Φέτος οι φοιτητικές εκλογές, στις 7 Μάη, θα γίνουν μέσα σε ένα θερμό κεντρικό πολιτικό σκηνικό το οποίο αντανακλάται και στις σχολές.

Οι συνέπειες των μνημονιακών πολιτικών, όπως εμφανίζονται στην καθημερινότητα των φοιτητών, δίνουν ένα διαφορετικό στίγμα. Το διακύβευμα της πολιτικής μάχης δεν μπορεί, για αντικειμενικούς πλέον λόγους, να είναι το ποιος διοργανώνει τα καλύτερα πάρτι, το ποιος «πασάρει» τις καλύτερες σημειώσεις, ή το ποιος έχει τα καλύτερα «πάρε δώσε» με τους καθηγητές, όπως επί χρόνια προσπαθούσαν να μας πείσουν οι κυβερνητικές δυνάμεις στα πανεπιστήμια, η ΔΑΠ και η ΠΑΣΠ. Οι δυνάμεις αυτές επί χρόνια έκαναν πλάτες στις εκάστοτε κυβερνητικές πολιτικές, ευτελίζοντας και χουλιγκανοποιώντας κάθε έννοια πολιτικής διαδικασίας, αποπροσανατόλιζαν τους φοιτητές από τα προβλήματά τους και συνέβαλλαν διαρκώς στην αποπολιτικοποίηση ενός μεγάλου κομματιού της νεολαίας. Το γενικότερο προμνημονιακό κλίμα πλαστής ευημερίας ήταν «βούτυρο στο ψωμί» των συγκεκριμένων δυνάμεων, που καλλιεργούσαν αυταπάτες σε μεγάλη μερίδα των φοιτητών, κάνοντας λόγο για πτυχία με άμεση επαγγελματική αποκατάσταση, για ευρωπαϊκών προδιαγραφών επίπεδο ζωής και για ασυναρτησίες στο λόγο της Αριστεράς.

Δυστυχώς οι ίδιοι οι πολιτικοί τους μέντορες (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ), ακολουθώντας το δρόμο του σκληρού νεοφιλελευθερισμού και της ακροδεξιάς ρητορείας και πρακτικής, τους διέλυσαν το «γήπεδο» όπου για χρόνια «έπαιζαν μπάλα». Είναι επιβεβλημένο να πάρουν την απάντησή τους, που δεν είναι άλλη από την εκλογική τους πτώση και την πολιτική τους περιθωριοποίηση.

Μνημόνια
Φέτος το επίδικο δεν είναι μόνο τα φοιτητικά αιτήματα, αλλά το τι συνολική απάντηση έχει κάθε πολιτική δύναμη απέναντι στον πόλεμο του συστήματος. Τα μνημόνια και οι επιπτώσεις τους, οι απολύσεις των διοικητικών υπαλλήλων (1.750 βγήκαν σε «διαθεσιμότητα»), οι νέοι πρότυποι εσωτερικοί κανονισμοί στις σχολές (περιλαμβάνουν διάσπαση πτυχίων, δίδακτρα στο μεταπτυχιακό, διαγραφές φοιτητών, περικοπές συγγραμμάτων κλπ, κλείσιμο φοιτητικών εστιών), η υποβάθμιση των πτυχίων (αναβάθμιση ιδιωτικών ΙΕΚ), η εξαφάνιση των εργασιακών δικαιωμάτων (κατάργηση συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ελαστικά ωράρια, επισφαλής εργασία κλπ.), η καταστολή του κινήματος από την αστυνομία, το γεγονός ότι κάθε λίγο και λιγάκι η αστυνομία εισβάλλει στην ΑΣΟΕ και ρίχνει κροτίδες σε έναν πανεπιστημιακό χώρο (αστυνομοκρατία, χημικά στις διαδηλώσεις, αναίτιες προσαγωγές κλπ.), ο ρόλος των νεοναζί στις σχολές (εμφάνιση νεοναζί φοιτητών στη νομική της Κομοτηνής), είναι φλέγοντα ζητήματα που χρειάζονται απάντηση και μάλλον όποιος δεν έχει κάτι να πει ως προς αυτά δεν πρέπει να περιμένει πολλά.

Το στοίχημα για τη φοιτητική Αριστερά και κυρίως την ΑΡΕΝ είναι να βάλει στο τραπέζι αυτά τα ζητήματα που κάποιοι άλλοι προσπαθούν να τα αποφύγουν, σαν να ζουν σε άλλη χώρα. Οι υλικοί όροι ζωής και σπουδών έχουν φτάσει σε τόσο τραγικό επίπεδο, που η πολυτέλεια ενός φαντασμαγορικού πάρτι δεν αποτελεί δέλεαρ για την εκλογική επιλογή των φοιτητών, αλλά μια αισχρή πρόκληση απέναντι στα προβλήματά τους. Η ΑΡΕΝ μπροστά σε αυτή την κατάσταση δεν πρέπει ούτε να περιμένει τη λαϊκή εξουσία, ούτε να εγκλωβίζεται στο φοιτητοκεντρισμό, ούτε να καλλιεργεί τη λογική της ανάθεσης. Αντίθετα καλείται όσο ποτέ άλλοτε να έχει μια καθαρά ταξική παρέμβαση, εστιάζοντας στις δυσκολίες των φοιτητών και αναδεικνύοντας τους υπαίτιους γι’ αυτές. Σε αυτή την κατεύθυνση οφείλει να συνδέει τα αιτήματά της με τα αιτήματα του κόσμου της εργασίας μέσα από κοινές επιτροπές φοιτητών-εργαζομένων, που θα οργανώνουν τις μικρές και μεγάλες μάχες ενιαία.

Συνολικό πλαίσιο
Κάθε επιμέρους αγώνας θα πρέπει να εντάσσεται σε ένα συνολικό πολιτικό σχέδιο ρήξης και ανατροπής της συγκυβέρνησης και των μνημονιακών πολιτικών της, που οδηγούν τους εργαζόμενους και τη νεολαία στην εξαθλίωση. 

Η Αριστερά σε κάθε χώρο πρέπει να χτυπήσει το σύστημα τώρα που πονάει, όχι όμως μεμονωμένα, αλλά συνολικά συνδέοντας τα αιτήματα του κάθε χώρου με το βασικό αίτημα της πολιτικής ανατροπής. Σε αυτή την κατεύθυνση η φοιτητική εκλογική μάχη μπορεί να συνεισφέρει στην οικοδόμηση ενός μαζικού κινήματος, που θα διεκδικεί στο δρόμο το διαφορετικό.