Τ α κράτη χρεοκοπούν αλλά δεν... καταργούνται. Επιβιώνουν και ύστερα από τη χρεοκοπία, είτε καθηλωμένα στο ανάκλιντρο της «αιμοδοσίας», ώστε να αποπληρώνουν το κρατικό χρέος απομυζώντας μέχρις εσχάτων την εργαζόμενη πλειοψηφία, είτε αθετώντας το κρατικό χρέος με επιλογές ρήξης και σύγκρουσης με το σύστημα της καπιταλιστικής τοκογλυφίας. Οι επιχειρήσεις, αντίθετα, όταν χρεοκοπούν, καταργούνται -εκτός αν αναλάβει το κράτος ή οι τράπεζες να τις διατηρούν στη ζωή ακόμη και χρεοκοπημένες, οπότε την παράταση της ζωής τους «πληρώνει» από το υστέρημά της, μέσω των φόρων και της περικοπής των κοινωνικών δαπανών, η εργαζόμενη πλειοψηφία. Όσο για την εργαζόμενη πλειοψηφία, αυτή δεν απαλλάσσεται από τα χρέη της προς το κράτος και τις τράπεζες ούτε στην «άλλη ζωή» -πληρώνει εφ’ όρου ζωής με κάθε είδους διαθέσιμο εισόδημα και περιουσία: με το μισθό, τη σύνταξη, το σπίτι (που κατά κανόνα απέκτησε με δάνειο).

Ποιος πληρώνει τα χρέη 
των τραπεζών;

 Συχνά τα παραδείγματα και τα στοιχεία αξίζουν όσο πολλές αναλύσεις. 
Το «πετράδι» της καπιταλιστικής επιχειρηματικότητας είναι οι τράπεζες. Σε αντίθεση με έναν διαδεδομένο καπιταλιστικό μύθο, οι ελληνικές τράπεζες άρχισαν να χρεοκοπούν πριν από το ελληνικό Δημόσιο: το πρώτο «πακέτο» διάσωσής τους υπήρξε το 2008, δύο χρόνια πριν από την κρατική χρεοκοπία του 2010, επί πρωθυπουργίας Κώστα Καραμανλή και υπουργίας Γιώργου Αλογοσκούφη. Το ύψος του ήταν 28 δισ. ευρώ -5 δισ. ευρώ σε ρευστό και 23 δισ. ευρώ σε εγγυήσεις. Ακολούθησαν μέχρι την πρόσφατη, τρίτη ανακεφαλαίωση, πολλά περισσότερα, σχεδόν 250 δισ. ευρώ συνολικά, σε ρευστό και εγγυήσεις του Δημοσίου, από τα οποία 50 δισ. σε ρευστό. Πώς πληρώθηκε αυτός ο λογαριασμός; Με τρία συναπτά μνημόνια, δηλαδή με δεκάδες δισ. ευρώ περικοπών σε μισθούς, συντάξεις, δαπάνες για το κοινωνικό κράτος, αλλά και δεκάδες δισ. ευρώ νέους φόρους με τους οποίους επιβαρύνθηκε συντριπτικά η εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία. 
Ποιος πληρώνει 
τα χρέη των καναλιών;

Ας πάμε τώρα στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ). Το «πετράδι» των ΜΜΕ είναι τα κανάλια. Τα έως τώρα λειτουργούντα κανάλια είναι ο ορισμός της χρεοκοπίας: ο τζίρος πέφτει διαρκώς (επειδή πέφτουν τα έσοδα από διαφήμιση), οι χρήσεις είναι ζημιογόνες (έχουν κάθε χρόνο ζημιές), τα χρέη ως ποσοστό επί του τζίρου είναι πολύ μεγαλύτερα απ’ ό,τι το κρατικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Και όλα αυτά χωρίς να πληρώσουν ούτε ευρώ για τις δημόσιες συχνότητες. Πώς κρατιούνταν στη ζωή τα χρεοκοπημένα κανάλια; Με τραπεζικά «θαλασσοδάνεια» χωρίς εγγυήσεις. Η Τηλέτυπος (Mega Chanel) χρωστούσε ήδη το 2012 στις τράπεζες 123,5 εκατ. ευρώ. Ο ΑΝΤ 170 εκατ. ευρώ. Ο Alpha και το Star από 58 εκατ. ευρώ. Προχωρώντας στις -επίσης χρεοκοπημένες- εκδοτικές εταιρείες, τα χρέη ήταν: 164 δισ. ευρώ ο όμιλος «Πήγασος» (Μπόμπολας) και 134 δισ. ευρώ ο ΔΟΛ (Ψυχάρης). 
