Μ ε μεγάλη συμμετοχή, αλλά και έντονη αντιπαράθεση, συνεχίζεται ο προσυνεδριακός διάλογος στο ΚΚΕ για το 19ο Συνέδριό του. Πρωτόγνωρο γεγονός, για τις συνήθειες του κόμματος, είναι ο αριθμός άρθρων προβληματισμού ή ανοιχτής διαφωνίας που δημοσιεύονται στον «Ριζοσπάστη».

Η εξέλιξη ήταν αναμενόμενη. Ο κόσμος του ΚΚΕ δεν ζει σε στεγανά. Παρεμβαίνει σε μάχες, συζητάει το πώς θα νικήσουν, μαζεύει εμπειρίες, έχει αναφορές σε ιστορικές παραδόσεις του κομουνιστικού κινήματος. Η μεγάλη ήττα στις διπλές εκλογές του Μάη-Ιούνη έφερε στην επιφάνεια με μεγάλη οξύτητα τη συζήτηση για την τακτική του κόμματος.

Για ένα σημαντικό δυναμικό μελών και στελεχών διαβάστηκε –και σωστά– ως αποτέλεσμα του σεχταρισμού, με τον οποίο καθοδηγήθηκαν οι δυνάμεις του κόμματος στους αγώνες και τις πολιτικές μάχες του προηγούμενου διαστήματος.
«Καθαρότητα»

Το ΚΚΕ χρόνια τώρα κινήθηκε με τη γραμμή της «καθαρότητας» στο κίνημα, με τη γραμμή της οργάνωσης ξεχωριστών σωματείων και πορειών. Ο στόχος για την ανατροπή των «αρνητικών συσχετισμών δύναμης» εξυπηρετούνταν κυρίως μέσα από την επιδίωξη κοινοβουλευτικής ενίσχυσης.

Όταν η κρίση ήταν αργόσυρτη, όταν το επίπεδο αγώνων δεν ήταν υψηλό, αξιοποιώντας την οργανωτικότητά του και μη έχοντας αντίπαλο στα αριστερά του, αυτή η γραμμή φαινόταν να δουλεύει.

Στην εποχή της βαθιάς κρίσης και της ταξικής πόλωσης, όταν η παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ έδινε το παρόν σε μάχες που απέφευγε να δώσει το ΚΚΕ (π.χ. Δεκέμβρης 2008, κίνημα πλατειών), όταν η ενότητα στη δράση ενώθηκε με τη ριζοσπαστική πολιτική, όταν οι αγώνες γενικεύτηκαν και πολιτικοποιήθηκαν γύρω από το αίτημα της κυβέρνησης της Αριστεράς, αυτή η γραμμή συντρίφτηκε.
Πολλοί σύντροφοι του ΚΚΕ, που στέλνουν γράμματα διαφωνίας, ξεκινούν από την παρατήρηση ότι πρώτα απ’ όλα αυτή η τακτική έβλαψε το ίδιο το κόμμα. Ότι η εκλογική επιρροή δεν μεταφραζόταν εδώ και χρόνια σε πολιτικούς δεσμούς, ότι η κυκλοφορία των εντύπων είχε πέσει, ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 η ΚΝΕ έκανε μεγάλη βουτιά, ότι οι στρατολογίες ήταν λίγες.
Υπογραμμίζουν ότι οι «Λαϊκές Επιτροπές» στις γειτονιές περιορίζονται σε έναν στενό κύκλο. Ότι το ΠΑΜΕ δεν έχει καταφέρει να καθοδηγήσει κανένα μεγάλο αγώνα.

Ο Γερ. Αραβανής, πρώην βουλευτής, γράφει στον «Ριζοσπάστη», στις 3/2: «Το αποτέλεσμα των διπλών εκλογών του 2012 δεν είναι προϊόν της δύσκολης συγκυρίας και κάποιων επιμέρους αδυναμιών και λαθών του ΚΚΕ, αλλά αποτύπωση της ίδιας της δυναμικής του, συμπύκνωση όλων των δυσκολιών που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει στην επικοινωνία με τον εργαζόμενο λαό. Αποτυπώνει τη δυσαρέσκεια στην επιρροή και τις γραμμές του».

