Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μαζί με τη Νέα Δημοκρατία και το Ποτάμι, ψήφισαν κατεπείγουσα τροπολογία στο νομοσχέδιο για τον «αναπτυξιακό νόμο», με την οποία αλλάζει η προβλεπόμενη σύνθεση των δευτεροβάθμιων επιτροπών ασύλου, που είχε θεσπίσει πριν από μόλις δυόμισι μήνες.

Οι αντιδράσεις για την παρέμβαση του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής -τη χρονική στιγμή που εκδίδονταν θετικές αποφάσεις για εξέταση των αιτημάτων ασύλου στην Ελλάδα, επειδή θεωρούσαν την Τουρκία «μη ασφαλή χώρα»- είναι έντονες. Δεκαοχτώ μέλη των επιτροπών προσφύγων που αντικαταστάθηκαν με την τροπολογία Μουζάλα (στο εξής «Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών» αποτελούμενες από δύο δικαστικούς και ένα μέλος που υποδεικνύει η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ και αντικείμενο τη δευτεροβάθμια εξέταση των αιτημάτων ασύλου) καταγγέλλουν ευθεία πολιτική παρέμβαση στις διαδικασίες ασύλου εκ μέρους του υπουργείου:
«Για εμάς, καθίσταται εμφανές ότι η εφαρμογή της Κοινής Δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας είναι ασύμβατη με τις εγγυήσεις του υπάρχοντος συστήματος ασύλου και το επίπεδο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχει κατακτηθεί εντός διεθνούς και ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου. Δυστυχώς, οι χειρισμοί του υπουργείου δείχνουν ότι κάθε φορά που οποιοδήποτε όργανο, παλιό ή νέο, δεν θα εναρμονίζεται με το στόχο των μαζικών επαναπροωθήσεων στην Τουρκία, τέτοιες τροπολογίες και μεταβιβάσεις αρμοδιοτήτων δεν θα είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας», σημειώνουν οι 18 στην επιστολή τους. 
Πέντε βουλευτές της ομάδας των «53» καλούσαν με επιστολή τους συναδέλφους τους να καταψηφίσουν την επίμαχη τροπολογία, αλλά την ώρα της ψηφοφορίας, επέλεξαν για άλλη μια φορά την τακτική «γκρινιάζουμε ψηφίζοντας». 
Η αλλαγή έγινε με σκοπό να εφαρμοστεί η ντροπιαστική συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας που προβλέπει απελάσεις προσφύγων στη γείτονα χώρα, απελάσεις που έρχονται σε αντίθεση με το διεθνές δίκαιο και παραβιάζουν τα δικαιώματα των προσφύγων, όπως καταγγέλλουν διεθνείς οργανισμοί, ανεξάρτητες αρχές και οργανώσεις δικαιωμάτων. Το ξαναλέμε. Όταν συμμορφώνεται κανείς με τα αντεργατικά και ρατσιστικά κελεύσματα της ΕΕ, καταστρατηγεί τελικά όχι μόνο το εργατικό και το προσφυγικό δίκαιο, αλλά και τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα.