Οι έλεγχοι από πλευράς δημοσίου ποτέ δεν διευκολύνθηκαν από την πολιτική ηγεσία των αρμόδιων υπηρεσιών και τώρα, με τη συντριπτική σμίκρυνση του δημοσίου, τείνουν να εξαφανιστούν ή να γίνουν παντελώς αδύνατοι πρακτικά. Αυτό είναι επιλογή των «από πάνω» και όχι μια αόριστη αδυναμία των δημοσίων υπαλλήλων.

Η περίφημη «αυτορρύθμιση» της αγοράς έχει αποδειχθεί επανειλημμένα ότι δεν ισχύει και στις παρούσες συνθήκες η αλήθεια είναι η ακριβώς αντίθετη. Η αγορά ρυθμίζεται απολύτως μέσω των συνεννοήσεων μεταξύ των επιχειρηματιών (καρτέλ) και μέσω των συμφωνιών με τους «συνδεδεμένους» πολιτικούς των κομμάτων εξουσίας, ώστε να προωθούν επωφελείς νομοθετικές ρυθμίσεις για τα σούπερ μάρκετ, τους μεγαλοβιομήχανους κλπ.

Στη βιομηχανία τροφίμων το πάρτι είναι από τα μεγαλύτερα.

Το σύστημα του κέρδους αντιμετωπίζει ακόμα και τα ζωτικά αγαθά ως εμπορεύματα. Έτσι προέκυψαν τα χρηματιστήρια εμπορευμάτων, όπου εμπορεύματα είναι το σιτάρι, το καλαμπόκι, οι ντομάτες κλπ. Κι έτσι ανεβαίνουν τρομακτικά  οι τιμές σε βασικά προϊόντα διατροφής.

Πιστοποίηση

Τα προηγούμενα χρόνια, η πιστοποίηση και σήμανση των προϊόντων ως βιολογικά, ολοκληρωμένης διαχείρισης, ειδικών πτηνοτροφικών εκτροφών, Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης και Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΟΠ-ΠΓΕ), Εγγυημένα Παραδοσιακά Ιδιότυπα Προϊόντα (ΕΠΙΠ), προωθήθηκε, επιδοτήθηκε, διαφημίστηκε και πληρώθηκε αδρά από παραγωγούς και καταναλωτές.

Η ΕΕ επιδότησε την αγορά και οι «συνεννοήσεις» των επιχειρηματιών με την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του κράτους έδωσαν το μεγαλύτερο τμήμα των ελέγχων και πιστοποιήσεων στον ιδιωτικό τομέα. Η συμφωνία των πολιτικών προϊστάμενων με τους ιδιώτες συμπεριελάμβανε και δέσμευση για μειωμένη έως μηδενική εποπτεία απ’ τις δημόσιες υπηρεσίες στις «δουλειές» τους.

Οι επιδοτήσεις των παραγωγών μετακυλήθηκαν στους πιστοποιητικούς οργανισμούς και το μεγαλύτερο κόστος αυτών των προϊόντων στους καταναλωτές. Οι μεταποιητικές βιομηχανίες και οι έμποροι θησαύρισαν, εκμεταλλευόμενοι την αγωνία του κόσμου να εξασφαλίσει εγγυημένα (θεωρητικώς), υγιεινά, ασφαλή και καλύτερης ποιότητας τρόφιμα.

Η δραματική συρρίκνωση μισθών και συντάξεων, το 1,5 εκατ. των ανέργων, η τρομερή φορολογία ακόμα και στα βασικά είδη διατροφής, επιβάλλουν αλλαγή πορείας στους βιομήχανους, επιχειρηματίες και λοιπούς αετονύχηδες του συστήματος.
Τώρα τα λεφτά θα έρθουν από τα ληγμένα τρόφιμα. Αντί να ελαχιστοποιήσουμε την ύπαρξη ληγμένων προϊόντων, καταργώντας τον ΦΠΑ στα είδη λαϊκής κατανάλωσης και επιβάλλοντας έλεγχο των τιμών, ώστε να έχει πρόσβαση στα τρόφιμα όλος κόσμος (ειδικά με τη σημερινή  υπεραφθονία αγαθών), τα ληγμένα  θα εξακολουθούν να πουλιούνται στους ανθρώπους, τους οποίους οι ίδιοι επιχειρηματίες μείωσαν σαν εργαζόμενους ή δεν τους πληρώνουν καθόλου τους μισθούς, τους αφήνουν ανασφάλιστους και πολλούς απολύουν κιόλας.

Η απάτη γαρνίρεται με το μανδύα του «φτηνότερου» τρόφιμου (αφού ο κόσμος δεν έχει πια να πληρώσει) και η τρικομματική κυβέρνηση του νέου, τρισάθλιου μνημονίου μας τη… σερβίρει!

ΕΦΕΤ
Ο πρόεδρος του ΕΦΕΤ, στο δελτίο Τύπου στις 23 Οκτωβρίου, με τίτλο «Ο ΕΦΕΤ διαφωνεί με τη μετατροπή της χώρας σε χωματερή ληγμένων τροφίμων», δηλώνει: «Πρέπει να απαντηθεί, γιατί δεν γίνεται αποδεκτή η πρόταση του ΕΦΕΤ και των φορέων της αγοράς για πώληση αυτών των προϊόντων λίγο πριν την ημερομηνία λήξης με σημαντική μείωση τιμών».
 Ο ΕΦΕΤ επιμένει να μείνει ανενεργή η επίμαχη αγορανομική διάταξη, με τη φροντισμένη διατύπωση «χρονολογία ελάχιστης διατηρησιμότητας», καθώς εκτός του ότι διάφοροι επιτήδειοι θα γεμίσουν την αγορά με κακής ποιότητας προϊόντα, δεν υπάρχουν μηχανισμοί που θα διασφαλίσουν τους αναγκαίους ελέγχους.

