Ακόμη και στα πιο ολοκληρωτικά καθεστώτα –π.χ. στη Βόρεια Κορέα που αρέσει ιδιαίτερα ως αντιπαράδειγμα στους οπαδούς του μνημονίου– οι παρελάσεις γίνονται με ευρύτατη συμμετοχή του λαού σε ένα πανηγύρι εθνικής συμφιλίωσης –πανηγύρι που βέβαια έχει και τις πολύ κακές του πλευρές. Γι’ αυτό οι κατ’ εξακολούθηση σιδερόφρακτες παρελάσεις για λίγους και εκλεκτούς στην Ελλάδα αποτελούν μια ατιμωτική για την κυβέρνηση εξαίρεση και ταυτόχρονα, σε συμβολικό επίπεδο, την έκφραση της βαθιάς ρήξης μεταξύ του πληθυσμού και της πολιτικής εξουσίας. Ρήξης που τελικά ξεπερνά ακόμη και αυτή που υπάρχει στα απολυταρχικά καθεστώτα.

Λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές, οι Σαμαροβενιζελοστουρνάρηδες σέρβιραν (μέσω τηλεοράσεων και πάντα σε ασφαλή απόσταση από το λαό) το νέο επεισόδιο του success story στο οποίο δεν πιστεύει πια ούτε ένα στέλεχός τους. Αυτή τη φορά ήταν η συμφωνία με την τρόικα, η οποία ωστόσο δεν παρουσιάζεται δημοσίως ως γραπτό κείμενο. Όλοι γνωρίζουν βέβαια ότι πρόκειται για συνέχιση της κοινωνικής καταστροφής των εργαζόμενων τάξεων με όποιο άλλο μέσο έχει απομείνει (απελευθέρωση απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα, απολύσεις δημόσιων υπαλλήλων, κατάρρευση των συντάξεων –όπως προειδοποίησε και ο Ο. Ρεν).

Σε αυτές τις συνθήκες η άρχουσα τάξη που στην πλειονότητά της επωφελείται από το μνημόνιο, προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή την πολιτική συμμαχία που της προσέφερε τη θαυμάσια τελευταία διετία. Όμως ο ένας πόλος της συμμαχίας, το ΠΑΣΟΚ, έχει καταρρεύσει τελείως –κυρίως εξαιτίας της εγκατάλειψης κάθε ίχνους φιλολαϊκής πολιτικής και της προσχώρησης, ως βασιλικότερος του βασιλέως, στον νεοφιλελευθερισμό. Μάλιστα το ΠΑΣΟΚ προξενεί τριγμούς στη συγκυβέρνηση επειδή, ενόψει εκλογών, κάποιοι βουλευτές του απειλούν να μην ψηφίσουν τη διάταξη για το γάλα (φυσικά στο τέλος θα υπερψηφίσουν, εκτός αν έχει εξασφαλιστεί με ψήφους άλλων η υπερψήφιση των σχετικών νομοσχεδίων). Σε κάθε περίπτωση, επειδή αυτός ο νεκρός (το ΠΑΣΟΚ) δεν ανασταίνεται με τίποτε, ένα μεγάλο μέρος των προσπαθειών εστιάστηκαν στην ανοικοδόμηση της Κεντροαριστεράς γενικώς. Όμως γενικώς η Κεντροαριστερά, όπως φαίνεται σε όλη την Ευρώπη, δεν διαφέρει σε τίποτε απολύτως από τη Δεξιά. Έτσι απέτυχε πολύ νωρίς η απόπειρα με τους «58». Μετά στήθηκε η Ελιά, δηλ. το σημιτικό και βενιζελικό ΠΑΣΟΚ αλλά με κρυμμένο το καμένο πια brand name. Όμως πολύ γρήγορα και το σχήμα αυτό φάνηκε ότι δεν έπειθε ούτε τους θερμότερους μιντιακούς υποστηρικτές του. Και έρευσε το ποτάμι, μπας και αποτελέσει τουλάχιστον ανάχωμα στην κίνηση της νεολαίας προς τα αριστερά. Και εκεί, ωστόσο, υπήρξαν προβλήματα: Πρώτον το Ποτάμι δημοσκοπικά αποσπούσε ψήφους και από τη ΝΔ. Δεύτερον, φάνηκε να ξεφουσκώνει μόλις ο καθόλου αντισυστημικός και μη εκλεγμένος από κανένα (πλην του MEGA) αρχηγός του, βρέθηκε ενώπιον πολιτικών ερωτήσεων.

