Έληξαν οι προκριματικές στις ΗΠΑ και το Νοέμβρη η μάχη για την προεδρία θα είναι το τραγικό δίπολο «Ντόναλντ Τραμπ εναντίον Χίλαρι Κλίντον».

Πρώτη χρονικά ήρθε η νίκη του Τραμπ. Ο ανεκδιήγητος μεγιστάνας/σταρ της τηλεόρασης κατάφερε να εξωθήσει όλους τους συνδιεκδικητές του χρίσματος των Ρεπουμπλικάνων εκτός κούρσας, τον έναν μετά τον άλλο, με εντυπωσιακή άνεση. 
Ήταν ο θρίαμβος της «δεξιάς εξέγερσης της βάσης» ενάντια στα επιτελεία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, που δεν ήθελαν με τίποτα έναν ανεξέλεγκτο «κλόουν» ως υποψήφιό τους. Είναι ένα βαθύ σύμπτωμα της πολιτικής κρίσης. 
Παρά τη δημοφιλή φιλολογία (σε τμήμα του Δημοκρατικού Κόμματος, μέσα στο ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ακόμα και σε αγωνιστές της Αριστεράς), ο Τραμπ δεν εκφράζει καμία «φασιστική απειλή». Πατάει σε μια πολύ μακρά (από την εποχή της εξολόθρευσης των Ινδιάνων ως την εποχή της αντίδρασης στην απελευθέρωση των μαύρων σκλάβων ως και τη δεκαετία του ’90) στις ΗΠΑ παράδοση «δεξιού αντιελιτισμού» που μπορεί να συνδυάζει (κυρίως) το ρατσισμό, ή άλλες αντιδραστικές ιδέες, με μια «πληβειακή» δημαγωγία ενάντια «στην ελίτ που δεν νοιάζεται για τον απλό καθημερινό άνθρωπο» (δηλαδή τον λευκό Αμερικανό, συνήθως της «μικρομεσαίας τάξης»). 
Γέννημα της αμερικανικής Δεξιάς
Τις τελευταίες δεκαετίες, τέτοια δεξιά μαζικά κινήματα (ενάντια στους μαύρους, τους ομοφυλόφιλους, τις εκτρώσεις κλπ) χρησιμοποίησε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα για να διατηρήσει ενεργοποιημένη την κοινωνική του βάση, ενώ έχει μια οικονομική ατζέντα που στρέφεται (και) εναντίον της. Τελευταίο παράδειγμα το Tea Party, που ενθαρρύνθηκε ως αντίβαρο στον «μαύρο, μουσουλμάνο πρόεδρο Ομπάμα». Αλλά η οικονομική κρίση έκανε αυτό το «τέρας» να βγει εκτός ελέγχου. Ο Τραμπ μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τη «δεξιά εξέγερση» που έθρεψαν οι Ρεπουμπλικάνοι για να τη στρέψει επιτυχώς ενάντια στο «κομματικό κατεστημένο» του ίδιου του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. 
Στο αντίπαλο στρατόπεδο, η «αριστερή εξέγερση» δεν μπόρεσε να νικήσει τους κομματικούς μηχανισμούς των Δημοκρατικών. Η Χίλαρι Κλίντον, η εκλεκτή για διάδοχος του Ομπάμα χρόνια πριν τεθεί το ζήτημα της διαδοχής, κέρδισε την πλειοψηφία των εκλεγμένων συνέδρων (πέρα από το σαφές προβάδισμα που της χάριζαν ήδη οι μη εκλεγμένοι «υπερσύνεδροι», που ως άνθρωποι της κομματικής μηχανής τη στηρίζουν στη συντριπτική τους πλειοψηφία). 
Η Χίλαρι θα επιχειρήσει να εκλεγεί ως «το μικρότερο κακό». Αυτή είναι μια παραδοσιακή συνταγή των Δημοκρατικών. Αλλά ειδικά στην περίπτωση της Χίλαρι, για να πείσει ακόμα και ως «μικρότερο κακό», αν δεν υπήρχε ο Τραμπ θα έπρεπε να τον ανακαλύψει. 
Πράγματι, σε πείσμα όσων βλέπουν μόνο στον Τραμπ την «απόλυτη απειλή», η Χίλαρι όχι άδικα έχει χαρακτηριστεί στο παρελθόν «η προσωποποίηση του απόλυτου κακού». Παιδί των σκοτεινών μηχανισμών του Δημοκρατικού Κόμματος, λατρεμένη της Γουόλ Στριτ, «γερακίνα» της εξωτερικής πολιτικής (υπεύθυνη π.χ. για το πραξικόπημα στην Ονδούρα και δεξιά επικρίτρια της εξωτερικής πολιτικής Ομπάμα). 
