"Το τέλος της ιστορίας"

κοινωνία / Βασίλης Κυριάκου / 13.02.2019

Συνέντευξη με τον ηθοποιό Βασίλη Κυριάκου για τον «Μαρξ στο Σόχο»

Γ ια τέσσερις μέρες η αίθουσα εκδηλώσεων του πολυχώρου «Κομμούνα» μετατράπησε σε θεατρική σκηνή. Με φόντο τον πίνακα του Ζακ  Ταρντί, ο ηθοποιός Βασίλης Κυριάκου, υποδύθηκε τον Καρλ Μαρξ, ξαναζωντανεύοντας τον θεατρικό μονόλογο του Αμερικάνου ιστορικού και ακτιβιστή Χάουαρντ Ζιν. Ο Βασίλης Κυριάκου, με το περιοδεύον θεατρικό εγχείρημα «Ρε Αλέξη», έχει παρουσιάσει το έργο σε κοινωνικούς χώρους, πλατείες, καφενεία, με μεγάλη επιτυχία. Στην «Κομμούνα» ο Μαρξ προσγειώθηκε αρχικά για μια μέρα, ήταν όμως τόση η επιτυχία των παραστάσεων, που η μία μέρα έγινε τέσσερις. Είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε μαζί με τον Βασίλη, για το θεατρικό έργο, την πολιτική επικαιρότητα και την θεατρική εμπειρία του. Τη συνέντευξη πήρε η Κατερίνα Σεργίδου.

Βασίλη, κατ’ αρχάς θα ήθελα 
να σε ρωτήσω πώς προέκυψε 
η ιδέα να υποδυθείς τον Μαρξ ;

Προέκυψε μεταξύ σφύρας και άκμονος. Μεταξύ του να τελειώσω τη Νομική Σχολή είτε να τζογάρω αυτό που αγαπούσα από παιδί στην Κύπρο. Και η Κύπρος ήταν και είναι ένας καθοριστικός παράγοντας για μένα, όπως και ένα σχολείο πολιτικής διαπαιδαγώγησης. Η αριστερή διαχείριση της εξουσίας από το ΑΚΕΛ με ώθησε στο να σκεφτώ ότι «δεν είμαι μαρξιστής» με την έννοια την κυνική αν θες, ότι δεν χειρίζομαι τα επιστημονικά εργαλεία για να φέρω είτε αριστερά μνημόνια, είτε συμμαχίες με το κράτος φονιά του Ισραήλ (χωρίς να υπονοώ ότι υπάρχει και καλό αστικό κράτος), είτε να μην επιτρέψω τους ευρωβουλευτές να μπουν στο «Μαβί Μαρμαρά» σαν «προστασία» των ακτιβιστών, είτε να βαράω προσοχές στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό κάνοντας ουσιαστικά πειρατεία σε διεθνή ύδατα με τα γνωστά αποτελέσματα με την έκρηξη στη ναυτική βάση. Επίσης, θεωρώ πως το τέλος της Ιστορίας δεν επήλθε ακόμη όσο υπάρχουν εκείνες οι αιτίες οι παλιές που δολοφονούσαν τη νεολαία στη βαριά βιομηχανία του Μάντσεστερ και την σκοτώνουν είτε σε ούτω καλούμενα εργατικά ατυχήματα είτε σε φασιστικές δολοφονίες είτε ως «ιδανικούς αυτόχειρες» στην «μετα-μνημονιακή» Ελλάδα. Θεωρώ πως κριτήριο ήταν η πρώτη φορά αριστερή διαχείριση του συστήματος στην Κύπρο και εντός περιβάλλοντος Ε.Ε., γεγονός και εμπειρία που θεωρώ πως υποτίμησαν μεγάλα κομμάτια της Αριστεράς στην Ελλάδα.
  Πώς ήταν η εμπειρία της 
παράστασης στον χώρο της «Κομμούνας»; 

Δεν υπήρχε ιδανικότερος χώρος να παιχτεί παρά αυτός μπροστά από τον καμβά με την Παρισινή Κομμούνα. Συνέβαλε αποφασιστικά στη ροή και στη δράση. Στον ξεσηκωμό και στις χιλιάδες κομμουνάρων που δολοφόνησε ο Θιέρσος μπαίνοντας στο Παρίσι στην Πιερ Λασέζ. Ο κόσμος του εγχειρήματος της «Κομμούνας» πίστεψε στο έργο και θαρρώ και στην παράσταση. Έτσι ξεκινήσαμε με μία και καταλήξαμε με τέσσερις. Επίσης πολύ σημαντικό ήταν η όσο γίνεται θεατρικοποίηση του χώρου με το πάλκο που στήθηκε – πολύ σημαντικό στο να βλέπω τους θεατές και να με βλέπουν σε όλες τις στιγμές του έργου. Χωρίς συνάντηση των παιχτών, όπως έλεγε και ο Μαστρογιάνι, με τους θεατές, δεν θα έχουμε θέατρο. Και τι είναι άλλωστε το θέατρο αν όχι η πιο πολιτική τέχνη; Είναι αυτό που έδωσε ζωή στους εξόριστους στη Μακρόνησο και τους όρισε ως ανθρώπους μας, διηγείται ο Νίκος Κούνδουρος. Ευχαριστώ όμως κυρίως τον χώρο «Κομμούνα» για την φιλοξενία που έχω για τις πρόβες. Η ανεξάρτητη τέχνη έχει τα τιμήματά της και η αλληλεγγύη είναι ένα κομμάτι που εξισορροπεί τα πράγματα. Θέλω να πω πως αυτά δεν είναι δεδομένα γιατί ως μπουλούκι που λειτουργώ με τα φώτα υπό μάλης, έχω συναντήσει και κάκιστες συμπεριφορές από κοινωνικούς χώρους. Αντίφαση θα μου πεις.
  Πες μας λίγα περισσότερα πράγματα για το θεατρικό 
εγχείρημα «Ρε Αλέξη».

Αρχικά να ευχαριστήσω τον δάσκαλό μου Νίκο Σέργη για τη συνεργασία που είχαμε στα Γιάννενα με την ομάδα που φτιάξαμε, την Σφάλμα επί Γκοντώ με αποκορύφωμα τον «Φον Δημητράκη» του Ψαθά επί πρώτου μνημονίου και με το εγχείρημα Φάντης Μπαστούνι και την περιοδεία που κάναμε με τον Μαρξ.
Ακολούθως ο «Ρε Αλέξης» είναι η ίδια η ιστορική μνήμη. Είναι ο καπετάνιος επαναστάτης Αλέξης που τον Μεσαίωνα τα έβαλε με θεούς και δαίμονες για να φτιάξει και αγροτική κομμούνα στην μεσαιωνική Κύπρο. Η ιστορική του μνήμη δεν τιμάται καθόλου από το υπουργείο Παιδείας. Λογικό. Η κύηση της εννιαμηνίτικης επανάστασης των Κυπρίων δουλοπάροικων γέννησε τα επαναστατικά συμβούλια, τα καπετανάτα και το μοίρασμα της γης και των αγαθών στους «κακούς Λας», στον κακό λαό, όπως έλεγε και ο Λεόντιος Μαχαιράς. Εγώ τον γνώρισα λαθραία διαβάζοντας την Ιστορία της Κύπρου του Κώστα Γραικού. Συνεπώς θέλω να μνημονεύσω τον «Ρε Αλέξη» μέσα από τα έργα που παίζω και μέσα και από τη ζωή πολλές φορές των ίδιων των συγγραφέων. Η ιστορική μνήμη είναι το πιο σημαντικό εργαλείο για έναν λαό για να είναι τουλάχιστον δύσπιστος στην αστική τάξη και στους εκπροσώπους της και χωρίς αυταπάτες να περάσει από την Προϊστορία στην Ιστορία, στην αληθινή ευδαιμονία της ανθρωπότητας χωρίς αφεντικά και δούλους. Αντε, το πολύ πολύ να έχουμε δούλους τις μηχανές όπως εύστοχα περιέγραφε ο Όσκαρ Ουάιλντ στο «Η ψυχή του Ανθρώπου στον Σοσιαλισμό».
  Τελικά πόσο ζωντανός είναι 
ο Μαρξ και οι ιδέες του;

Θα πεθάνει μόνο όταν και στην τελευταία γωνία της Γης αρθούν οι συνθήκες εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Οι «Τimes» τον μνημονεύουν διαρκώς διαβάζοντάς τον βέβαια ανάποδα. Μην υποτιμάμε την αστική τάξη. Μελετάει. Δεν είναι ανίκητη. Για την ώρα όμως μας παίζει σαν την γάτα με τον ποντικό. Και επειδή διαβάζει η αστική τάξη και δεν πιστεύει στον ντετερμινισμό, θέλει να πιστεύει ότι μεταξύ του «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» θα νικήσει η Βαρβαρότητα. Άλλωστε μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας παρά την εξέγερση των δούλων του Σπάρτακου ακολούθησε το βαθύ σκοτάδι του Μεσαίωνα. Το παιχνίδι παίζεται όμως ακόμη. Νερό να πάρουμε.