Ποιος πληρώνει και αυτόν το «λογαριασμό»; Ξανά η εργαζόμενη πλειοψηφία, με τρεις τρόπους: Πρώτον, με την πίεση που ασκούν οι τράπεζες στο εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία των εργαζομένων δανειοληπτών: Όσο αυξάνονται τα θαλασσοδάνεια των επιχειρηματιών, τόσο μεγαλώνει η πίεση και επεκτείνεται η απαλλοτρίωση κινητής και ακίνητης περιουσίας των εργαζομένων για να μειωθούν τα ανοίγματα των τραπεζών. Δεύτερον, μέσω των μνημονίων: Τα ανοίγματα των τραπεζών εξαιτίας των επιχειρηματικών «φεσιών», δηλαδή του κερδοσκοπικού «πάρτι» της αστικής τάξης, γίνονται νέος δανεισμός για την αν ανακεφαλαίωση των τραπεζών, άρα νέα μνημονιακά μέτρα (περικοπές και φοροεπιβαρύνσεις) για την εργαζόμενη πλειοψηφία. Τρίτον, ως εργαζόμενοι στα ίδια τα κανάλια, στο χώρο του Τύπου γενικότερα: καθυστερήσεις στις πληρωμές, απολύσεις και εκτόξευση της ανεργίας, γενίκευση της επισφάλειας, «φέσια» στα ασφαλιστικά ταμεία. 
Ποιος πληρώνει τα χρέη 
των λοιπών επιχειρήσεων;

Ο Μαρινόπουλος είναι ένα καλό παράδειγμα για το τι συμβαίνει με τα χρέη των λοιπών επιχειρηματιών. Ο Μαρινόπουλος χρεοκόπησε. Γιατί έπεσε η κατανάλωση στον τομέα των σούπερ μάρκετ, γιατί έπεσε ο τζίρος και τα κέρδη του μέχρι που έγινε ζημιογόνος, γιατί ενώ όλα αυτά έπεφταν εξακολουθούσε να δανείζεται, γιατί ένα μέρος από τα δανειακά πήγε ως προσωπικό «μέρισμα» σε λογαριασμούς και offshore στο εξωτερικό. Τυπικό στόρι καπιταλιστικής κερδοσκοπίας. Στην «ανάγκη» φουντάρεις την ίδια σου την επιχείρηση αλλά έχοντας βάλει στην άκρη ένα σεβαστό ποσόν, «φεσώνεις» τους πάντες και αναγεννάσαι ως επιχειρηματίας χωρίς βάρη και υποχρεώσεις, σαν λευκή περιστερά με το «μέρισμα» που έβαλες στην άκρη... 
Σε ποιους χρωστούσε ο Μαρινόπουλος; Στις τράπεζες 500 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 216 την περίοδο 2012-2015, όταν έβαινε προς χρεοκοπία και δεν κατέθετε ισολογισμούς! Στους προμηθευτές 722 εκατ. ευρώ. Τα ρεπορτάζ δεν μιλούν για το ύψος των οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία ούτε για το ύψος των οφειλών προς του εργαζόμενους. 
