Στις 18 Νοέμβρη του 1976 η διορισμένη από τον δικτάτορα Φράνκο Βουλή της Ισπανίας (Κορτές) αποφάσιζε την επιστροφή στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ήταν αναγκαίος συμβιβασμός του πολιτικού συστήματος μπροστά στην παρακμή και την παράλυση του δικτατορικού καθεστώτος.

Η όλη διαδικασία αποδείχθηκε χλoμή και αναιμική επανάληψη της γέννησης της «Segunda Republica», της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας, ακριβώς 45 χρόνια πριν. Το Σύνταγμα που εγκρίθηκε στις 9 Δεκέμβρη 1931 έδινε το δικαίωμα της ψήφου και στις γυναίκες, περιόριζε τη δύναμη της Εκκλησίας και καθιστούσε αιρετά όλα τα αξιώματα, πράγμα που είναι ακόμη ζητούμενο για τη σημερινή Ισπανία. 
Αυτό που έκανε τη διαφορά ανάμεσα στις δύο μεταπολιτεύσεις δεν ήταν το ψυχικό σθένος των εκάστοτε κοινοβουλευτικών εισηγητών, αλλά η εισβολή των εργατικών μαζών στη σκηνή της Ιστορίας. Το 1931 ήταν η πρώτη χρονιά της Ισπανικής Επανάστασης, που το 1936 απείλησε να συντρίψει το φασισμό στην Ευρώπη.      
Δύο κόσμοι αντίπαλοι
«Η μοναρχία του Αλφόνσου του 13ου δεν ήταν ούτε πιο αγαπητή ούτε πιο σταθερή από εκείνη του Νικολάου Β’ [του τελευταίου τσάρου της Ρωσίας]» (Βικτόρ Σερζ) 
Η Ισπανία από το 1923 ως το 1930 ζούσε τη σκληρή δικτατορία του Πρίμο ντε Ριβέρα. Ο δικτάτορας, εγκάθετος του βασιλιά Αλφόνσου (όπως ο Μεταξάς του βασιλιά Γεώργιου στην Ελλάδα), είχε αποστολή να συντρίψει τις αντιδράσεις στην τρομακτική κοινωνική ανισότητα. Στην πραγματικότητα, στην Ισπανία ζούσαν δύο κόσμοι που τις ζωές τους χώριζε άβυσσος.   
Ο ένας κόσμος στηριζόταν στον κρατικό μηχανισμό, το στρατό και την εκκλησία. Οι κεφαλαιοκράτες, οι τσιφλικάδες, οι ανώτεροι αξιωματικοί και οι επίσκοποι δεν συνεργάζονταν απλώς: κατά κανόνα, ήταν μέλη και των ίδιων οικογενειών. Λιγότερα από 1.500 τσιφλίκια διέθεταν 3.000.000 εκτάρια γης. Άλλα τόσα εκτάρια, πολύ πιο άγονα, κατείχαν 8 εκατομμύρια εξαθλιωμένοι αγρότες. Η άρχουσα τάξη, εντελώς διεφθαρμένη και παρασιτική, ανίκανη να αναπτύξει την οικονομία, διαβιούσε σπαταλώντας εισοδήματα. Η Ισπανία αντιμετώπιζε τον ανταγωνισμό των αγορών με πρωτόγονες μεθόδους, επιβιώνοντας μόνο χάρη στην απόλυτη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης που κατά 70% ήταν εργάτες γης.  
Γύρω από την άρχουσα τάξη επιβίωνε ένα πολυάριθμο σώμα υπαλλήλων, δικηγόρων και λακέδων -τα «δημόσια ανθρωπάκια» κατά τον Μαρξ- μια γραφειοκρατία τόσο άχρηστη όσο και κακοπληρωμένη, που συνδύαζε τη δουλικότητα με την ανήμπορη αντιπολίτευση, τη διαμαρτυρία με τη φλυαρία. Αυτή η μεσαία τάξη ήταν που παρήγαγε τα στελέχη των κοινοβουλευτικών κομμάτων. 
