Πριν λίγες βδομάδες υπερψηφίστηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας σχετικά με τους Χώρους Ελεγχόμενης Χρήσης (ΧΕΧ) Ναρκωτικών.

Σε αυτούς τους χώρους θα παρέχονται ασφαλή και καθαρά μέσα για τη χρήση ουσιών (όπως σύριγγες), η οποία θα γίνεται υπό την επίβλεψη ιατρικού προσωπικού, θα υπάρχουν υπηρεσίες για την πρόληψη και την αντιμετώπιση περιστατικών υπερβολικής δόσης και ενημέρωση σχετικά με την αποτοξίνωση. Το νομοσχέδιο επίσης προβλέπει τη δημιουργία μητρώων εγγραφής όσων κάνουν χρήση στους ειδικούς χώρους.
Η δημιουργία τέτοιων χώρων φαντάζει φυσικά ένα βήμα στο ζήτημα της αντιμετώπισης της τοξικοεξάρτησης. Ένα βήμα, όμως, που πιθανόν να οδηγεί σε αδιέξοδο. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις τέτοιοι χώροι θα μπορούσαν να είναι όντως βοηθητικοί στην προσέγγιση χρηστών με χαμηλό ή κανένα κίνητρο για ένταξη σε προγράμματα αποτοξίνωσης, η προσέγγιση αυτή φαντάζει χωρίς νόημα, άμα εξετάσουμε την κατάσταση των κέντρων απεξάρτησης. Την ίδια στιγμή που προετοιμάζονται κονδύλια για τη δημιουργία αυτών των χώρων, τα περισσότερα προγράμματα απεξάρτησης επιβιώνουν με ελάχιστη ή μηδαμινή βοήθεια από το κράτος, εξαιτίας των περικοπών και των μνημονίων. Το αποτέλεσμα είναι η υπολειτουργία και υποστελέχωση των προγραμμάτων απεξάρτησης και οι εκατοντάδες χρήστες που απευθύνονται σ’ αυτά, μπαίνουν σε τεράστιες λίστες αναμονής, αυξάνοντας την πιθανότητα να πεθάνουν, να πάθουν κάποια μόνιμη βλάβη ή να κολλήσουν κάποια μεταδοτική ασθένεια.
Οι ΧΕΧ, ενώ θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα πλήρες κρατικό σχέδιο, αυτή τη στιγμή φαίνεται να λειτουργούν ως «μπάλωμα». Δηλαδή, αντί η κρατική φροντίδα να εστιάζει στην πραγματική επίλυση του ζητήματος της τοξικοεξάρτησης και της φροντίδας των χρηστών, με το μέτρο αυτό εξασφαλίζει απλά το αυτονόητο –ότι οι χρήστες δεν θα πεθαίνουν στους δρόμους, θα έχουν ιατρική φροντίδα και θα προστατεύονται από μολυσματικές ασθένειες όπως το AIDS και η ηπατίτιδα C. Προφανώς και είναι καλύτερο από το τίποτα, όμως δεν καλύπτει ούτε στο ελάχιστο τις πραγματικές ανάγκες των χρηστών.
Η υποκρισία του κράτους φαίνεται ξεκάθαρα και από το γεγονός ότι ελάχιστη σημασία δίνουν στα αίτια που οδηγούν στην τοξικοεξάρτηση. Ακόμα και στη «μεταμνημονιακή» περίοδο που διαβαίνουμε, η όξυνση των οικονομικών προβλημάτων, η κατάρρευση του κοινωνικού κράτους και η ελλιπής ενημέρωση συνεχίζονται ακάθεκτες, δημιουργώντας τις κοινωνικές συνθήκες που οδηγούν στην εξάρτηση. Η φτώχια, η ανεργία, οι αντίξοες συνθήκες διαβίωσης είναι κάποιες από τις πραγματικές αιτίες που οδηγούν αρκετό κόσμο στην εξάρτηση και για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα πρέπει να σταματήσουν να υφίστανται. Όποια υποτιθέμενη λύση δεν τα θέτει στο στόχαστρο, παραμένει μια διαχειριστική λύση, που δεν λύνει το πρόβλημα.
Από τα παραπάνω προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: Ο νόμος αυτός εστιάζει πραγματικά στα συμφέροντα των χρηστών και της κοινωνίας; Οι περισσότεροι φορείς και επιστήμονες που ασχολούνται με το ζήτημα της τοξικοεξάρτησης εδώ και χρόνια έχουν αναδείξει το ζήτημα της ανάγκης για κρατική επιχορήγηση στα προγράμματα απεξάρτησης ως ένα από τα κύρια μέτρα για τη μείωση της χρήσης. Όμως, αυτό δεν φάνηκε να απασχολεί ούτε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ούτε τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Αντίθετα, λίγο πριν την προεκλογική περίοδο, γίνεται η επιλογή να προταθεί –και να υπερψηφιστεί στη συνέχεια– αυτό το μέτρο.
Είναι ένα μέτρο που συνδέεται με τον «εξευγενισμό» του κέντρου της Αθήνας, σε μια προσπάθεια να γίνει αόρατο το ζήτημα των τοξικοεξαρτημένων για να μην ενοχλεί την αισθητική τόσο των τουριστών, όσο και των κατοίκων. Είναι ένα μέτρο που προκύπτει από την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους στα χρόνια των μνημονίων, σε μια προσπάθεια να «εξοικονομηθούν πόροι» με κάθε θυσία, αφού η δημιουργία και η λειτουργία των ΧΕΧ είναι φθηνότερη απ’ την ενίσχυση και τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων απεξάρτησης.
Προβληματισμοί επίσης προκύπτουν και από το «μητρώο εγγραφών» που θα δημιουργηθεί, καθώς δεν είναι ξεκάθαρο το πώς θα χρησιμοποιείται, αν θα μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτό η αστυνομία και το κατά πόσο θα προστατεύονται τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των χρηστών.
Ακόμα και αυτό το ελάχιστο μέτρο όμως δημιούργησε έντονες αντιδράσεις και για τους λάθος λόγους. Δεκατέσσερις σύλλογοι κατοίκων Αθήνας υπέγραψαν ένα κείμενο ενάντια στους ΧΕΧ. Όπως γράφουν χαρακτηριστικά: «Οι κάτοικοι της Αθήνας, […] δεν πρόκειται να συναινέσουμε στη λειτουργία τέτοιων “πειραμάτων” ξανά στις γειτονιές μας.[…] Όχι ανάμεσα σε σπίτια, παιδικούς σταθμούς, σχολεία, ξενοδοχεία, θέατρα και χώρους πολιτισμού, χώρους εργασίας, εμπορίου ή συνάθροισης και αναψυχής των κατοίκων». Αν και είναι μια πραγματικότητα ότι οι πιάτσες ναρκωτικών μειώνουν πολύ το επίπεδο ζωής των κατοίκων και συνδέονται με την αύξηση της εγκληματικότητας και την ανάπτυξη ενός κλίματος φόβου, η πραγματική απάντηση σε αυτά τα ζητήματα είναι ο αγώνας για την πραγματική αντιμετώπιση των αιτιών τους και για εξασφάλιση προγραμμάτων απεξάρτησης.
Προβληματική ήταν και η στάση που κράτησε το ΚΚΕ το οποίο καταψήφισε το νομοσχέδιο. Ξεκινώντας από μια σωστή αφετηρία που αναγνωρίζει τα κοινωνικά αίτια του ζητήματος και τις ευθύνες του κράτους να τα αντιμετωπίσει και να ενισχύσει τα προγράμματα απεξάρτησης, καταλήγει σε λάθος συμπεράσματα. Εμμένοντας στη θέση του ότι η μόνη αντιμετώπιση είναι τα λεγόμενα «στεγνά» προγράμματα, καταδικάζει εξολοκλήρου το μέτρο και αποτυγχάνει να δει πως αποτελεί ένα –ελάχιστο μεν, υπαρκτό δε– βήμα. Εξαιτίας αυτού φτάνει να υποστηρίζει έως και ότι αυτοί οι χώροι προωθούν τη χρήση, μια δήλωση που δεν βασίζεται σε κανένα από τα στοιχεία που έχουν προκύψει απ’ τις χώρες όπου έχουν εφαρμοστεί ανάλογα μέτρα.