Τελικά η επιχείρηση σώθηκε χάρη σε ένα deal με τον Σκλαβενίτη. Πώς σώθηκε; Με νέο τραπεζικό δανεισμό (προς τον Σκλαβενίτη...) και με «κούρεμα» των απαιτήσεων των προμηθευτών κατά 40-60% κατά περίπτωση. Οι θέσεις εργασίας θα διασωθούν προσωρινά, μέχρι να μάθουμε τα σχέδια «εξυγίανσης» που συνοδεύουν πάντα τις συγχωνεύσεις. Αναλαμβάνοντας βάρη μαζί με ευκαιρίες, ο Σκλαβενίτης θα γίνει τώρα πιο «ευέλικτος» στα ζητήματα των αμοιβών και των εργασιακών δικαιωμάτων. Όσο για τον τραπεζικό δανεισμό, θα συνεχίσει να εξυπηρετείται χάρη στο νέο δάνειο, μέχρι να μην μπορεί ούτε η νέα εταιρεία... Τότε, έχουμε ήδη πει σε ποιους θα πάει ο λογαριασμός...
Ο Μαρινόπουλος είναι ένα τυπικό δείγμα του τι συμβαίνει σε όλη την έκταση του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα. Όχι μόνο στους μεγάλους και «επώνυμους» «ολιγάρχες», αλλά και στις 500 μεγαλύτερες επιχειρήσεις, για παράδειγμα, που με βάση τα στοιχεία της ICAP αυξάνουν θεαματικά τα κέρδη τους από το 2013 και ύστερα κ.λπ. 
Τελικά, η αλήθεια είναι πολύ απλή: υπό «κανονικές συνθήκες», αλλά εξίσου ή και περισσότερο με κρίσεις και χρεοκοπίες, όλα «πληρώνονται» από τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο. Σε μια κοινωνία ταξική και μάλιστα καπιταλιστικά υπερώριμη, όπου η μισθωτή εργασία ξεπερνάει το 60% του ενεργού πληθυσμού και μαζί με τους αυτοαπασχολούμενους και τους μικρομαγαζάτορες που δεν ζουν από τη δουλειά των άλλων ξεπερνάει το 80%, το ζήτημα είναι ποιος πληρώνει το «λογαριασμό». Αυτό ισχύει δυο φορές μέσα στην κρίση και τρεις φορές όταν η κρίση έχει πάρει τα χαρακτηριστικά της κρατικής και τραπεζικής χρεοκοπίας. 
Σεισάχθεια για τους εργαζόμενους - μνημόνιο στους πλούσιους! 
Ποιος πληρώνει το «λογαριασμό» του ιδιωτικού χρέους της άρχουσας τάξης το είπαμε ήδη. Ποιος όμως θα έπρεπε να τον πληρώσει; Μιλώντας λοιπόν από τη σκοπιά της Αριστεράς για «σεισάχθεια», το γενικό κριτήριο δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό: η αστική τάξη θα πρέπει να πληρώσει τα χρέη της στο ακέραιο, ακόμη και αν αυτό σημαίνει την απαλλοτρίωση των περιουσιακών της στοιχείων (κερδών και συσσωρευμένης περιουσίας). Καμία «σεισάχθεια» γι’ αυτούς που ζουν από τη δουλειά των άλλων (μεγάλη, μικρή και μεσαία αστική τάξη) και που είναι γρανάζια του μηχανισμού που λεηλατεί την εργαζόμενη πλειοψηφία. Πλήρης σεισάχθεια για τα φτωχά λαϊκά νοικοκυριά (ανέργους, φτωχούς εργαζόμενους, μικρομαγαζάτορες και αυτοαπασχολούμενους στα όρια της επιβίωσης). Διαγραφή μέρους των χρεών, κατάργηση προστίμων και προσαυξήσεων και ρύθμιση του υπολοίπου για όλους τους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά νοικοκυριά. Κατάργηση προστίμων και προσαυξήσεων και ρύθμιση της αποπληρωμής χρεών για τις μικρές επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους στους εργαζόμενους, στα ασφαλιστικά ταμεία και στην Εφορία. Και αντίθετα, απαίτηση στο ακέραιο των οφειλών της αστικής τάξης προς τις τράπεζες, το κράτος και τα ασφαλιστικά ταμεία. 
Μόνο υπ’ αυτούς τους όρους και σε συνδυασμό με το μνημόνιο στο κεφάλαιο, η «σεισάχθεια» μπορεί να είναι αριστερή πολιτική.