Το σημείο καμπής για τον αραβικό εθνικισμό, το Ισραήλ και το παλαιστινιακό κίνημα

Φέτος τον Ιούνη συμπληρώνονται 50 χρόνια από τον «Πόλεμο των Έξι Ημερών», ανάμεσα στο Ισραήλ από τη μία και το συνασπισμό Αιγύπτου-Συρίας-Ιορδανίας από την άλλη. Ήταν ένα γεγονός-καταλύτης στη διαμόρφωση του πολιτικού τοπίου στη Μέση Ανατολή που έπαιξε καθοριστικό ρόλο και για το ίδιο το παλαιστινιακό εθνικό κίνημα, και για το ρεύμα του παναραβικού εθνικισμού, και για το ίδιο το Ισραήλ και τη σχέση του με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.
Το υπόβαθρο
Για τον παλαιστινιακό λαό, είχε προηγηθεί η «Νάκμπα», η «καταστροφή» του 1948, όταν η σιωνιστική πολιτοφυλακή της Χαγκάνα είχε εκδιώξει με τα όπλα, με καταστροφές, σφαγές και εκφοβισμούς, περίπου 750.000 Παλαιστίνιους (το 70% του παλαιστινιακού πληθυσμού) από τη γη τους, καταλαμβάνοντας περίπου το 77% των εδαφών της ιστορικής Παλαιστίνης, για να εγκαθιδρύσει εκεί το κράτος του Ισραήλ. Η παλαιστινιακή κοινωνία είχε καταστραφεί, και μαζί της πισωγύρισε για αρκετά χρόνια και το εθνικό κίνημα που είχε δώσει μεγάλους αγώνες στο παρελθόν (με αποκορύφωμα την εξέγερση του 1936 ενάντια στη βρετανική αποικιοκρατία), καθώς οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι βρέθηκαν πρόσφυγες στα γύρω αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα, τα οποία δεν είχαν καμιά πρόθεση να στηρίξουν την προσπάθεια να απελευθερωθούν τα εδάφη που απαλλοτριώθηκαν βίαια το 1948.
Για το Ισραήλ, είχε προηγηθεί η εντατική του προσπάθεια να κάνει επιδείξεις δύναμης απέναντι στα γειτονικά αραβικά κράτη, για να επιβεβαιώσει την υπεροχή του απέναντι σε γείτονες που θεωρούσε «εχθρούς», αλλά και για να πείσει τις Μεγάλες Δυνάμεις ότι αποτελεί τον πιο αξιόμαχο και αξιόπιστο σύμμαχό τους στην περιοχή, η οποία μετά την ανακάλυψη των κοιτασμάτων πετρελαίου γινόταν βασικό «έπαθλο» στον διεθνή ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Εξαρχής, άλλωστε, το πολιτικό ρεύμα του σιωνισμού είχε συνδέσει τις τύχες του με την προσπάθεια να κερδίσει ιμπεριαλιστική στήριξη, με τη φιλοδοξία να γίνει «προμαχώνας του δυτικού πολιτισμού» απέναντι στη «βαρβαρότητα και την καθυστέρηση» των λαών της Ανατολής. 
Ο ευρύτερος αραβικός κόσμος είχε περάσει από μια περίοδο έντονης ριζοσπαστικοποίησης τα χρόνια μετά τον τερματισμό της αποικιοκρατίας. Αγροτικοί αγώνες για τη γη, ένα νεαρό και επιθετικό εργατικό κίνημα, οργή ενάντια στην ημιφεουδαρχική καθυστέρηση και τη συνέχεια της κυριαρχίας των παλιών αποικιοκρατικών δυνάμεων με άλλα μέσα, αλλά και το «τραύμα» της ανικανότητας των παλιών ελίτ να υπερασπιστούν την Παλαιστίνη στον πόλεμο του 1948, τροφοδοτούσαν μαζικά πολιτικά ρεύματα αμφισβήτησης, από τα οποία κυριάρχησε τελικά ο λεγόμενος «αραβικός εθνικισμός».
Το 1952, ο Γκαμάλ-Αμπντέλ Νάσερ, κορυφαία προσωπικότητα αυτού του πολιτικού ρεύματος, κατέλαβε την εξουσία στην Αίγυπτο ανατρέποντας τον μονάρχη. Το 1956 εθνικοποίησε τη Διώρυγα του Σουέζ, παρά την πολεμική απειλή από Γαλλία-Βρετανία-Ισραήλ, προκαλώντας κύμα ενθουσιασμού στον αραβικό κόσμο. Αντιδραστικά φιλοδυτικά καθεστώτα ανατράπηκαν στο Ιράκ το 1958 και στην Υεμένη το 1962. Τα μπααθικά κόμματα (που υποστήριζαν τον παναραβικό εθνικισμό) βρέθηκαν στην εξουσία σε Ιράκ και Συρία. 
