Πολυνομοσχέδιο τρίτης αξιολόγησης – «Μεταμνημονιακή» εποχή

Μέσα σε κλίμα αισιοδοξίας για την επερχόμενη «έξοδο» από τη μνημονιακή εποχή, η κυβερνητική πλειοψηφία ετοιμάζεται να ψηφίσει ακόμη ένα σκληρό πακέτο αντεργατικών μέτρων, με ορίζοντα το Eurogroup στις 22/1, όπου θα κριθεί η εκταμίευση της επόμενης δόσης.  
Η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου, έχοντας αποφασίσει να εφαρμόσει πιστά τις απαιτήσεις των δανειστών και της κυρίαρχης τάξης, με το πολυνομοσχέδιο που θα πρέπει να έχει εγκριθεί μέχρι το βράδυ της 15ης Γενάρη (ή και νωρίτερα), επιχειρεί ακόμα μία άγρια επίθεση στα εισοδήματα και τις κατακτήσεις των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων. Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, το ογκώδες πολυνομοσχέδιο που περιλαμβάνει τα «προαπαιτούμενα» (όσα δεν πέρασαν στη βουλή με την καταιγίδα τροπολογιών τις τελευταίες μέρες του 2017) για το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης, όδευε προς τις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές. 
Σε αυτό περιλαμβάνονται μια σειρά διατάξεις που η εφαρμογή τους θα εντείνει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, ενώ ακόμα και στην πειθαρχημένη Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ δεν λείπουν οι γκρίνιες, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει και την εμφάνιση κάποιας διαφοροποίησης στη σχετική ψηφοφορία. Άλλωστε, η ανάγκη παράτασης του κυβερνητικού βίου και το αφήγημα περί «ενός ακόμη βήματος» για την ομαλή ολοκλήρωση του μνημονιακού προγράμματος είναι σίγουρο ότι θα εξαφανίσουν τις όποιες ενστάσεις για θέματα όπως η νομοθεσία για την προκήρυξη απεργιών, οι αλλαγές στα οικογενειακά επιδόματα, οι πλειστηριασμοί κλπ. 
Ειδικότερα, πέρα από την προκλητική ρύθμιση που θα κάνει δυσκολότερη την κήρυξη απεργίας (βλ. επόμενες σελίδες), στο νέο νομοθετικό έκτρωμα, μεταξύ άλλων, προβλέπεται: 
α) Διάταξη για τη διενέργεια ηλεκτρονικών πλειστηριασμών ακινήτων ακόμη και για χρέη προς την εφορία και προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Μετά τις τράπεζες δηλαδή και το Δημόσιο θα βγάζει στο ψηφιακό «σφυρί» τα σπίτια όσων «γονάτισε» η πολιτική της ευρωλιτότητας. Συγχρόνως, οι δανειστές επιμένουν στο διπλασιασμό των κατασχέσεων στους τραπεζικούς λογαριασμούς, τη στιγμή που οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ξεπέρασαν τα 100 δισ. ευρώ! Μόνο τον Νοέμβριο οι απλήρωτες οφειλές αυξήθηκαν κατά 1.187 δισ. ευρώ έναντι του προηγούμενου μήνα, ένδειξη της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των νοικοκυριών. Παράλληλα, πάνω από 1 εκατ. οφειλέτες έχουν υποστεί ήδη κατάσχεση λογαριασμού ή άλλο αναγκαστικό μέτρο, ενώ υπό το φόβο των κατασχέσεων ζουν ακόμη περίπου 750.000 οφειλέτες. Τέλος, αλλαγές θα υπάρξουν και στο πλαίσιο του νόμου Κατσέλη και συγκεκριμένα στη δυνατότητα αναβολών όσων αιτούνται προστασίας από πλειστηριασμούς (δικάσιμος εντός 30 ημερών μετά την πρώτη αναβολή). 
Με όλα τα παραπάνω, το αντιδραστικό πλαίσιο για την αρπαγή της λαϊκής κατοικίας θωρακίζεται ακόμα περισσότερο μπροστά στις μαζικές αντιδράσεις του κινήματος κατά των πλειστηριασμών. 
β) Αλλαγές στον τρόπο απόδοσης των οικογενειακών επιδομάτων, με την εισαγωγή εισοδηματικών κριτηρίων. Πάνω από 60.000 οικογένειες, που σήμερα λαμβάνουν αυτό το πολύτιμο βοήθημα, από 1/1/2018 θα το στερηθούν. 
γ) Η επιτάχυνση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων (ΕΛΠΕ, ΔΕΠΑ, «Ελευθέριος Βενιζέλος», ΟΤΕ κ.ά.), που συνδέεται με την αποπληρωμή των τοκογλύφων και τις προϋποθέσεις ανάταξης της κερδοφορίας για ισχυρούς καπιταλιστές, ντόπιους και διεθνείς. Αιχμή αποτελούν οι αλλαγές στον ενεργειακό κλάδο και το ξεπούλημα της ΔΕΗ.
Νάρκες
Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και με την έγκαιρη ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης, οι πανηγυρικοί τόνοι του Μαξίμου για επιστροφή στην «κανονικότητα» και εκλογές το 2019 έχουν να περάσουν από πολλούς «σκοπέλους» για να μετατραπούν σε πραγματικότητα. Μέχρι το ορόσημο του Αυγούστου, οπότε και λήγει η δανειακή σύμβαση (και όχι φυσικά η μνημονιακή επιτήρηση για την επίτευξη των πρωτογενών πλεονασμάτων σε 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022), ο δρόμος της κυβέρνησης είναι στρωμένος με… «νάρκες». 
