Η συμπλήρωση 40 χρόνων από τη Μεταπολίτευση δίνει την ευκαιρία, αλλά δημιουργεί και την υποχρέωση στην Αριστερά, για μια συζήτηση αυτοκριτικής. Με στόχο να εντοπιστούν κάποιοι ιδεολογικοί-πολιτικοί-οργανωτικοί παράγοντες που θα ερμηνεύουν την αποτυχία (ή την περιορισμένη επιτυχία) στην επίτευξη των στόχων για τους οποίους πάλεψε, τότε, ο κόσμος μας.

Με αυτό το σκεπτικό η ΔΕΑ πήρε την πρωτοβουλία για τη διοργάνωση μιας τέτοιας, πρώτης, συζήτησης στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. 
Ο σύντροφος Τ. Κανταράς, ένας από τους εισηγητές στη Θεσσαλονίκη, υπογράμμισε ότι αυτή η συζήτηση πρέπει να γίνει βαθύτερα, σε οργανωμένες θεματολογίες και με πλατύτερη συμμετοχή. Συμφωνούμε απολύτως με αυτή την εκτίμηση και γι’ αυτό επανερχόμαστε στο θέμα.
Ο κύκλος του Πολυτεχνείου
Η Μεταπολίτευση αρχίζει, προφανώς, με την εξέγερση του Νοέμβρη. Στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα και στην ίδια την κατάληψη του Πολυτεχνείου ξεδιπλώθηκε μια έντονη, πολλές φορές σκληρή, αντιπαράθεση «γραμμής» μεταξύ των δυνάμεων, αφενός, της παραδοσιακής κομουνιστικής Αριστεράς –κυρίως της ΚΝΕ και του Ρήγα Φεραίου– και, αφετέρου, των νεοεμφανιζόμενων δυνάμεων της επαναστατικής Αριστεράς.  
Όμως, ο σύντροφος Π. Λαφαζάνης, ένας από τους εισηγητές στη συζήτησή μας στην Αθήνα –και ένας αγωνιστής που δεν είναι δυνατόν να κατηγορηθεί ότι «τότε» είχε ουδέτερη στάση, κάθε άλλο…– θύμισε ένα άλλο, πολύτιμο σήμερα στοιχείο: ότι στο μαζικό κίνημα αντίστασης ενάντια στη δικτατορία, η πολιτική αντιπαράθεση δεν ήταν εμπόδιο στην αλληλεγγύη ανάμεσα στις αγωνιζόμενες δυνάμεις, δεν ήταν εμπόδιο για μια συνείδηση ενότητας στη δράση ενάντια στην καταπίεση. Και ότι στην κατάληψη του Πολυτεχνείου αυτή η συνείδηση εκφράστηκε με μια μαζική απειθαρχία μελών και στελεχών της «πρώτης γραμμής» απέναντι στις κατευθύνσεις που έδιναν τα «επιτελεία» της Αριστεράς.
Αυτό είναι, καταρχήν, ακριβές. Στο Πολυτεχνείο, τα μέλη και τα στελέχη της ΚΝΕ και του Ρήγα έμειναν εκεί μέχρι τέλους, αρνούμενα τελικά να εφαρμόσουν τη γραμμή της «απαγκίστρωσης», που θα μπορούσε να είναι μια κρίσιμη, από τα μέσα, μαχαιριά στο κίνημα, εμποδίζοντάς το να πάρει τις διαστάσεις μιας λαϊκής εξέγερσης. Κατά τη γνώμη μου, σε αυτό ακριβώς το σημείο μπορεί να διακρίνει κανείς μια «πρώιμη» προειδοποίηση για τις κατοπινές πολιτικές συγκρούσεις μέσα στα μεγάλα κόμματα της Αριστεράς, αλλά και για τις μαζικές διασπάσεις με επίκεντρο τις οργανώσεις της νεολαίας. 
Αυτό το στοιχείο της πειθαρχίας στο «κίνημα» που, σε συγκεκριμένες συνθήκες, μπορεί να είναι σημαντικότερη από την πειθαρχία στο «κόμμα» πρέπει να το κρατήσουμε ως ένα βασικό συμπέρασμα για τις μάχες της σημερινής εποχής και ίσως ακόμα περισσότερο για τις μάχες που θα έρθουν, αν έχουμε μια κυβέρνηση της Αριστεράς. 
Ο κύκλος που άνοιξε το Πολυτεχνείο συνεχίστηκε μετά τον Ιούλη του ’74 στα τρία χρόνια της ριζοσπαστικής εργατικής Μεταπολίτευσης. Οι κατακτήσεις της εποχής αποσπάστηκαν με τα βίαια χτυπήματα ενός παρατεταμένου κινήματος από τα κάτω, με πρωταγωνιστή την εργατική τάξη και βασικό γνώρισμα την αλληλεγγύη μεταξύ των αγωνιζόμενων εργατών, της νεολαίας, όλων των λαϊκών δυνάμεων. 