Στο ίδιο μήκος κύματος, στον «Ριζοσπάστη» της 16/2 ο Γ.Ν. ξεκινά το άρθρο του: «Τα κείμενα της ΚΕ αποτελούν συνέχεια των κατευθύνσεων με τις οποίες δουλέψαμε υπό την καθοδήγησή της. Άρα μπορούμε να τα κρίνουμε και από τα αποτελέσματα, εξετάζοντας βασικούς τομείς, όπως στη συσπείρωση δυνάμεων, στην οργάνωση του λαού, στην πολιτική-ιδεολογική-οργανωτική ισχυροποίηση ΚΚΕ και ΚΝΕ».

Άλλος σύντροφος («Ρ», 19/1) υπογραμμίζει ότι το κείμενο των θέσεων δεν απαντά στο ερώτημα, γιατί εν μέσω κρίσης και ανάπτυξης των αγώνων, το ΚΚΕ πέφτει.

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι αρκετά από τα γράμματα αναφέρονται στην ανάγκη η κεντρική καθοδήγηση να βοηθήσει, ώστε ο ιδεολογικός στόχος να μεταφραστεί σε πολιτικά αιτήματα και οργανωτικά βήματα.

Άλλα γράμματα εντοπίζουν ότι ούτε στο 18ο ούτε τώρα στο 19ο Συνέδριο συζητιέται σοβαρά η καπιταλιστική κρίση, ότι ο προβληματισμός δεν εστιάζεται στο πώς θα μετατραπεί σε πολιτική και επαναστατική κρίση. Χαρακτηριστικό είναι το γράμμα του Θ.Λ. («Ρ» 2/3), που υπογραμμίζει: «Οι θέσεις σπρώχνουν σε μια άγονη και επιζήμια κατεύθυνση, σε αντιπαράθεση με τη ζώσα πραγματικότητα».

Άλλος σύντροφος («Ρ, 2/3) εκφράζει το φόβο του ότι το ΚΚΕ τείνει να γίνει «αριστερίστικο» μόρφωμα. Προειδοποιεί ότι το σύστημα δεν βολεύεται μόνο με την ενσωμάτωση του κόμματος (έναν κίνδυνο που περηφανεύεται η ΚΕ ότι αντιμετώπισε), «βολεύεται εξίσου καλά, όταν το ΚΚΕ αυτοπεριθωριοποιείται και παίρνει απόσταση από τις πλατιές μάζες των εργαζομένων».

Ανάμεσα στα κείμενα κριτικής στο κείμενο των θέσεων για το Συνέδριο, δύο έχουν τραβήξει τη μεγαλύτερη προσοχή. Το πρώτο είναι του Βασίλη Καλαματιανού, που διετέλεσε χρόνια μέλος της ΚΕ με αυξημένα καθοδηγητικά καθήκοντα. Με τίτλο «Βαδίζουμε για ένα ελεγχόμενο και στενό, μικρό κόμμα», διαφωνεί με το νέο σχέδιο καταστατικού και ιδιαίτερα στον τρόπο που εφαρμοζόταν στο ΚΚΕ ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, προτείνει την κατοχύρωση διαφορετικών γνωμών, θέσεων και απόψεων, ολοκληρωμένη ενημέρωση των ΚΟΒ, ισότιμη προβολή («Ρ», 20/1).

Το δεύτερο είναι του Αντώνη Σκυλάκου, επί χρόνια βουλευτή του ΚΚΕ («Ρ», 1/3). Σε αυτό, κάνοντας αναφορά στη «Λαϊκή Συμμαχία», υποστηρίζει: «Αν θέλουμε συσπείρωση ευρύτερων μαζών, θα πρέπει να συγκεντρωθούν όσο το δυνατό περισσότερες δυνάμεις, που θίγονται ή καταστρέφονται από τα μονοπώλια, τον ιμπεριαλισμό, που υφίστανται στο «πετσί» τους την κρατική καταστολή».

Επίσης υποστηρίζει την άποψη «σε συνθήκες οξυμένης ταξικής πάλης στο έδαφος του καπιταλισμού μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή, όχι για να διαχειριστεί το σύστημα, αλλά με τη στήριξη του λαού να πάρει τα «κλειδιά» του κράτους στα χέρια της, να ξεσηκώνει το λαό… έτσι ώστε να συμβάλει στη δημιουργία επαναστατικής κατάστασης».
Τέλος, στον «Ρ» της 3/3, στο κείμενο του Θ.Π. υπογραμμίζεται: «υπάρχουν δυνάμεις που παλεύουν για το σοσιαλισμό και η ΚΕ εντελώς λανθασμένα τις αποκλείει από τις συμμαχίες της».