Στις αρχές Μάρτη ξεκινάει η τέταρτη αξιολόγηση με 82 «προαπαιτούμενα» και όσες «ουρές» θα έχουν απομείνει από την τρίτη.
Το Φεβρουάριο οι ελληνικές τράπεζες θα αρχίσουν να στέλνουν στοιχεία για τα stress tests στην ΤτΕ και τις ευρωπαϊκές αρχές, δύο χρόνια μετά τη σκανδαλώδη ανακεφαλαιοποίηση του 2015. Έπειτα από το συμβιβασμό ΔΝΤ-ΕΕ για επίσπευση των ελέγχων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, η διαδικασία αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί μέχρι το Μάη και μένει να φανεί αν θα διαψευσθούν οι θέσεις του Ταμείου που μιλούν για ανάγκη κεφαλαιακής ενίσχυσης προς τις τράπεζες, ύψους 10 δισ. ευρώ. 
Άρρηκτα δεμένος με όλα αυτά είναι και ο στόχος των τραπεζών –μέσα στο 2018– το απόθεμα των «κόκκινων» δανείων να μειωθεί κατά 15 δισ. ευρώ, κυρίως μέσω της γενίκευσης των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και της πώλησης «πακέτων» μη εξυπηρετούμενων δανείων σε εταιρίες-«αρπακτικά». Το θέμα των πλειστηριασμών παραμένει κυρίαρχο στην προσπάθεια των τραπεζών να μειώσουν τα «κόκκινα» δάνεια και σύμφωνα με τον προγραμματισμό το 2018 πρόκειται να πλειστηριαστούν 13.000 ακίνητα. Με άλλα λόγια, το πρότζεκτ «τράπεζες» αποτελεί μια σύνθετη οικονομική και κοινωνικοπολιτική εξίσωση με αρκετές αβέβαιες παραμέτρους.
Την ίδια περίπου περίοδο θα λάβει την απόφασή του και το ΔΝΤ για τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα με χρηματοδότηση ή μη. Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι είναι πιθανότερη μια λύση παραμονής του Ταμείου με το σημερινό του ρόλο, χωρίς να συνεισφέρει νέα χρήματα. Θα είναι η χειρότερη δυνατή εξέλιξη για την κυβέρνηση, αφού το ΔΝΤ θα παραμείνει ως «κακός μπάτσος» στο κουαρτέτο και θα φέρει πιο κοντά το ενδεχόμενο να εφαρμοστούν ταυτόχρονα η μείωση των συντάξεων και του αφορολόγητου από την 1/1/2019. 
Αν και εφόσον έχει ολοκληρωθεί η τέταρτη αξιολόγηση και το κυβερνητικό πλοίο έχει επιβιώσει από τις «τρικυμίες» της άνοιξης, μαζί με το καλοκαίρι θα έρθει και η πιο κρίσιμη στιγμή της κυβερνητικής θητείας: το άνοιγμα της συζήτησης για την εποχή μετά τον Αύγουστο του 2018, που περιλαμβάνει τη δέσμη μέτρων για την αναδιάταξη των πληρωμών του κρατικού χρέους και όχι μόνο. 
Εκτός από τις όποιες απρόβλεπτες επιπτώσεις, σκέψεις περί αύξησης του κατώτατου μισθού και λοιπές παροχές μετά την 20ή Αυγούστου 2018, όπως προπαγανδίζουν διάφορα κυβερνητικά στελέχη, μάλλον δεν έχουν καμία τύχη υλοποίησης. Οποιαδήποτε συμφωνία θα βασιστεί στο ίδιο αυστηρότατο καθεστώς μνημονιακής πειθαρχίας, διαφορετικά το κόστους δανεισμού από τις αγορές θα είναι τόσο απαγορευτικό, ώστε ένα νέο δάνειο από τους «θεσμούς» θα φαντάζει λιγότερο οδυνηρό.  
Προοπτικές
Για την ώρα, η ομάδα Τσίπρα, θέλοντας να περιορίσει τη συνεχιζόμενη φθορά του κυβερνητικού σχήματος, ετοιμάζει ακόμα μια επικοινωνιακή αντεπίθεση, με το γνωστό (και περιορισμένης αποτελεσματικότητας) όπλο. Έναν «διορθωτικό ανασχηματισμό» στα υπουργεία, σε συνδυασμό με την έκδοση ενός ακόμη ομολόγου του ΟΔΗΧΧ, αμέσως μετά το κλείσιμο της αξιολόγησης, ώστε να δημιουργηθεί το «μαξιλάρι» ασφαλείας, περίπου 15 δισ. ευρώ. 
Οι απειλές που μπορούν να τινάξουν στον αέρα το σκηνικό αισιοδοξίας που φιλοτεχνούν τα κυβερνητικά επιτελεία και τα φιλικά τους ΜΜΕ, είναι υπαρκτές. Για τον κόσμο της αντίστασης και τις δυνάμεις της πραγματικής Αριστεράς όμως δεν επιτρέπεται καμία παθητική αναμονή για την εκδήλωση καθεστωτικών αδιεξόδων. 
Με αφετηρία τις κινητοποιήσεις για την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου, ο συντονισμός και η κλιμάκωση των κοινωνικών αγώνων, η ανασύνταξη του μαζικού κινήματος και η μετωπική παρέμβαση της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς μπορούν να μετατρέψουν την «ανάσα», που επιδιώκει η κυβέρνηση και η μνημονιακή αντιπολίτευση, σε κανονική ασφυξία.