισθός τους θα είναι στα μισά ή και πολύ πιο κάτω από τον κατώτατο μισθό της χώρας. Το πρόγραμμα θα περιλαμβάνει 300.000 ανθρώπους πριν το 2013 σύμφωνα με την κυβέρνηση, που φιλοδοξεί να στείλει σε αυτά τα στρατόπεδα συνολικά 800.000 ανθρώπους.  

Για την επιβολή αυτού του μεσαίωνα χρειάστηκε το νέο αυταρχικό σύνταγμα που ψήφισε το Φίντεζ, το οποίο επιτίθεται σε μια σειρά κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, απειλεί με κλείσιμο τα αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ κ.λπ.

Αποτυχία

Στα τέλη του 2011 άρχισαν να φαίνονται τα όρια αυτής της «εθνικής» πολιτικής: Με το εθνικό νόμισμα να κατρακυλά στην υποτίμηση (-20%) και τους «οίκους» να απειλούν με υποβάθμιση των ομολόγων της Ουγγαρίας σε «σκουπίδια», ο Ορμπάν στράφηκε ξανά στο ΔΝΤ. Σήμερα η Ουγγαρία δανείζεται με επιτόκια χρεοκοπίας και αδυνατεί να καλύψει τις δανειακές της ανάγκες.

Ο Ορμπάν επιχειρεί να πείσει τους «εταίρους» για την αποτελεσματικότητα του νέου συντάγματος και δηλώνει πρόθυμος να κάνει διορθώσεις. Στο εσωτερικό της χώρας, όμως, αξιοποιεί τη διαμάχη πολιτικά. Η πολιορκημένη από τις διαδηλώσεις ενάντια στο αυταρχικό σύνταγμα κυβέρνηση έκανε ρελάνς: Δεκάδες χιλιάδες άτομα κινητοποιήθηκαν στη Βουδαπέστη σε μια διαδήλωση υπέρ του Ορμπάν και ενάντια στις παρεμβάσεις της ΕΕ στην «εθνική κυριαρχία» της χώρας.

Η Κομισιόν επιτίθεται στην Ουγγαρία για παραβιάσεις των ευρωπαϊκών συνθηκών, για ζητήματα της ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας, για τα προσωπικά δεδομένα και τη δικαιοσύνη. Το βασικό ζήτημα όμως που απασχολεί την ΕΕ είναι αυτό της κεντρικής τράπεζας. Οι «δημοκρατικές ευαισθησίες» της για την Ουγγαρία είναι ανέκδοτο: Όσα κάνει ο Ορμπάν στη χώρα του, επιδιώκουν να εφαρμόσουν οι Μερκοζί, Μόντι και Παπαδήμοι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι δυτικοί, ενώ επιχειρούν να «στριμώξουν» την ουγγρική κυβέρνηση, τώρα που βρίσκεται σε ανάγκη, την ίδια ώρα τρέμουν τη χρεοκοπία της. Η πιστοληπτική ικανότητα της –ακλόνητης μέχρι χθες– Αυστρίας υποβαθμίστηκε εξαιτίας των εξελίξεων στην Ουγγαρία.

Ανταγωνισμοί

Το ουγγρικό ζήτημα είναι «παλιός καλός» ανταγωνισμός μεταξύ αρχουσών τάξεων. Ο Ορμπάν επιτέθηκε στην κεντρική τράπεζα, καθώς αυτή λειτουργούσε ως «φωνή» του διεθνούς τραπεζικού κεφαλαίου, για τον ίδιο λόγο την υπερασπίζεται σήμερα η ΕΕ και το ΔΝΤ. Το 80% των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Ουγγαρία (τα οποία βρέθηκαν στο στόχαστρο της πολιτικής Ορμπάν) είναι κυρίως αυστριακοί, αλλά και γερμανικοί οίκοι.

Ο Ορμπάν δεν συγκρούστηκε με αυτές τις μερίδες του κεφαλαίου επειδή είναι τρελός: Επιχειρεί να εκφράσει τα συμφέροντα της ουγγρικής άρχουσας τάξης, υιοθετώντας έναν «εθνικό» δρόμο. Πρώτα με συγκρούσεις, τώρα ποντάροντας στο «χαρτί» της χρεοκοπίας στο πόκερ που ξεκίνησε με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Στην Ουγγαρία φάνηκε πως οι εθνικές αστικές τάξεις συνεχίζουν να υπάρχουν και να ανταγωνίζονται. Στις απότομες στροφές της κρίσης μπορούν να διαλέξουν διάφορους δρόμους για να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους. Όμως και ο «εθνικός δρόμος» και ο «ευρωπαϊκός δρόμος» προς την ανταγωνιστικότητα συμπίπτουν σε ένα ζήτημα: την επίθεση στο «εργατικό κόστος».

Κρίσιμα συμπεράσματα

Στην Ελλάδα υπάρχει Αριστερά και ένα δυνατό εργατικό κίνημα που εμποδίζει εξελίξεις τύπου Ουγγαρίας. Όμως μπροστά μας θα έχουμε πολλά επεισόδια. Ο «αντι-ευρωπαϊσμός» για τον οποίο καταγγέλουν οι μνημονιακοί την Αριστερά είναι αναγκαίο όπλο: Καθώς οι ευρωπαϊκές αυταπάτες διαλύονται, η Αριστερά πρέπει να συνδεθεί και να στηρίξει αυτή τη διάθεση, αναδεικνύοντας τη δική της ταξική απάντηση στην ιμπεριαλιστική λυκοσυμμαχία. Όμως, αν η απάντηση δεν είναι ταξική, κινδυνεύει να παρακολουθήσει αύριο αμήχανη τα «εθνικά» συνθήματά της να υλοποιούνται από πατριωτές τύπου Ορμπάν.