Φυλακές τύπου Γ: Επιστροφή στον Μεσαίωνα

δικαιώματα / Τασία Χριστοδουλοπούλου / 09.07.2014

Η νομοθετική πρωτοβουλία για φυλακές υψίστης ασφαλείας τύπου Γ συνιστά πράξη ακραίου αυταρχισμού.

Μπήκε στα θερινά τμήματα όχι γιατί είναι προαπαιτούμενο κάποιας δόσης, ούτε εντολή της τρόικας, αλλά ως συνειδητή επιλογή της κυβέρνησης Σαμαρά για να καταγράψει το ιδεολογικό προφίλ της ακροδεξιάς φυσιογνωμίας της, την οποία το ΠΑΣΟΚ ανέχεται και υποθάλπει, ζητώντας διορθωτικές κινήσεις. 
Έτσι η συγκυβέρνηση αστόχαστα με το νομοσχέδιο αυτό κάνει μια μεγάλη επιστροφή, ένα come back τέσσερις αιώνες πριν, στην απολυταρχία, όταν το ίδιο το ανθρώπινο σώμα ήταν το μέσο της τιμωρίας, και οι βάρβαρες ποινές κατά του σώματος, τα βασανιστήρια, η καταναγκαστική εργασία και ο εγκλεισμός σε άσυλα ήταν ο τρόπος ανταπόδοσης από την κοινωνία στο κακό που προκάλεσε ο δράστης αδικημάτων. 
Η φυλακή, που ως θεσμός γενικεύτηκε στην εποχή του Διαφωτισμού, όταν η ελευθερία θεωρήθηκε από τις έννομες τάξεις ως το ύψιστο αγαθό και κατά συνέπεια η στέρησή της ως μορφή έκτισης της ποινής, ήταν ένα κακό που ισορροπούσε το κακό που προξένησε ο δράστης του αδικήματος, αλλά σήμερα για την ακροδεξιά δεν επαρκεί. Θέλει κάτι πιο εκδικητικό, πιο ακραίο, που να μείνει στην ιστορία, και το τολμά.
Αν και η φυλακή αποτελεί πλέον μια ισχυρή πιθανότητα για την πλειονότητα των πολιτών, λόγω της ευρείας ποινικοποίησης, φορολογικών και ασφαλιστικών αδικημάτων, αλλά και του ανεξέλεγκτου δικαστικού αυταρχισμού, η κυβέρνηση πατάει στην τρέχουσα αντίληψη ότι στη φυλακή είναι οι κακοί και κανένας δεν ασχολείται με αυτούς σε τέτοιες εποχές
και τολμά να κατεδαφίζει διατάξεις του σωφρονιστικού, ποινικού και δικονομικού μας συστήματος που διαπνέονται από μια κοινή λογική και ενιαίο στόχο, εξαιρώντας αυθαίρετα από αυτές κάποιες κατηγορίες κρατουμένων.
Εισάγοντας ένα καθεστώς εξαίρεσης και μια ακραία πολιτική καταστολής και ιδεολογικού ελέγχου στο φρόνημα των κρατουμένων, επιδιώκει την εξόντωση συγκεκριμένων κατηγοριών.
Η βιοπολιτική της ασφάλειας είναι μια τεχνική διαχείρισης της ζωής των κρατουμένων, όπου ο έλεγχος στη γυμνή ζωή τους είναι απόλυτος.
Η βιοπολιτική της ασφάλειας που ασκείται σε γυμνά σώματα, απογυμνωμένα από δικαιώματα, συνιστά ακραία βάσανο.
Έτσι επιχειρεί να οργανώσει μια άσκηση αντοχής, μια πολυετή παρατεταμένη δοκιμασία ελέγχου ψυχικού αποθέματος και πνευματικής διαύγειας.
Το δίκαιο και ο νόμος έτσι εκφέρεται ως βία.
Η ποινή δεν επαρκεί για την εξόντωση. Μια διαρκής βάσανος πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένους κρατούμενους. Δεν ενδιαφέρεται για το κακό που προκάλεσε ο δράστης αυτών των εγκλημάτων σε οποιονδήποτε τρίτο, ακόμα και στην πολιτειακή εξουσία. 
