Οι επερχόμενες ευρωεκλογές θα είναι μια σημαντική πολιτική μάχη στην Ευρώπη και στην Ελλάδα

1. Οι κυρίαρχες τάξεις επιμένουν στο σχέδιο «ΕΕ και Ευρώ». Παρά τις ρωγμές (π.χ. Brexit) παρά τις διαφωνίες και τους ανταγωνισμούς (π.χ. χώρες του Βίζενγκαρντ, Ιταλία), παρά δηλαδή τα φαινόμενα που υπογραμμίζουν την κρίση και το βάλτωμα της στρατηγικής των «ολοκληρώσεων», οι πλειοψηφικές καθεστωτικές δυνάμεις δηλώνουν αποφασισμένες να προχωρήσουν στο δρόμο που χάραξαν στο Μάαστριχτ και στη Λισαβόνα, με τις διαβόητες συνθήκες που έθεσαν τα θεμέλια για τη σύγχρονη ΕΕ και την Ευρωζώνη.
2. Αυτή η επιλογή σημαίνει προσήλωση στη στρατηγική των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, σημαίνει ενίσχυση της ρατσιστικής οχύρωσης στην «Ευρώπη-φρούριο», σημαίνει ενίσχυση του ευρω-ιμπεριαλισμού με τις αποφάσεις για τον ευρω-στρατό και τους ευρω-εξοπλισμούς. Ενώ ταυτόχρονα συρρικνώνουν τις χρηματοδοτήσεις,για τις κοινωνικές δαπάνες, για τα «προγράμματα σύγκλισης» και την ενίσχυση των αγροτών. 
Σε αυτές τις πολιτικές έχουν συγκλίνει από καιρό τα δύο βασικά κυβερνητικά κόμματα σε όλη την Ευρώπη, σε βαθμό που οι διαφορές μεταξύ τους έχουν γίνει δυσδιάκριτες ακόμη και για την εκλογική βάση τους. Η παραδοσιακή Δεξιά και η σοσιαλφιλελεύθερη σοσαλδημοκρατία, έχοντας συγκυβερνήσει επί μακρόν σε χώρες καθοριστικής σημασίας όπως η Γερμανία, σκιαγραφούν πλέον την έννοια του  «ακραίου κέντρου», ως της δύναμης που έχει αναδείξει ως σήμα κατατεθέν την Ευρωπαϊκή ενοποίηση δια της προσήλωσης στον νεοφιλελευθερισμό. Σε αυτόν τον χώρο εντάχθηκαν και οι δυνάμεις της «κεντροαριστεράς», σε αυτόν το χώρο εντάσσει πλέον τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία ο Αλ. Τσίπρας.
3. Ως δήθεν αντιπολίτευση απέναντι στο «ακραίο κέντρο» εμφανίζεται σήμερα σε αρκετές χώρες η ακροδεξιά . Μια δύναμη που υποστηρίζει σταθερά τις νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις (όπως φαίνεται στην πολιτική της στην Ουγγαρία, στην Αυστρία κ.ο.κ),  σε συνδυασμό με τις ακραίες ρατσιστικές επιθέσεις ενάντια στους πρόσφυγες και τους μετανάστες (π.χ. Ιταλία), όπως και με τις ακραίες σεξιστικές επιθέσεις ενάντια στους ομοφυλόφιλους και ενάντια στα δικαιώματα των γυναικών (π.χ. Ισπανία). Η σύγχρονη ευρωπαϊκή ακροδεξιά βρίσκεται σε επικοινωνία με το ρεύμα του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ και ενώ στην παρούσα συγκυρία υποστηρίζει και μάλιστα ενεργά τις νεοφιλελεύθερες αντεργατικές επιθέσεις, αναλαμβάνει ταυτόχρονα την προετοιμασία για μια στροφή προς τον οικονομικό εθνικισμό και τον προστατευτισμό. Αυτό είναι το νόημα του στρατηγικού συνθήματος των Λεπέν-Σαλβίνι: «για την Ευρώπη των κυρίαρχων Εθνών-κρατών». Η ακροδεξιά είναι θανάσιμος αντίπαλος για το εργατικό κίνημα και για τις δημοκρατικές πολιτικές κατακτήσεις, την ίδια στιγμή όμως είναι απολύτως καθαρό ότι η ανοχή απέναντι στο «ακραίο κέντρο» δεν αποτελεί άμυνα απέναντι στην ανερχόμενη ακροδεξιά. Γιατί, στην πραγματικότητα, το δρόμο για την άνοδο της ακροδεξιάς «στρώνουν» οι κυβερνητικές πολιτικές της λιτότητας και της περιφρόνησης της λαϊκής κυριαρχίας της Δεξιάς, της σοσιαλδημοκρατίας, της κεντροαριστεράς. Αυτό αποδεικνύεται με τον τραγικότερο τρόπο στα ζητήματα του ρατσισμού, όπου η πολιτική των κυβερνήσεων και των θεσμών της ΕΕ έχει μετατρέψει τα νερά της Μεσογείου και του Αιγαίου σε μαζικούς τάφους προσφύγων και μεταναστών.