Μόνον έτσι θα μπορέσουμε και σήμερα να πάρουμε πίσω όσα χάσαμε στην περίοδο της κρίσης, να επιβάλουμε ένα αντεστραμμένο μνημόνιο σε βάρος των καπιταλιστών, των πλουσίων και των δανειστών. 
Ο σύντροφος Ν. Γουρλάς, σε ένα ωραίο κείμενό του που αξίζει να διαβαστεί («Από το εργατικό κίνημα των νικηφόρων αγώνων της Μεταπολίτευσης στη σημερινή οπισθοχώρηση και κρίση», στο rproject), περιγράφει την πορεία ανάπτυξης αυτού του κινήματος, την παθιασμένη προσπάθεια για το χτίσιμο των οργανώσεών του, τη συμμετοχή των στρατευμένων στελεχών της Αριστεράς σε αυτό. Έτσι ήταν. 
Μόνο που κατά την παρατεταμένη εργατική Μεταπολίτευση το βάρος της γραμμής των «επιτελείων» ήταν πιο αποφασιστικό από το αντίστοιχο στα βράδια του Νοέμβρη.
Για παράδειγμα, σήμερα όλοι αναγνωρίζουν ότι τα εργοστασιακά σωματεία ήταν ο «κρίσιμος κρίκος» για την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος εκείνης της εποχής. Διασφάλιζαν τη μαχητικότητα που ήταν άμεσα συνδεμένη με το δημοκρατικό έλεγχο της εργατικής βάσης πάνω στη γραμμή του σωματείου και στην πορεία του αγώνα. Και όμως, η μαζική Αριστερά της εποχής –τόσο το ΚΚΕ εσωτερικού, όσο και το ΚΚΕ–  αρνούνταν να στηρίξουν τα εργοστασιακά, προτιμώντας την έμφαση στα κλαδικά σωματεία, που ήταν πιο εύκολο να ελεγχθούν μέσα από μια πρώιμη –και ασύγκριτα πιο ριζοσπαστική από τη σημερινή–  συνδικαλιστική γραφειοκρατία. 
Όμως το πιο κρίσιμο στοιχείο ήταν η γενική πολιτική γραμμή του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ. για την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Η στρατηγική των σταδίων, όπου αφού, τάχα, θα είχε εμπεδωθεί η (αστική) δημοκρατία, μετά –στο απροσδιόριστο μέλλον του μετά– θα έμπαιναν τα ζητήματα διεκδίκησης του σοσιαλισμού, που θα κάλυπταν πολιτικά τους αγωνιζόμενους εργάτες, αλλά και τη νεολαία που στρεφόταν μαζικά προς τους «κόκκινους».
Αυτή η γραμμή: α) Άφηνε ακάλυπτη πολιτικά την ενθουσιώδη προσπάθεια σύνδεσης των κομουνιστικών οργανώσεων με την εργατική τάξη, που περιγράφει ο σύντροφος Γουρλάς. β) Δημιουργούσε τις προϋποθέσεις συγκρούσεων μεταξύ της κομουνιστικής Αριστεράς και του ανερχόμενου εργατικού ριζοσπαστισμού (23 Ιούλη ’75, 25 Μάη ’76, «αριστεροχουντισμός», προβοκάτορες κ.ο.κ.). γ) Δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για να εκφραστεί πολιτικά η Μεταπολίτευση από το ρεύμα του ΠΑΣΟΚ…
Την αντίληψη αυτή εξέφρασε με τον πιο καθαρό τρόπο η ηγεσία του Λ. Κύρκου στο ΚΚΕ εσ., με την πολιτική της Εθνικής Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Ενότητας (ΕΑΔΕ). Όπως, όμως, έγραψε ο σ. Δημ. Μπελαντής, η γραμμή της ΕΑΔΕ επηρέαζε ουσιαστικά όλο το χώρο της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς (βλ. «Η στρατηγική της Εθνικής Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Ενότητας», στο rproject και στην «Εργατική Αριστερά», Νο 317). 
Η γραμμή της ΕΑΔΕ, χαρακτηριστικό γνώρισμα του μεταπολιτευτικού ρεφορμισμού, δεν πέρασε χωρίς αντίσταση ούτε στον χώρο του ΚΚΕ εσ. Αντίθετα, αυτός ήταν που έφτασε πρώτος στις μαζικές διασπάσεις (Β΄ Πανελλαδική) και στην ανοιχτή πολιτική κρίση. Γι’ αυτό οι σύντροφοι που αναφέρονται με αριστερή κριτική στην «κομουνιστική ανανέωση», έχουν να βάλουν στη σημερινή πολιτική συζήτηση πολύτιμα στοιχεία (όπως ο σύντροφος Τ. Μαστρογιαννόπουλος στη συζήτησή μας στην Αθήνα ή ο σύντροφος Π. Λάμπρου στη Θεσσαλονίκη). 