Ενώ αυτό επιμετρήθηκε από το δικαστήριο, με την ποινή που επέβαλε, παρεμβαίνει η κυβέρνηση για να δώσει στην τιμωρία πιο εξοντωτικό χαρακτήρα.
Αν και γνωρίζουμε ότι για συγκεκριμένες κατηγορίες με τις νομοθετικές αλλαγές που υπήρξαν, στο πλαίσιο της ασφάλειας, εξαιρέθηκαν και ως υπόδικοι και ως κατηγορούμενοι από συγκεκριμένα δικαιώματα, όπως του φυσικού τους δικαστή, της δημοσιότητας τη δίκης, της κλήρωσης των δικαστών κ.λπ., με το νομοσχέδιο ολοκληρώνεται η εξαίρεση από δικαιώματα και ως κρατουμένων.
Πρόσχημα η απόδραση του Χριστόδουλου Ξηρού και άλλες θεαματικές αποδράσεις, που προσέβαλαν το κύρος του κράτους.
Το κύρος του κράτους κατά την κυβέρνηση δεν προσβάλλεται από τις καταδίκες της χώρας για τις απαράδεκτες και βάρβαρες συνθήκες στις φυλακές τόσο από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και από το Συμβούλιο της Ευρώπης.
Ούτε για το 1,80 ευρώ που είναι ο ημερήσιος προϋπολογισμός για τους κρατούμενους για όλα τα γεύματα. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να μην τραυματιστεί το μονοπώλιο του κράτους στην ασφάλεια των φυλακών.
Το κράτος έκτακτης ανάγκης δεν μπορεί να ανέχεται αποδράσεις (άρα καταργεί τις άδειες), δεν μπορεί να ανέχεται διαμαρτυρίες μέσα στις φυλακές που μπορούν να γενικευτούν (άρα όσοι έχουν ηγετικά προσόντα θα πάνε στα λευκά κελιά για να μη συναντούν τους πολλούς), οι ειδικοί κρατούμενοι δεν μπορούν να δουλεύουν ή να σπουδάζουν (να αξιοποιούν δηλαδή τους θεσμούς γιατί πρέπει να χάσουν την πνευματική τους διαύγεια), δεν είναι δυνατόν να ζητάνε αναστολή στα 16 χρόνια, στα 20 χρόνια θα ζητάνε αναστολή (ώστε αν βγουν ζωντανοί να είναι ακίνδυνοι). 
Αυτή είναι η κεντρική σύλληψη του νομοσχεδίου, εκδίκηση ενάντια σε συγκεκριμένη κατηγορία κρατουμένων και ασφάλεια στις φυλακές της βαρβαρότητας και της μιζέριας. 
Τα λευκά κελιά θα λειτουργούν ως σύνορο φόβου, ως σύνορο του απόλυτου σκοταδισμού.
Θα είναι ένα διαρκές πειθαρχείο.
Κι ας ορίζει το ο Σωφρονιστικός μας Κώδικας στο άρθρο 3 «Απαγορεύεται κάθε δυσμενής διακριτική μεταχείριση των κρατουμένων, ιδίως εκείνη που βασίζεται στη φυλή, το χρώμα, την εθνική ή κοινωνική καταγωγή, το θρήσκευμα, την περιουσία ή τις ιδεολογικές πεποιθήσεις» ή στο άρθρο 4 «Κατά την εκτέλεση της ποινής δεν περιορίζεται κανένα άλλο ατομικό δικαίωμα των κρατουμένων, εκτός από το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία».
Όμως ακόμα και η νεοφιλελεύθερη νομιμότητα ελέγχεται. 
Επίσημα το κράτος δικαίου δεν έχει καταργηθεί. Σε πείσμα όλων των βιαστών του στέκεται εκεί και αξιώνει το σεβασμό του.
Η ψήφισή του αποτυπώνει τον κοινοβουλευτικό συσχετισμό. Η εφαρμογή του θα αποτυπώσει τον κοινωνικό συσχετισμό, και σε αυτόν πάντα ελπίζουμε.