Την απάντηση σε αυτό το δίπολο των καθεστωτικών δυνάμεων οφείλει να δώσει ο χώρος της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων.
4. Η εμπειρία του 2015 στην Ελλάδα αποδεικνύει ότι η πολιτική της ρήξης με την Ευρωζώνη και την ΕΕ αποτελεί αναπόσπαστη προϋπόθεση για την ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού και της διαρκούς λιτότητας. Σήμερα μάλιστα αυτή η γνώση είναι ακόμα περισσότερο εμπειρία των λαών σε όλη την ΕΕ. 
Η θέση αυτή γίνεται πλέον μια σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δυνάμεις που επιμένουν στην υπεράσπιση των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων και στις δυνάμεις εκείνες (όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και το Ευρωπαϊκό Κόμμα της Αριστεράς) που μπαίνουν στο δρόμο της σύγκλισης με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και, μέσω αυτής, με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.
5. Όπως ζήσαμε την περίοδο 2010-2015, αλλά και όπως είδαμε από την εμπειρία του Brexit, η ρήξη με το ευρώ και την ΕΕ, αν και είναι αναγκαία συνθήκη, δεν είναι η μοναδική συνθήκη για την υπεράσπιση των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων. Γι’ αυτό και επιμένουμε στην ανάγκη η ρήξη να ακολουθείται από ένα σαφές μεταβατικό πρόγραμμα που θα λογοδοτεί στις εργατικές-λαϊκές ανάγκες και θα εντάσσει την ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού μέσα στη γενικότερη διεκδίκηση της σοσιαλιστικής απελευθέρωσης.
6. Οι συνθήκες και οι ρυθμίσεις της ΕΕ (όπως τα άρθρα που επιβάλλουν την έγκριση των προϋπολογισμών των χωρών-μελών από την Κομισιόν) έχουν υποβαθμίσει δραστικά το δικαίωμα των λαών να αποφασίζουν για το μέλλον τους. Με αυτή την έννοια, η αρχή της Λαϊκής Κυριαρχίας, μια κατάκτηση 200 και πλέον ετών, έχει κυριολεκτικά καταρρακωθεί. Γι’ αυτό και η πάλη ενάντια στις μνημονιακές-νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές συνδέεται με τον αγώνα υπεράσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων σε όλα τα επίπεδα. Είναι δηλαδή πρωτίστως η πάλη για το δικαίωμα της κοινωνικής πλειοψηφίας (των εργαζομένων, των γυναικών, των μεταναστών, των προσφύγων) να ορίζουν την πολιτική που ασκείται στη χώρα που ζουν. Γι’ αυτό και δεν έχει σχέση αυτός ο αγώνας με τους θαυμαστές του Τραμπ, τα ορφανά της ακροδεξιάς και τις συχνά πολεμοκάπηλες κραυγές τους, που προσπαθούν απλά να θέσουν τους λαούς στα συμφέροντα άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων. 