Το φαβορί είναι η Χίλαρι. Έχει τη στήριξη πολλών «φιλελεύθερων» (όπως αποκαλείται η μετριοπαθής Αριστερά που κινείται εντός-εκτός Δημοκρατικών στις ΗΠΑ) απέναντι στον «φασίστα Τραμπ». Έχει τη στήριξη πολλών λεγόμενων «κεντρώων ψηφοφόρων». Έχει όμως και τη στήριξη ισχυρών μερίδων του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου, που δείχνει να την προτιμά από τον «απρόβλεπτο τυχοδιώκτη». Ενώ ο Τραμπ είναι ως άτομο μέλος της άρχουσας τάξης, η Χίλαρι δείχνει να είναι η εκλεκτή της άρχουσας τάξης ως συλλογικότητας. Ακόμα και ηγετικά στελέχη των Ρεπουμπλικάνων υπονοούν στήριξη στη Χίλαρι, ή έστω αρνούνται να δώσουν στήριξη στον Τραμπ, αφήνοντας τους ψηφοφόρους «να επιλέξουν ελεύθερα τι είναι καλύτερο για το έθνος».
Έχει καμία τύχη ο Τραμπ; Παραμένει αντιπαθητικός για την πλειοψηφία των Αμερικανών (και με δεδομένο ότι οι μειονότητες που τον απεχθάνονται συνήθως δεν απαντούν στα γκάλοπ). Θα λέγαμε λοιπόν σαφώς όχι, αν δεν είχε κάνει ήδη μια μεγάλη έκπληξη στα προκριματικά. Κι αν δεν είχε αντίπαλο την Χίλαρι: Είναι η μόνη πολιτική προσωπικότητα που τον συναγωνίζεται σε αντιδημοφιλία. 
Αριστερή εναλλακτική
Έχει βυθιστεί η αμερικανική κοινωνία σε τέτοια σαπίλα -όπως εκφράζεται από το εκλογικό δίπολο- ύστερα από 8 χρόνια κρίσης; Όχι. Το «φαινόμενο Σάντερς» δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Όταν ο «γραφικός» γερουσιαστής από το Βερμόντ ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του ενάντια στην Εκλεκτή Χίλαρι, αντιμετωπίστηκε αδιάφορα. Κατάφερε να κερδίσει 12 εκατομμύρια ψήφους, 22 πολιτείες και το 45% των συνέδρων, να κάνει τη Χίλαρι να ιδρώσει και το μιντιακό-κομματικό κατεστημένο να δουλέψει υπερωρίες για να του φράξει το δρόμο. Η υποψηφιότητά του έδωσε φωνή στην «άλλη Αμερική», του Occupy Wall Street, του κινήματος για συνδικαλιστικά δικαιώματα και κατώτατο ωρομίσθιο 15 δολάρια στα κάτεργα των φαστ-φουντ, στο κίνημα «Black Lives Matter» ενάντια στο ρατσισμό και την αστυνομική βία. 
Η απάντηση μπορεί να μην ήταν ποτέ ο Σάντερς, αλλά η απάντηση βρίσκεται «στο λαό του Σάντερς». Το ζήτημα είναι τι θα απογίνει αυτή η λαϊκή διαθεσιμότητα και πώς δεν θα εγκλωβιστεί στο Δημοκρατικό Κόμμα (το νεκροταφείο των κινημάτων). 
Στις ίδιες τις εκλογές του Νοέμβρη, τα εκατομμύρια που κινητοποιήθηκαν από το μήνυμά του θα έστελναν πολύ ισχυρότερο μήνυμα αν στήριζαν τη Ζιλ Στάιν, την υποψήφια των Πρασίνων, που έχει ένα πρόγραμμα αντίστοιχο του Μπέρνι, αντί να εγκλωβιστούν στο κάλεσμα του Σάντερς «να δώσουμε τη σημαντικότερη μάχη που είναι να μη βγει ο Τραμπ» και να στηρίξουν τη... Χίλαρι. 
Αλλά και συνολικότερα: Ο Σάντερς σωστά δήλωσε ότι οι εκλογικές αναμετρήσεις είναι στιγμές, ενώ «οι πολιτικές και κοινωνικές επαναστάσεις απαιτούν διαρκή αγώνα». Μόνο που αυτό το επιχείρημα ανακινεί η εντός-εκτός Δημοκρατικών «Αριστερά» εδώ και δεκαετίες (ψηφίζουμε Δημοκρατικούς σήμερα, αλλά συνεχίζουμε τον αγώνα), με αποτέλεσμα να μην έχει χτιστεί τίποτα στα αριστερά των Δημοκρατικών. Πόσο μάλλον όταν ο Μπέρνι, μιλώντας για «συνέχεια της πολιτικής επανάστασης», κατευθύνει τους υποστηρικτές του στη μάχη «αλλαγής του Δημοκρατικού Κόμματος», μια χαμένη υπόθεση. 
Ο αγώνας πράγματι θα πρέπει να συνεχιστεί μετά τις εκλογές. Σε αυτόν τον αγώνα πράγματι θα παίξει καθοριστικό ρόλο ο «λαός του Μπέρνι». Αλλά, είτε απέναντι στη Χίλαρι, είτε απέναντι στον Τραμπ, αυτός ο αγώνας θα πρέπει να δοθεί έξω από το Δημοκρατικό Κόμμα, στους δρόμους και στην προσπάθεια να χτιστεί μια δύναμη στα αριστερά του αστικού δικομματισμού, που φέτος ειδικά δείχνει το πιο αποκρουστικό του πρόσωπο.