Βρισκόμαστε στην τελική ευθεία προς τις φοιτητικές εκλογές, έπειτα από μια χρονιά επιθετικών πολιτικών στην εκπαίδευση μέσω του νόμου Γαβρόγλου.

Παρά τη σημαντική διάσταση της επίθεσης, που έχουμε περιγράψει ξανά μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας μας, η αποσπασματική –και μη ενιαία– εφαρμογή του νόμου είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αντιστάσεων σε επιμέρους σχολές, αλλά και την αδυναμία να συνολικοποιηθούν αυτοί οι αγώνες, να απλωθούν στο σύνολο των σχολών και να πάρουν χαρακτηριστικά φοιτητικού κινήματος. 
Είναι σημαντικό να κρατήσουμε ότι φέτος, για πρώτη φορά μέσα στην τελευταία διετία, είδαμε αγώνες που «τάραξαν τα νερά» στην εκπαίδευση. Οι πρόσφατες πολύ δυναμικές κινητοποιήσεις των αναπληρωτών εκπαιδευτικών που στηρίχθηκαν και από Φοιτητικούς Συλλόγους  είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Αλλά και εντός των φοιτητικών χώρων: ο αγώνας τόσων μηνών στο ΤΕΙ Αθήνας ενάντια στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, οι αλλεπάλληλες αγωνιστικές αποφάσεις, οι καταλήψεις διαρκείας, η συμμετοχή σε κινητοποιήσεις αποτελεί ίσως το πλέον ελπιδοφόρο παράδειγμα. Και άλλοι σύλλογοι, ωστόσο, βρέθηκαν σε τροχιά κινητοποιήσεων στη διάρκεια της χρονιάς με κέντρο το μπλοκάρισμα πτυχών του νόμου Γαβρόγλου: οι Πολιτικοί Μηχανικοί ΕΜΠ και ΑΠΘ, το Πολυτεχνείο Ξάνθης και –πιο πρόσφατα– η Φιλοσοφική του ΕΚΠΑ. Το σημαντικό είναι ότι αυτές οι  κινητοποιήσεις ενέπλεξαν και ενεργοποίησαν ένα δυναμικό ανένταχτων φοιτητών/φοιτητριών, που μέχρι πρότινος ήταν ανενεργό είτε ακόμη και φοβικό απέναντι στις συλλογικές διαδικασίες και τις συνδικαλιστικές πρακτικές. Συγχρόνως, η συγκρότηση αντιστάσεων σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις έγινε εφικτή μέσα από τις μετωπικές κινήσεις των δυνάμεων της φοιτητικής Αριστεράς και την κοινή πρακτική που ανέπτυξαν στο εσωτερικό των συλλόγων, που στην περίπτωση του ΤΕΙ Αθήνας πήρε χαρακτηριστικά ακόμη πιο στενής πολιτικής συνεργασίας στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας αγώνα ενάντια στο ΠΔΑ (στην οποία συμμετείχε η πλειοψηφία των δυνάμεων της φοιτητικής Αριστεράς). 
Όλες οι παραπάνω περιπτώσεις επιβεβαιώνουν την εκτίμηση στην οποία έχουμε επιμείνει ως Κόκκινο Δίκτυο στις σχολές, ότι υπάρχει ένα σημαντικό κομμάτι της νεολαίας που έχει πληγεί βάναυσα μέσα στα χρόνια της κρίσης και αναζητεί προοπτική, προκειμένου να ξαναβρεί το νόημα στους αγώνες. Ωστόσο, το γεγονός ότι η Αριστερά έχει χάσει δυνάμεις και παραμένει κατακερματισμένη βάζει όρια στις δυνατότητες συσπείρωσης αυτού του κόσμου. Η αναγκαιότητα για τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση δυνάμεων τόσο σε κινηματικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, την ώρα που γίνεται αντιληπτή και επισημαίνεται από τον ίδιο τον ανένταχτο κόσμο των συλλόγων, αποκρούεται συστηματικά από κομμάτια της φοιτητικής Αριστεράς, που θέτουν ως προαπαιτούμενο για την οποιαδήποτε κοινή δράση την πλήρη πολιτική συμφωνία.