Αυτό που πρέπει, νομίζω, να κρατήσουμε ως συμπέρασμα από αυτές τις παρατηρήσεις, συνοψίζεται σε μια παλιότερη προειδοποίηση της Ρόζας Λούξεμπουργκ: Η έμφαση στον κοινοβουλευτικό δρόμο και η επιμονή στις πλατιές εκλογικοπολιτικές συμμαχίες δεν είναι ένας άλλος, πιο εύκολος, δρόμος για τον ίδιο σκοπό, για το σοσιαλισμό. Είναι ένας άλλος δρόμος, για έναν άλλο σκοπό: την αποκατάσταση ή την εμπέδωση της αστικής δημοκρατίας, όποτε αυτή παραπαίει από τις κρίσεις –πολιτικές ή κοινωνικές– του συστήματος. Και αργά ή γρήγορα, ο δρόμος αυτός οδηγεί στην κυριαρχία αυθεντικότερων αστικοδημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων. Και η προειδοποίηση αυτή είναι πολύτιμη για τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ.
Ο κύκλος ΠΑΣΟΚ
Η μακρά περίοδος κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ στην πολιτική ζωή μετά το ’81 δεν ήταν «μοιραία», ούτε «φυσιολογική» κατάληξη της Μεταπολίτευσης. Ήταν το αποτέλεσμα της ήττας του εργατικού ριζοσπαστισμού του 1974-1977, που διευκολύνθηκε από τη γραμμή της, τότε, κομουνιστικής Αριστεράς. 
Η κυριαρχία αυτή δεν ήταν εύκολη. Οι κυβερνήσεις του Α. Παπανδρέου, του 1981-1985, αντιμετώπισαν ένα ισχυρό εργατικό κίνημα που συνέχιζε να έχει κατακτήσεις. Όμως η κεϊνσιανή-σοσιαλδημοκρατική τακτική «παραχωρήσεων» του ΠΑΣΟΚ δεν κράτησε πολύ. Από το 1983-84, με το «άρθρο 4» (μοντέλο αντιαπεργιακής νομοθεσίας ακόμα και για τη σημερινή μνημονιακή συγκυβέρνηση), το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου στράφηκε προς τη σύγκρουση με το εργατικό κίνημα. 
Η σύγκρουση αυτή δεν είχε δεδομένη κατάληξη. Το πρώτο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα» του 1985, η πρώιμη στροφή του ΠΑΣΟΚ στο σοσιαλφιλελευθερισμό, συνοδεύτηκε από τη μαζική ανταρσία της εργατικής βάσης που ψήφιζε πλέον ΠΑΣΟΚ, αλλά έστρεφε ξανά τις ελπίδες της προς την κομουνιστική Αριστερά. Για άλλη μια φορά η εκλογική τακτική των πλατιών δημοκρατικών συμμαχιών («αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ» – «ΚΚΕ, αλλαγή, 2η κατανομή»…) είχε ως συνέπεια την απώλεια μιας σπουδαίας κοινωνικοπολιτικής ευκαιρίας και τελικά –μετά τις «περιπέτειες» του 1989– την αποκατάσταση της πρωταγωνιστικής δύναμης του ΠΑΣΟΚ. 
Όμως, πλέον, σε πολύ πιο συντηρητική βάση, έξω ακόμα και από τις πιο χαλαρές δεσμεύσεις απέναντι στον εργατικό-λαϊκό παράγοντα, που είχε αναδειχθεί ως πρωταγωνιστής της Μεταπολίτευσης. Ο Σημίτης ήρθε ως φυσιολογική κατάληξη αυτής της εξέλιξης. 
Η στροφή της σοσιαλδημοκρατίας προς τα δεξιά –σε συνδυασμό με την κατάρρευση του 1989 στην ανατολική Ευρώπη– επέφερε μια στροφή δεξιά όλου του πλαισίου της πολιτικής συζήτησης, συμπεριλαμβάνοντας και την κομουνιστική Αριστερά. 
Από αυτό το βάλτο, η διέξοδος προέκυψε και πάλι από την αυθόρμητη παρέμβαση του εργατικού παράγοντα. Η μαζική ανταρσία της εργατικής τάξης στην εποχή του ασφαλιστικού του Γιαννίτση έθεσε τα θεμέλια της σοβαρής αντίστασης στον σοσιαλφιλελευθερισμό, ως προϋπόθεση για να αντισταθεί η τάξη μας στη νεοφιλελεύθερη επίθεση του κεφαλαίου, ανοίγοντας έτσι τον σημερινό κύκλο πολιτικών εξελίξεων, όπου η έκβαση δεν έχει καθοριστεί. 
Και όπου όλοι οφείλουμε να συνεχίσουμε να παλεύουμε για την εκπλήρωση των ονείρων και των στόχων που έθεσαν οι μεγάλοι αγώνες της ριζοσπαστικής εργατικής Μεταπολίτευσης.