Η κατάρρευση του success story και το σκάνδαλο Μπαλτάκου-Κασιδιάρη φέρνουν άμεσα στην επιφάνεια όλες τις αστάθειες του πολιτικού σκηνικού, την πραγματική πολιτική κρίση που έχει να επιλύσει το καθεστώς.

Ο Σαμαράς, την ώρα που ετοιμαζόταν να πανηγυρίσει και να εξαπολύσει την τελική επίθεσή του ως «σωτήρας» του ελληνικού καπιταλισμού, εκπίπτει σε ελάχιστες ημέρες στο ρόλο ενός αβέβαιου «αρχηγού» υπό αμφισβήτηση στο ίδιο του το κόμμα και ενός ασταθούς πρωθυπουργού υπό προθεσμία, που εξαρτάται από την ακόμα πιο αβέβαιη «βιωσιμότητα» του Ευάγγελου Βενιζέλου ως επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ.

Στην πραγματικότητα οι αμφισβητήσεις προϋπήρχαν. Η Ντόρα από πριν αμφισβητούσε την «ακροδεξιά στροφή» της ΝΔ και απαιτούσε «στροφή» προς το Κέντρο. Η Γιαννάκου είχε από νωρίτερα εκφράσει την άρνηση να είναι στο ίδιο ψηφοδέλτιο με τον Φαήλο Κρανιδιώτη. Η σιωπή του Καραμανλή δεν αρκεί πλέον για να καλύψει τη μουρμούρα των καραμανλικών, που βλέπουν τη ΝΔ να μετατρέπεται σε «διευρυμένη» Πολιτική Άνοιξη. 

Και αυτή είναι η εικόνα του «ισχυρού» πυλώνα της κυβέρνησης. Γιατί στον άλλο πυλώνα, στο ΠΑΣΟΚ, η ανοιχτή σύγκρουση του Βενιζέλου με τον ΓΑΠ δείχνει ότι οι εξελίξεις τρέχουν με μεγαλύτερη ταχύτητα.

Αυτή η αστάθεια του κυβερνητικού πολιτικού προσωπικού δεν περνάει απαρατήρητη από τους «ολιγάρχες» του καθεστώτος. Η πρωτοφανής απόφαση του Μαρινάκη να διεκδικήσει το Δήμο του Πειραιά δεν είναι μεμονωμένη «μούρλια». Ο Μελισσανίδης διεκδικεί τη Φιλαδέλφεια και δεν δίστασε να επιτεθεί στον ΣΥΡΙΖΑ με άμεση ευθύτητα. Ο Ιβάν Σαββίδης δεν κρύβει τις προθέσεις του για πολιτικό ρόλο, αρχίζοντας από το ρόλο του «θεσσαλονικάρχη». Οι άρχοντες του χρήματος μπαίνουν στον πειρασμό να αναλάβουν αυτοπροσώπως, όπως ο Μπερλουσκόνι, την πολιτική εξουσία. 
Όλα αυτά δείχνουν κινδύνους, αλλά –κυρίως– τις μεγάλες αδυναμίες του συστήματος.

Αδυναμίες που είναι εφικτό να αξιοποιήσει το εργατικό κίνημα και η Αριστερά, υπό μια προϋπόθεση: να αντιπαρατάξουμε έναν αποφασιστικό «στρατό» και να επιδιώξουμε να νικήσουμε στην αναπόφευκτη αναμέτρηση.

Η γενική απεργία στις 9 Απρίλη πρέπει να είναι μια πρώτη μάχη, που πρέπει να έχει συνέχεια: ενάντια στις απολύσεις και τις διαθεσιμότητες, ενάντια στα κλεισίματα και στις ιδιωτικοποιήσεις, ενάντια στις περικοπές μισθών και συντάξεων, ενάντια στις περικοπές κοινωνικών δαπανών.
Η αλληλεγγύη προς τις κλαδικές απεργίες που συνεχίζουν πρέπει να γίνει αποφασιστική, με στόχο να φτάσει –επιτέλους!– ένα τμήμα μας σε καθαρή νίκη. 

Η Πρωτομαγιά που έρχεται δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον ψυχρό και αναποτελεσματικό τρόπο των γραφειοκρατών. Οι αγωνιστές της Αριστεράς, η βάση των συνδικάτων, τα μαχητικά σωματεία, οι τοπικές πρωτοβουλίες, οι ομάδες κοινωνικής αλληλεγγύης κ.ο.κ. πρέπει να επιχειρήσουν μια «καταμέτρηση στο δρόμο», μια επίδειξη κοινωνικής δύναμης.

Αυτή η τακτική μπορεί να παραλύσει τα επιτελεία του Σαμαρά και τους «ολιγάρχες» που κινούν τα νήματα πίσω του. 

Σε αυτήν τη βάση, οι ευρωεκλογές (αλλά και οι δημοτικές και περιφερειακές κάλπες) μπορούν να λειτουργήσουν σαν το φιτίλι που θα κατεδαφίσει το ετοιμόρροπο μέγαρο του πολιτικού συστήματος.

Υπό την προϋπόθεση –και πάλι– ότι η Αριστερά θα αναλάβει το ρόλο της. Θα αντιπαρατεθεί προγραμματικά και πολιτικά επί της ουσίας, παραβιάζοντας τις «κόκκινες γραμμές» του συστήματος. Θα επιδιώξει την κατεδάφιση του σάπιου σκηνικού και δεν θα δεχθεί οποιαδήποτε επιχείρηση «παρθενορραφής», που θα έχει ως στόχο την αποκατάσταση της πολιτικής σταθερότητας. Γιατί, παρά τις προφανείς ευκαιρίες, κανείς δεν μπορεί να ξεχνάει ότι το σύστημα έχει εφεδρείες και γνωρίζει την τεχνική των «γεφυροποιών»...

Με την έμφαση στους αγώνες τώρα και με την αριστερή αντεπίθεση σε όλα τα μέτωπα, μπορούμε να τους ρίξουμε!