 

Έτσι αναγκαστικά η άρχουσα τάξη και ο μνημονιακός εσμός στρέφονται προς τον άλλο πόλο. Αρκεί να δει κανείς τα πρωτοσέλιδα εφημερίδων όπως το «Βήμα» και το «Έθνος» για να διαπιστώσει ότι η «επένδυση» τώρα γίνεται στον… Σαμαρά. Κατά τη συνταγή του ΠΑΣΟΚ, ο Σαμαράς σχεδιάζει και αυτός να εξαφανίσει το όνομα του κόμματος με το οποίο επέβαλε το μνημόνιο και να φτιάξει ένα άλλο (πιθανόν τη «Νέα Εποχή» που του προτείνουν οι επικοινωνιολόγοι και που ο ίδιος αναμασά ως έκφραση τελευταία) το οποίο δήθεν θα βγάλει τη χώρα από το μνημόνιο –στο οποίο μνημόνιο μας είχαν βάλει αυτοί οι ανεκδιήγητοι, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ! Μάλιστα γράφεται ότι και ο Κωστάκης ο Καραμανλής έχει δώσει το «πράσινο φως» για αλλαγή του ονόματος που ίδρυσε ο θειός του.

 

Όμως ακόμη κι αν αλλάξει όνομα, η Δεξιά του Σαμαρά δεν θα πάψει να είναι ένα κόμμα που προσπαθεί να συμβιβάσει δύο αποκλίνουσες βάρκες: την ευρωλαγνεία που είναι ακόμη η κύρια αστική επιλογή και το παραδοσιακό εμφυλιοπολεμικό οπλοστάσιο της ακροδεξιάς, που απαιτείται για να πάρει ψήφους από τους ναζί. Αυτή η ισορροπία κάτω από την ομπρέλα του νεοφιλελευθερισμού, αποδεικνύεται εξαιρετικά ασταθής. Η Ντ. Μπακογιάννη, π.χ., δεν θέλει να συμπορευτεί με τους ακροδεξιούς φίλους του Σαμαρά (τον Μπαλτάκο, τον Φαήλο κ.λπ.). Σε πρόσφατες δηλώσεις της επέμεινε με έμφαση ότι το άνοιγμα του κόμματος πρέπει να γίνει προς τον κέντρο και όχι προς τα δεξιά. Εξ ου και το ηχηρό «όχι» που είπε στην υποψηφιότητα για το ευρωψηφοδέλτιο, πράγμα που αποτελεί μια ένδειξη μόνο των δυσκολιών του εγχειρήματος Σαμαρά.

 

Ωστόσο, παρά τους σχεδιασμούς τους, φαίνεται ότι δεν μπορούν να κερδίσουν τις εκλογές, ή τουλάχιστον να σταθούν στα ίσα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ξέρουν ότι οι δημοσκοπήσεις πιάνουν πια μόνον το 10% του εκλογικού σώματος, κυρίως επειδή τουλάχιστον ένα εκατομμύριο άνθρωποι δεν έχουν πια σταθερό τηλέφωνο. Και φοβούνται.

 

Γι’ αυτό ενεργοποιούν την καταστολή όσων αγωνίζονται. Γι’ αυτό προσπαθούν να εξαγοράσουν –φτηνά είναι αλήθεια– τους κύριους μηχανισμούς του κράτους, την αστυνομία και τους δικαστικούς, με παροχές όπως τα ψίχουλα από το «πλεόνασμα».

 

Ταυτόχρονα θέλουν να κόψουν την κρατική επιχορήγηση στα κόμματα, αφού δεν είναι απαραίτητη στους ίδιους. Τα κόμματα της άρχουσας τάξη στηρίζονται στα λεφτά που τους δίνει η άρχουσα τάξη. Μάλιστα, ειδικά για το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ αυτά τα λεφτά είναι απολύτως φανερά: 250 εκατομμύρια ευρώ χρωστάνε στους φίλους τους τραπεζίτες και φυσικά θα γίνουν δανεικά και αγύριστα ειδικά αν αλλάξουν ονόματα. Αντίθετα, με τη ραγδαία περιστολή της επιχορήγησης εκείνοι που θα πληγούν είναι τα κόμματα της Αριστεράς, πρώτα και κύρια ο ΣΥΡΙΖΑ, που δεν χρηματίζονται από την άρχουσα τάξη.

 

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να βαδίσει αταλάντευτα στο δρόμο της ρήξης με τις επιλογές της άρχουσας τάξης και με την τρόικα, στο δρόμο της ανατροπής της λιτότητας. Οι κοινωνικές δυνάμεις υπάρχουν. Οι αντιστάσεις από καθηγητές, σχολικούς φύλακες και καθαρίστριες είναι μόνο οι κορυφές των κοινωνικών παγόβουνων που ενεδρεύουν την κυβέρνηση. Και όπως δείχνει η Ισπανία, το γήπεδο μπορεί να αρχίσει να γέρνει. Αριστερά…