Τ ην ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, τουρκικά, ισραηλινά και ρωσικά πολεμικά πλοία και αεροσκάφη «συνωστίζονται» στην ανατολική Μεσόγειο, νότια και ανατολικά της Κύπρου.

Η περιοχή έχει οριστεί από την Κυπριακή Δημοκρατία ως Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κύπρου. Η πράξη αυτή έχει επισήμως αναγνωριστεί μόνον από το κράτος του Ισραήλ (αν και αφορά τις Τυνησία, Λιβύη, Αίγυπτο, Γάζα, Λίβανο, Συρία, Τουρκία και Ελλάδα, ως «όμορες» χώρες), ενώ είναι σαφές ότι έχει την υποστήριξη των ΗΠΑ και της ΕΕ. Στη βάση της πράξης αυτής, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει προ καιρού αναθέσει τις έρευνες (αλλά και ουσιαστικά τα δικαιώματα εξόρυξης) σε δυτικές πολυεθνικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων η Noble Energy, αμερικανική εταιρεία στενά συνδεδεμένη με το καθεστώς Μπους και τις πρώτες σταυροφορίες των ΗΠΑ στο Ιράκ.
Η αντίδραση της Τουρκίας σε αυτήν την πρωτοβουλία ήταν αναμενόμενη. Πολλοί μιλούν για κλιμάκωση της επιθετικότητας του καθεστώτος της Άγκυρας, ακόμα και για «νεοοθωμανισμό» (αυτοκρατορικές βλέψεις στην ευρύτερη περιοχή). 
Η αλήθεια είναι εξαιρετικά πιο περίπλοκη. Η Τουρκία διαπιστώνει σήμερα ότι οι εξελίξεις στην περιοχή κάνουν πιθανούς και ρεαλιστικούς τους χειρότερους διπλωματικούς και στρατιωτικούς εφιάλτες της: Αφενός, με την πιθανότητα συγκρότησης ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στα νότια και ανατολικά σύνορά της. Αφετέρου, με την ανάδειξη του ISIS, ενός παναραβικού εθνικισμού που επιδιώκει τη συγκρότηση ισλαμικού χαλιφάτου στα εδάφη της Συρίας και του Ιράκ, αμφισβητώντας τα δεδομένα που ιστορικά δημιούργησε η ήττα των Αράβων από τα τουρκικά κύματα που δημιούργησαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η αντίδραση του τουρκικού καθεστώτος σε αυτές τις προοπτικές έχει αναδείξει τη σοβαρή επιδείνωση των σχέσεων της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και την ανοιχτή ρήξη των σχέσεών της με το κράτος του Ισραήλ, που ήταν και παραμένει ο βασικός «χωροφύλακας» του ιμπεριαλισμού στην περιοχή. 
Αν οι συνθήκες στον κόσμο έχουν γίνει ασταθείς και αβέβαιες, στη συγκεκριμένη περιοχή οι ιστορικές ισορροπίες ανατρέπονται με ραγδαίο ρυθμό. Το Ιράκ έχει ήδη διαλυθεί, ενώ πιθανότατα ίδια μοίρα θα έχει η Συρία. Οι συμμαχίες και οι ανταγωνισμοί παίρνουν την εξαιρετικά επικίνδυνη μορφή της αλλαγής συνόρων, της ίδρυσης νέων κρατών ή της κατάκτησης-προσάρτησης περιοχών. Ο κίνδυνος ευρύτερης πολεμικής ανάφλεξης είναι πάνω από ορατός. 
Σε αυτές τις συνθήκες για όλους τους εργαζομένους, για όλους τους προοδευτικούς ανθρώπους και σίγουρα για την Αριστερά, το καθήκον δεν είναι να πρωτοστατήσουμε για το ποιος θα ωφεληθεί από την αναμπουμπούλα. Το καθήκον είναι να υπερασπίσουμε ένα μείζον αγαθό: την ειρήνη. Που είναι προϋπόθεση για κάθε φιλεργατική-φιλολαϊκή πολιτική μέσα στην οικονομική και κοινωνική κρίση. 
Το καθήκον είναι να θυμίσουμε ότι σε κάθε πόλεμο, ο μεγάλος χαμένος είναι οι εργαζόμενοι και οι λαϊκές μάζες τόσο της πλευράς του ηττημένου όσο –όμως– και της πλευράς του νικητή. Να θυμηθούμε ότι οι εξοπλισμοί –αυτές οι απόλυτα παρανοϊκές δαπάνες πολυτελείας– δεν σταμάτησαν καθόλου, δεν περιορίστηκαν καν, στα χρόνια της κρίσης, στα χρόνια που κατέρρευσαν οι μισθοί και το κοινωνικό κράτος. 
Σε αυτό το πλαίσιο, οφείλουμε να θυμηθούμε τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Ο πόλεμος στην Ανατολή –όπου καθοριστικές ευθύνες έχουν οι Μεγάλες Δυνάμεις, οι ΗΠΑ, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ– σπρώχνει και θα σπρώχνει εκατομμύρια ανθρώπους σε αναζήτηση σωτηρίας. Και τους ανθρώπους αυτούς δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουμε να τους πνίγουμε στη Μεσόγειο...
Επίσης, δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχάσουμε την Παλαιστίνη. Η διπλωματική, στρατιωτική και οικονομική συμμαχία με το κράτος του Ισραήλ είναι μια αντιδραστική πολιτική που θα ξεπλένει τους χασάπηδες της Γάζας. 
Δεν είναι η ώρα για την Αριστερά να αυξομειώνει τη μεζούρα των «κυριαρχικών δικαιωμάτων», σαν ένας ακόμα απαράδεκτος υποκριτής. Είναι η ώρα να υποστηρίξουμε σταθερά και αποφασιστικά: Όχι στον πόλεμο, με κάθε πρόσχημα. Όχι στα παιχνίδια τζόγου με την ειρήνη, που αποτελεί προϋπόθεση για κάθε προοδευτική πολιτική και κοινωνική αλλαγή.