7. Οι επιδιώξεις αυτής της πάλης είναι φανερό ότι ξεπερνούν τα στενά όρια των εθνικών συνόρων. Η διεθνής αλληλεγγύη, ο συντονισμός ως προϋπόθεση για την κλιμάκωση της δράσης, η συνδιαμόρφωση στόχων και προοπτικών, όλες αυτές οι πλευρές ενός σύγχρονου διεθνισμού είναι αναγκαίες σήμερα όσο ποτέ. Με την έννοια αυτή είναι για εμάς σημαντική η συμμετοχή στις διεργασίες του μετώπου «Και τώρα ο Λαός», που απορρίπτει τις επιλογές του ευρωρεφορμισμού του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΕΑ.
8. Γνωρίζουμε ότι σήμερα ο κόσμος μας περνάει δύσκολες μέρες στη χώρα μας. Η κοινωνική επίθεση της λιτότητας συνδυάστηκε με τις απογοητεύσεις των πολιτικών διαψεύσεων. Γι’ αυτό η ανατρεπτική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στα λόγια. Και προϋπόθεση για το πέρασμα στην πράξη είναι μια μετωπική τακτική που επιδιώκει ειλικρινή συγκέντρωση δυνάμεων, με στόχο να γίνουν εφικτές οι νίκες που έχει ανάγκη ο κόσμος μας. Για να συνεχιστεί η αντίσταση – για να προετοιμαστεί η αντεπίθεση, όλοι μας έχουμε κάνει την επιλογή της συμμετοχής στο μέτωπο της Λαϊκής Ενότητας. 
Συμμετέχουμε στις Ευρωεκλογές ως υποψήφιοι της Λαϊκής Ενότητας.
Παλεύουμε σε κάθε επίπεδο (τόσο στο εσωτερικό της ΛΑΕ όσο και ευρύτερα) για την προώθηση ενός μετώπου της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Μια επιλογή που ολοφάνερα αφορά καταρχήν τις δυνάμεις της ΛΑΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όσους/ες   αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015, αλλά και κάθε αριστερό αγωνιστή που αρνείται την αποδοχή του υπάρχοντος καθεστώτος ως «μονόδρομο» και «κανονικότητα». 
Είναι μια επιλογή που ολοφάνερα προϋποθέτει την απόρριψη τόσο των δεξιόστροφων πολιτικών προσαρμογών, όσο και της επιμονή σε έναν αδιέξοδο αυτοαναφορικό σεχταρισμό.
Θεωρούμε ότι η τακτική όλων των δυνάμεων στις αυτοδιοικητικές εκλογές και στις Ευρωεκλογές θα πρέπει να «μετρηθεί» και με το κριτήριο του εάν και κατά πόσο υπηρετεί αυτή την κατεύθυνση της μετωπικής συνεργασίας των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς για τη ρήξη και την ανατροπή των κυρίαρχων πολιτικών. Κατεύθυνση που, ακόμα και αν δεν υλοποιήθηκε τώρα, πρέπει να συνεχίσει να επιδιώκεται στο μαζικό κίνημα και στις επόμενες, στις εθνικές εκλογές. 
Στο πλαίσιο αυτό καλούμε στην ψήφιση του ψηφοδελτίου της Λαϊκής Ενότητας στις ευρωεκλογές και ειδικότερα στη στήριξη των υποψηφίων που μάχονται ανοιχτά για την προοπτική της ανασύνθεσης και της μετωπικής ενότητας της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Οι υποψήφιοι/ες ευρωβουλευτές:
Σπύρος Δρίτσας, Στάθης Κουβελάκης, Μάνια Μπαρσέφσκη, Μαρία Μπόλαρη, 
Αντώνης Σιγάλας, Χρήστος Σταυρακάκης, Ντίνα Σωτηριάδη