Οι σύντροφοι που αναφέραμε (και άλλοι πολλοί που έχουν στείλει κριτικά κείμενα), δεν έχουν σαν αφετηρία το Ενιαίο Μέτωπο του 3ου και 4ου Συνεδρίου της Κομιντέρν, ούτε έχουν σχέση με το μεταβατικό πρόγραμμα που επεξεργάστηκε ο Τρότσκι, στηριζόμενος σε αυτά.

15ο Συνέδριο

Οι αναφορές τους είναι το προηγούμενο προγραμματικό συνέδριο του ΚΚΕ, το 15ο που έγινε το 1996. Τότε η απόφαση μιλούσε για τη συγκρότηση Αντιμονοπωλιακού, Αντιιμπεριαλιστικού, Δημοκρατικού Μετώπου. Υποστήριζε την έξοδο από την ΕΕ και τη θέση ότι ο ελληνικός καπιταλισμός είναι εξαρτημένος. Σε αρκετά από τα κείμενα διαφωνίας επαναλαμβάνονται αυτές οι απόψεις. Όμως το κεντρικό στην οπτική τους είναι ότι το 15ο επέτρεπε κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες.

Στο 19ο Συνέδριο όλα περιορίζονται στη στενή επιρροή του κόμματος, στα ΠΑΜΕ, ΜΑΣ, ΠΑΣΥ, ΠΑΣΕΒΕ-ΟΓΕ, που φτάνουν να αναγορεύονται σε πρόπλασμα εργατικής εξουσίας. Στο πολιτικό πεδίο αποκλείονται τα πάντα. Μάλιστα στη θέση 59 αποκλείεται και το ενδεχόμενο συνεργασίας με δυνάμεις που μπορεί να αποχωρήσουν από τον ΣΥΡΙΖΑ, «αν αυτός υποκαταστήσει τη σοσιαλδημοκρατία».

Αντίστροφα, πολλοί σύντροφοι του ΚΚΕ, που υποστηρίζουν το κείμενο θέσεων, ξεκινούν από το ότι η έμφαση στη σοσιαλιστική επανάσταση είναι αναγκαία, για να αποκλειστούν οι δεξιές αποκλίσεις που επέτρεπε η στρατηγική των σταδίων. Για να μην έχουμε νέες Βάρκιζα και ΕΔΑ, όπως λένε.

Πουλιόπουλος

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, ισχύει ο πρόλογος του Παντ. Πουλιόπουλου στο βιβλίο του «Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα»: «Στην ελληνική Κομουνιστική Νεολαία για τους αγώνες της, για το μαρξιστικό της διαφωτισμό που της έλλειψε στο κόμμα, αφιερώνεται». Ο μεγάλος διεθνιστής επαναστάτης δεν εννοούσε τα ιδεολογικά μαθήματα που προτείνει ως σχέδιο κομματικής ανασυγκρότησης το κείμενο των θέσεων για το 19ο Συνέδριο. Αντίθετα εννοούσε τη σύνδεση της ζωντανής εμπειρίας με τις παρακαταθήκες της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Σήμερα, η μάχη για την οποιαδήποτε διεκδίκηση πράγματι θα μας φέρει αντιμέτωπους με το «όλο σύστημα». Η διεκδίκηση μιας κυβέρνησης της Αριστεράς δεν θα είναι το τέλος, αλλά η αρχή μιας άλλης περιόδου όπου, μέσα από μάχες, θα προετοιμάζονται οι όροι για εργατική εξουσία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ τώρα περισσότερο από ποτέ θα πρέπει να επιμείνει στο προσκλητήριο για συμπαράταξη της Αριστεράς. Ο προσυνεδριακός διάλογος, έστω και με τεθλασμένο τρόπο, δείχνει τη σημασία που είχε η επιμονή σε αυτή την απεύθυνση. Για όλους μας το κριτήριο είναι οι επιλογές που σήμερα θα σταματήσουν την κοινωνική καταστροφή και ταυτόχρονα, εκπαιδεύοντας στη μάχη, θα ανοίξουν το δρόμο για το σοσιαλισμό.

 

*βουλευτής Ά Αθήνας του ΣΥΡΙΖΑ