Τα δύο πραγματικά στηρίγματα του κράτους:
Στρατός. Άσχημα οργανωμένος και αρτηριοσκληρωτικός, ο πρώην πανίσχυρος στρατός της μεγάλης αποικιοκρατικής περιόδου, έχανε πλέον κατά κράτος σε κάθε πόλεμο που συμμετείχε (ενάντια στις ΗΠΑ το 1898, ενάντια στους Μαροκινούς εξεγερμένους το 1921) και χρησίμευε πλέον κυρίως ως δύναμη κατοχής της ίδιας του της χώρας. Ο ισπανικός στρατός (μοναδική περίπτωση στρατεύματος με 200 στρατηγούς και έναν αξιωματικό για κάθε 6 φαντάρους) κόστιζε παραπάνω από το 50% του κρατικού προϋπολογισμού. Συμπληρωνόταν στο κατασταλτικό του έργο από τη Guardia Civil, ένα από τα πιο μισητά αστυνομικά σώματα της υφηλίου, καθώς και άλλες τέσσερις-πέντε αστυνομικές υπηρεσίες. 
Εκκλησία. Με 60.000 καλόγριες, 20.000 καλόγερους και 35.000 παπάδες πληρωμένους από το κράτος, με προκλητικά πλούτη και απόλυτα σκοταδιστικό κήρυγμα, η Εκκλησία ήταν ολοκληρωτικά πιστή στην εξουσία και στόχος αναρίθμητων τυφλών εκρήξεων των αγροτών και εργατών της Ισπανίας. 
Όλους αυτούς τους κηφήνες τους έθρεφε η πιο εξαθλιωμένη εργατική τάξη της Ευρώπης, μαζί με τους αγρότες. Δεν ήταν οι μόνοι δυσαρεστημένοι. Στην Καταλονία, στη Χώρα των Βάσκων και αλλού, μια βιομηχανική αστική τάξη ερχόταν σε προστριβές με το «παρασιτικό» ισπανικό κράτος. Τα αυτονομιστικά κινήματα ήρθαν να προσθέσουν το βάρος τους στην αστάθεια του ισπανικού βασιλείου.
«Και οι έσχατοι έσονται πρώτοι»
Όταν το καπάκι άρχισε να ανασηκώνεται από τον αναβρασμό μετά την πανωλεθρία στο Μαρόκο, η άρχουσα τάξη και ο Αλφόνσος απάντησαν με τη στρατιωτική δικτατορία Ριβέρα. Όμως η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 κλόνισε το καθεστώς. Το 1930 ο ίδιος ο βασιλιάς ζήτησε την παραίτηση του απόλυτα ανίκανου δικτάτορα, και όρισε πρωθυπουργό το στρατηγό Μπερενγκέρ. Είναι η περίοδος της dictablanca, της «λευκής δικτατορίας». Αλλά ούτε ο Μπερενγκέρ ούτε ο ναύαρχος Αθνάρ που τον αντικατέστησε σε λίγο, μπορούσαν να εγγυηθούν το σταμάτημα των διαδηλώσεων και των άγριων απεργιών.   
Για τις 15 Δεκέμβρη 1930 είχε οργανωθεί γενική απεργία. Τρεις μέρες πριν, μια εξέγερση στρατιωτικής μονάδας στην Αραγονία κατά της μοναρχίας συντρίφτηκε επιτόπου. Όμως η ήττα και η εκτέλεση των αρχηγών της ανταρσίας ερέθισε περισσότερο τους απεργούς. Για να εκτονώσει την κατάσταση, η προκήρυξε δημοτικές εκλογές για τις 12 Απρίλη, που τις έχασε παταγωδώς από την αντιπολίτευση, κύρια τους σοσιαλιστές και τους Καταλανούς αυτονομιστές.   
Αυτό που ακολούθησε ήταν μοναδικό: Μια λαϊκή εξέγερση ξεκίνησε από μια εκλογική διαδικασία! Μέσα σε δύο μέρες τα ενθουσιώδη πλήθη ανακήρυσσαν τη δημοκρατία σε πόλεις και πλατείες. Ο κρατικός μηχανισμός κατέρρευσε. Ο Αλφόνσος 13ος κατέφυγε στο εξωτερικό για να σωθεί. Το «οι έσχατοι έσονται πρώτοι» των Ευαγγελίων, το υλοποίησαν επιτέλους οι ίδιοι οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι με τον ξεσηκωμό τους. 