Οι έλεγχοι των ιδιωτών, στα προ μνημονίου χρόνια, χρυσοπληρώθηκαν και είχε δημιουργηθεί το σπιράλ της πιστοποίησης. Για να «κυκλοφορεί» περισσότερο χρήμα στις εταιρίες, ο ένας πιστοποιούσε τον άλλο. Συστήματα διαπίστευσης πιστοποιητών, διεθνή πρότυπα για διαχείριση ποιότητας (ISO), παρακολούθηση και εξασφάλιση συνθηκών υγιεινής σε όλα τα στάδια της παραγωγής (HCPP), τι δεν έχουμε πληρώσει για να εξασφαλίζουμε ποιότητα, υγιεινή και ασφάλεια στα τρόφιμα. Και τώρα καταλήγουμε στα… ληγμένα! Παράλογο.

Έλεγχοι
Οι έλεγχοι από πλευράς δημοσίου ποτέ δεν διευκολύνθηκαν από την πολιτική ηγεσία των αρμόδιων υπηρεσιών και τώρα, με τη συντριπτική σμίκρυνση του δημοσίου, τείνουν να εξαφανιστούν ή να γίνουν παντελώς αδύνατοι πρακτικά. Αυτό είναι επιλογή των «από πάνω» και όχι μια αόριστη αδυναμία των δημοσίων υπαλλήλων.

Εξάλλου, οι ιδιώτες πάντα έθεταν το ερώτημα προς τα κράτη «τι χρειάζονται οι διπλοί έλεγχοι»; «Διπλό» θεωρούσαν τον έλεγχο από πλευράς πολιτείας και επίσης… περιττό, αφού οι ίδιοι έκαναν τον πρώτο έλεγχο!

Ο Χρ. Μίαρης (γεωπόνος-εργαζόμενος στον ΕΦΕΤ) περιγράφει την κατάσταση, απαριθμώντας τα προβλήματα: «Γενικά: Ανύπαρκτη πολιτική βούληση για στελέχωση περιφερειακών δ/νσεων  ακόμα και τις ‘καλές’ εποχές, αδυναμία ανάληψης πρωτοβουλίας για τη συνεργασία των κατακερματισμένων ελεγκτικών μηχανισμών, προκειμένου να υπάρξουν καλύτερα αποτελέσματα προς όφελος των πολιτών, περιφορά οργανισμών και αρμοδιοτήτων – ανυπαρξία συγκεκριμένης πολιτικής για τη δημόσια υγεία στον τομέα των τροφίμων.

Σημερινή κατάσταση: Συνεχής μείωση κρατικής χρηματοδότησης (έχει φτάσει στο 60% σε σχέση με τρία χρόνια πριν, από περίπου 8 κάτι στα 5,3 εκατ.), λειτουργικά προβλήματα που εντείνονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα (ελλείψεις σε αναλώσιμα κ.ά.). Ανασφάλεια λόγω συχνών αλλαγών διοίκησης (7 φορές), μετακινήσεων μεταξύ υπουργείων (4 φορές), συνεχώς μειούμενη κρατική χρηματοδότηση, ασαφές στίγμα πολιτικής για την ασφάλεια των τροφίμων και ξαφνικά ενεργοποίηση της επί χρόνια ανενεργούς αγορανομικής διάταξης σχετικά με τη διάθεση ληγμένων, που σίγουρα θα επιφέρει εκπτώσεις, όχι τόσο στην τσέπη, όσο στον έλεγχο της αγοράς των τροφίμων, γιατί με αυτό δείχνει την κατεύθυνση των πραγμάτων από δω και πέρα. Για παράδειγμα, πώς να κάνεις έλεγχο πρώτων υλών σε παρασκευαστή, όταν δίπλα στη λιανική πωλούνται ληγμένα τελικά τρόφιμα».

Η μνημονική συγκυβέρνηση «ξέχασε» να μας πει ποιος θα καθορίζει τις μειωμένες τιμές στα ληγμένα, ποιος και πώς θα ελέγχει τις επιχειρήσεις εστίασης για τα προϊόντα που θα χρησιμοποιούν.

Η επιλογή του συστήματος είναι σαφής: όλα στις αγορές, παντελής ασυδοσία και ανεξέλεγκτη επιχειρηματικότητα, προκειμένου να αναπληρωθούν τα κέρδη που χάνονται λόγω κρίσης.

Οι προτάσεις των εργαζομένων σε φορείς και υπηρεσίες του δημοσίου, που εμπλέκονται με τον πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή τομέα των τροφίμων, αλλά και της Αριστεράς, που θα προσπαθήσει να είναι μια αποτελεσματική κυβέρνηση για το σύνολο του κόσμου της δουλειάς, θα λογοδοτούν για την εξασφάλιση φθηνών, ασφαλών και ποιοτικών τροφίμων, που θα αντιμετωπίζονται ως αγαθά και όχι ως αντικείμενα κέρδους και άντλησης φόρων.

Ο τομέας πρωτογενούς παραγωγής-μεταποίησης-διάθεσης των τροφίμων δεν γίνεται να μην υπόκειται σε κοινωνικό έλεγχο και να λειτουργεί αυτόνομα και ανεξάρτητα από τις ανάγκες της πλειοψηφίας των εργαζομένων.

Ο καπιταλισμός σχεδιάζει, μέχρι να ανακάμψει και να μπορεί να ξαναπουλάει «φύκια (και μάλιστα βιολογικά) για μεταξωτές κορδέλες», να μας ταΐζει τη σαπίλα του με πληρωμή.

Εμείς πρέπει να τον τοποθετήσουμε εκεί που του αξίζει: Στα σκουπίδια της ιστορίας!