Σε αυτήν ακριβώς την αναγκαιότητα λογοδοτεί η Αριστερή Ανατρεπτική Συνεργασία ΑΡΕΝ-ΕΑΑΚ-ΑΡΔΙΝ, στης οποίας τα ψηφοδέλτια συμμετέχουμε και φέτος ως Κόκκινο Δίκτυο στις σχολές. Τα ενωτικά κατεβάσματα της ΑΡΑΣΥΝ έχουν δείξει τις δυνατότητές τους εδώ και δύο χρόνια, έχουν συσπειρώσει γύρω τους ένα δυναμικό ανένταχτων αγωνιστών/αγωνιστριών και σε ορισμένους συλλόγους (βλ. Νομική Αθήνας) έχουν πετύχει σημαντικές καταγραφές απέναντι στην πρωτοκαθεδρία των αντιδραστικών δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά είναι αναγκαίο η ΑΡΑΣΥΝ να περάσει από το επίπεδο της απλής εκλογικής καταγραφής σε αυτό ενός κοινού συντονισμού των δυνάμεών της καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Οι πρωτοβουλίες για κοινά συντονιστικά πόλεων μεταξύ των τριών δικτύων (της ΑΡΕΝ, του ΑΡΔΙΝ και του τμήματος των ΕΑΑΚ που συμμετέχει στην ΑΡΑΣΥΝ) που πάρθηκαν το τελευταίο διάστημα ενόψει φοιτητικών εκλογών είναι ένα σημαντικό βήμα, που θα πρέπει να συνδυαστεί με πρωτοβουλίες για κοινές εκδηλώσεις (τόσο κεντρικές όσο και στους επιμέρους συλλόγους), κοινά υλικά κ.ο.κ.
Σε αυτήν τη συγκυρία διακυβεύεται η δυνατότητα της Αριστεράς να πολιτικοποιήσει και να ενεργοποιήσει ξανά τους ΦΣ ενάντια στο νεοφιλελεύθερο πανεπιστήμιο που προσπαθούν να επιβάλουν, αλλά και απέναντι στη συνολικότερη επιθετική πολιτική της κυβέρνησης. Γι’ αυτό και ο αγώνας θα πρέπει να είναι διμέτωπος. Αφενός να απαντά στην αποπολιτικοποίηση, την απογοήτευση και την επιλογή του ατομικού δρόμου που εκφράζονται εκλογικά είτε μέσω της αποχής είτε με την ψήφο στις συστημικές δυνάμεις που είναι απολογητές των πιο σκληρών νεοφιλελεύθερων πολιτικών (ΔΑΠ, ΠΑΣΠ, δήθεν «ανεξάρτητα» μορφώματα που κάνουν την εμφάνισή τους σε επιμέρους σχολές). Η ενίσχυση της ριζοσπαστικής Αριστεράς και ειδικότερα των μετωπικών κατεβασμάτων της είναι αυτή που μπορεί να συμβάλει στην ανασυγκρότηση των αντιστάσεων στο πανεπιστήμιο, των οργάνων-διαδικασιών των συλλόγων, των ΓΣ και σε τελική ανάλυση του φοιτητικού κινήματος. Αφετέρου, είναι αναγκαίο αυτή η ριζοσπαστικοποίηση να μη μείνει σε επίπεδο συντεχνιακό, αλλά να συνδεθεί με τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα, τους αγώνες των εργαζομένων και της υπόλοιπης νεολαίας, των προσφύγων και των μεταναστών. Έχουμε ανάγκη από ένα κίνημα νεολαίας που θα αγωνίζεται ενάντια στις πολιτικές που την υποχρεώνουν να ζει με ψίχουλα, να εργάζεται παράλληλα με τις σπουδές, να πληρώνει για να σπουδάζει, να εξωθείται στη μετανάστευση ή να καλείται να επιλέξει μεταξύ ανεργίας και επισφάλειας, αλλά και απέναντι στη φιλοπόλεμη, επικίνδυνη πολιτική της κυβέρνησης, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να μας οδηγήσει στο σφαγείο του πολέμου για χάρη των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων και ανταγωνισμών. Για όλους αυτούς τους λόγους, είναι κομβικό μέσα από τις φετινές εκλογές η ριζοσπαστική Αριστερά να βγει ενισχυμένη και με καλύτερους όρους αγώνα ενάντια στις πολιτικές των μνημονίων, της φτώχειας, του πολέμου, του ρατσισμού, που διαλύουν τις ζωές μας!