Το πανηγύρι των καταπιεσμένων τέλειωσε νωρίς…
«Το 1931, όταν στην Ισπανία ανακηρύχθηκε η Δημοκρατία, γινότανε πανηγύρι, ντελίριο» (Εμιλιέν Μορέν, η σύντροφος της ζωής του Ντουρούτι) 
Αποτύπωμα αυτής της έξαρσης ήταν το Σύνταγμα του 1931, το πιο προοδευτικό τότε σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο. Η αυτονομία της Καταλονίας και της Χώρας των Βάσκων, η ισότητα όλων απέναντι στο νόμο, η ψήφος των γυναικών, ήταν ασύλληπτοι στόχοι μερικούς μήνες πριν. Αλλά, ενώ ψηφίζεται το Σύνταγμα, έχει ήδη χρησιμοποιηθεί από την κυβέρνηση ακόμη και το πυροβολικό για να κατασταλούν εργατικές απεργίες. 
Η προσωρινή κυβέρνηση, όπου κυριαρχούν Σοσιαλιστές και Καταλανοί εθνικιστές, έχει αναλάβει τώρα να «σώσει τη χώρα» από τους εργαζόμενους που απαιτούν δικαιοσύνη. Παράλληλα, όλες οι κοινωνικές διακηρύξεις των Σοσιαλιστών γίνονται γρήγορα νεκρό γράμμα. 
Η αγροτική μεταρρύθμιση που εξαγγέλθηκε, μέσα σε δύο χρόνια μοίρασε λιγότερα από 9.000 εκτάρια σε 7.000 αγρότες. Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση υποχώρησε στην εκστρατεία της Δεξιάς και συμβιβάστηκε να περικόψει απλώς το μισθό των παπάδων, δίνοντάς τους «μονάχα» το ισοδύναμο σύνταξης δημοσίου υπαλλήλου. 
Η αγανάκτηση των εργατών έσκαγε κάθε τόσο σε εκρήξεις και εντυπωσιακές ενέργειες οργής και απελπισίας. Μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης ήταν οργανωμένο στην αναρχοσυνδικαλιστική Συνομοσπονδία, τη CNT. Οι αναρχικοί στην Ισπανία συνδύαζαν εκπληκτική αυτοθυσία μαζί με απίστευτη ανικανότητα και στενομυαλιά και ούτε ήθελαν ούτε μπορούσαν να παλέψουν για την εργατική εξουσία.  Τα ξεσπάσματα διαδεχόταν η αποθάρρυνση. 
Η πρώτη πράξη της Ισπανικής επανάστασης έκλεισε με μια σφαγή που προανήγγελλε το μέλλον. Το Γενάρη του 1933 στο χωριό Κάσας Βιέχας οι αναρχικοί οργάνωσαν μια παρέλαση επίδειξης δύναμης, όπου τραυματίστηκαν δύο χωροφύλακες. Όταν εισέβαλαν την άλλη μέρα η Guardia Civil μαζί με τη «δημοκρατική» Guardia de Asaltos, περικύκλωσαν όσους αναρχικούς είχαν καταφύγει σε ένα σπίτι και τους έβαλαν φωτιά μαζί με τις οικογένειές τους. Μετά συνέλαβαν κάθε χωρικό που κατείχε έστω κυνηγετικό όπλο και τους εκτέλεσαν πάνω στα αποκαΐδια. 24 νεκροί για να «δοθεί ένα μάθημα» στους ταπεινούς… 
Ήταν ζήτημα ελάχιστων μηνών να χάσει η κυβέρνηση τις εκλογές από τη Δεξιά που διψούσε να εκδικηθεί για το 1931. Οι συγκρούσεις που θα ακολούθησαν, όπως η σφαγή των εργατών στις Αστούριας και, δυο χρόνια μετά, το πραξικόπημα του Φράνκο, έκαναν το Κάσας Βιέχας να μοιάζει ασήμαντο επεισόδιο. 
Η επανάσταση στην Ισπανία είχε ήδη περάσει στην επόμενη, πιο μαζική και πιο αποφασιστική φάση της. Όμως αυτή είναι μια άλλη ιστορία, στην οποία θα επανέλθουμε.