Τέσσερα χρόνια πριν, ο Παύλος Φύσσας δολοφονούνταν από το μαχαίρι του χρυσαυγίτη Ρουπακιά, υπό τις εντολές ηγετικών στελεχών της Χρυσής Αυγής. Το γεγονός ότι με τα τραγούδια και τις απόψεις του στεκόταν ενάντια στο φασισμό ήταν αρκετό για να στοχοποιηθεί ως «επικίνδυνος» από τους φασίστες.

Το αντιφασιστικό κίνημα που ξέσπασε ως απάντηση, ανάγκασε τα αστικά ΜΜΕ να «ανακαλύψουν ξαφνικά» τον δολοφονικό χαρακτήρα του νεοναζιστικού μορφώματος και την τότε κυβέρνηση Σαμαρά να ανοίξει πάνω από 30 υποθέσεις που βρίσκονταν μέχρι τότε στο αρχείο και αφορούσαν τη Χρυσή Αυγή.
Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, ο δολοφόνος του Παύλου Φύσσα, η εγκληματική ηγεσία της Χρυσής Αυγής που φέρει την ευθύνη για ένα σωρό επιθέσεις, κυκλοφορούν ελεύθεροι. Η δίκη των 69 στελεχών της νεοναζιστικής οργάνωσης συνεχίζεται για τρίτη χρονιά, χωρίς, μέχρι στιγμής, να έχει επιφέρει κάποιο απτό αποτέλεσμα.
Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, οι επιθέσεις της τελευταίας χρονιάς στο φοιτητή Αλέξη Λάζαρη, σε μετανάστες και σε αντιφασιστική πορεία στον Ασπρόπυργο, στο camp στη Χίο, όπως και η πρόσφατη δολοφονία της Heather Hayer από Αμερικανό ναζί στο Σάρλοτσβιλ, έρχονται να μας υπενθυμίσουν με τραγικό τρόπο τον εγκληματικό χαρακτήρα των νεοναζιστικών οργανώσεων. 
Να μας υπενθυμίσουν ότι η ανασύνταξη των ταγμάτων εφόδου σημαίνει αίμα για τους «από κάτω», μετανάστες και ντόπιους. Να μας υπενθυμίσουν λόγους για τους οποίους το αντιφασιστικό κίνημα βγήκε στους δρόμους αμέσως μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και είναι ακόμα επίκαιροι. 
Η εμπειρία της μακρόχρονης συγκάλυψης των εγκλημάτων νεοναζί με τις «υποθέσεις που έμπαιναν στο αρχείο», η προστασία που είχαν και έχουν από την αστυνομία, οι συνδέσεις με μεγάλες επιχειρήσεις ή με (πρώην) στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, δείχνουν ότι δεν μπορούμε να έχουμε καμία αυταπάτη ότι το δικαστικό και πολιτικό σύστημα «θα κάνει τη δουλειά του». 
Το ρατσιστικό δηλητήριο που οπλίζει τα χέρια των νεοναζί συνεχίζει να χύνεται από την κυρίαρχη πολιτική της ΕΕ και την εγχώρια πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, από την ισλαμοφοβία που διαδίδεται από όλα τα αστικά ΜΜΕ. Ταυτόχρονα, χαρακτηριστική καθυστέρηση της δίκης της Χρυσής Αυγής οδηγεί στην πλήρη ατιμωρησία των δολοφόνων. 
Είναι λοιπόν σαφές, ότι το αντιρατσιστικό/αντιφασιστικό κίνημα πρέπει να ξαναβγεί μαζικά στους δρόμους, με μαζικές κινητοποιήσεις ενάντια στο ρατσισμό και το φασισμό, με δράσεις αλληλεγγύης στους πρόσφυγες και τους μετανάστες, να αντισταθεί στην κυβέρνηση και τα μνημόνια, ανατρέποντας τη ρατσιστική πολιτική που ενισχύει τους νεοναζί και απομονώνοντάς τους από την κοινωνία. 
Η πορεία που διοργανώνεται με αφορμή τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα στο Σύνταγμα στις 16 Σεπτέμβρη 2017 είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να πιάσουμε το νήμα της αντίστασης στο ρατσισμό και το φασισμό. Η πορεία που διοργανώνεται από δεκάδες οργανώσεις της Αριστεράς, αντιρατσιστικές – αντιφασιστικές συλλογικότητες, μεταναστευτικές οργανώσεις, δομές αλληλεγγύης, δημοτικές παρατάξεις, και θα καταλήξει στα γραφεία της Χρυσής Αυγής, όπως και η συναυλία που θα οργανωθεί στο μνημείο της δολοφονίας του Φύσσα δύο μέρες μετά, είναι δύο γεγονότα που πρέπει αυτονόητα να έχουν μαζικό χαρακτήρα, στέλνοντας ηχηρό μήνυμα στους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας του Παύλου. 
Το ενωτικό κάλεσμα των δύο κινητοποιήσεων πρέπει να αποτελέσει αφετηρία της ενδυνάμωσης του μετώπου αντίστασης στο ρατσισμό και στα μνημόνια. Σε αυτό το στόχο μπορεί να βοηθήσει κάθε αντιρατσιστικό γεγονός. Η φετινή 11η Αντιρατσιστική Γιορτή (βλ. σελ. 10-11) επιχειρεί να γίνει υπόθεση ενός ευρύτερου αντιρατσιστικού δυναμικού, να στείλει ηχηρό μήνυμα συνύπαρξης, αλληλεγγύης και κοινής αντίστασης ντόπιων και μεταναστών/προσφύγων, αλλά και να αποτελέσει σημείο συνάντησης, ανταλλαγής απόψεων κι εμπειριών, συζήτησης για τα επόμενα βήματα. Ιδιαίτερα στη συζήτηση για τη διεθνή πάλη ενάντια στην ακροδεξιά θα έχουμε την ευκαιρία να αντλήσουμε εμπειρίες από σημαντικούς αντιρατσιστικούς και αντιφασιστικούς αγώνες. 
Μετά τις αντιφασιστικές κινητοποιήσεις, τη σκυτάλη παίρνει η Γιορτή, που μπορεί να λειτουργήσει και αυτή με τη σειρά της ως χρήσιμο «σκαλοπάτι» για τη συνέχεια της αντιρατσιστικής-αντιφασιστικής δράσης.