Τα καθεστώτα που προέκυψαν αποτελούσαν απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα (που ήταν πλέον η νέα κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή, μετά την υποχώρηση της Βρετανίας), και η Ουάσινγκτον αρχικά στηριζόταν σε ένα «πλέγμα» φιλοδυτικών δυνάμεων (το Ιράν του σάχη, ο οποίος είχε ανατρέψει με αμερικανική βοήθεια τον εθνικιστή ηγέτη Μοσαντέκ, τις μοναρχίες του Κόλπου, την Τουρκία, το Ισραήλ) αλλά και σε άμεσες επεμβάσεις (στον Λίβανο το 1958) για να τα περιορίσει. Το 1956 είχε βάλει «χαλινάρι» σε Ισραήλ-Γαλλία-Βρετανία, θεωρώντας πως ο πόλεμος για το Σουέζ περισσότερο κακό θα προκαλούσε, «εξαγριώνοντας» έναν αραβικό κόσμο που ήδη έβραζε και με τον οποίο ακόμα ήθελε να διατηρήσει σχέσεις. 
Η στιγμή της δοκιμασίας
Ο Ιούνης του 1967 ήταν η στιγμή της δοκιμασίας γι’ αυτό το τοπίο που είχε διαμορφωθεί. Ύστερα από μια σειρά ισραηλινών προκλήσεων, ξέσπασε σύρραξη ανάμεσα στους στρατούς της Αιγύπτου, της Συρίας και της Ιορδανίας, και των ισραηλινών δυνάμεων. Το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό. Με την πανίσχυρη αεροπορία να παίζει καταλυτικό ρόλο, ο ισραηλινός στρατός κατάφερε ταχύτατα και σαρωτικά πλήγματα στους αντιπάλους του. Μέσα σε έξι ημέρες κατόρθωσε να καταλάβει τη Δυτική Όχθη και την ανατολική Ιερουσαλήμ από την Ιορδανία, τα Υψίπεδα του Γκολάν από τη Συρία, τη Λωρίδα της Γάζας και τη Χερσόνησο του Σινά από την Αίγυπτο. Η ταπεινωτική συντριβή ήταν ένα τεράστιο σοκ.
Στην Παλαιστίνη, η καταστροφή ολοκληρώθηκε με το Ισραήλ να αποκτά τον έλεγχο όσων εδαφών δεν είχε καταλάβει το 1948, να αρπάζει κι άλλη γη, να προχωρά το σχέδιο εποικισμών στα κατεχόμενα εδάφη. 
Για τον αραβικό εθνικισμό, το πολιτικό ρεύμα που ενσάρκωσε τις προσδοκίες των λαϊκών μαζών της περιοχής για πολλά χρόνια, η ήττα του 1967 αποτέλεσε θανάσιμο πλήγμα. Είχε αποτύχει με τον πιο εμφατικό τρόπο σε μια από τις κεντρικές του «υποσχέσεις» και είχε οδηγηθεί σε μια ακόμα μεγαλύτερη ταπείνωση. Ο Πόλεμος των Έξι Ημερών δίκαια χαρακτηρίστηκε το σημείο καμπής στην «ιστορική χρεοκοπία» του αραβικού εθνικισμού. Η δεξιά μετάλλαξη αυτών των καθεστώτων, τα χρόνια που θα ακολουθούσαν, θα επιβεβαίωνε αυτόν τον ισχυρισμό. 
Για τις ΗΠΑ, η έκβαση του πολέμου έκανε σαφές το συμπέρασμα: το Ισραήλ είναι το πλέον αποτελεσματικό «μαντρόσκυλο» των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή και η προνομιακή σχέση συμμαχίας μαζί του είναι υπεράνω κάθε άλλου τακτικού υπολογισμού. Η πολιτική ηγεσία του σιωνιστικού ρεύματος είχε πετύχει το στόχο της να πείσει για την αποτελεσματικότητά της απέναντι στους «εχθρούς» των συμφερόντων του ιμπεριαλισμού. Μετά το 1967, η οικονομική βοήθεια από τις ΗΠΑ στο Ισραήλ εκτινάχθηκε από τα 13 εκατ. δολάρια ετησίως στα 600 εκατ. δολάρια. Η δανειοδότηση για αγορά όπλων εκτινάχθηκε από τα 22 εκατ. δολάρια ετησίως στα 445 εκατ. δολάρια. Το κράτος του Ισραήλ έγινε μοναδική περίπτωση, όπως σημείωνε ο Ισραηλινός μαρξιστής Μοσέ Μασόβερ: «Χρηματοδοτείται από τον ιμπεριαλισμό χωρίς να είναι αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης από αυτόν». Μια σειρά προνομιακές συμβάσεις και ρυθμίσεις (σε βοήθεια, όπλα κ.λπ.) συγκρότησαν την «ξεχωριστή σχέση» στην οποία αναφέρονται όλοι οι πρόεδροι των ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες. Η δυνατότητα του Ισραήλ να αγνοεί χωρίς συνέπειες δεκάδες αποφάσεις του ΟΗΕ και να καταπατά το διεθνές δίκαιο χωρίς να λογοδοτεί είναι αποτέλεσμα αυτής της «ξεχωριστής σχέσης». 
Ριζοσπαστικές προοπτικές
Αλλά η ήττα του 1967 δεν σφράγισε οριστικά τη μοίρα του αραβικού κινήματος. Η χρεοκοπία του «υπαρκτού» αραβικού εθνικισμού δεν έκρινε οριστικά τι έμελλε να τον διαδεχτεί. Αυτό το στοίχημα παίχτηκε τα επόμενα χρόνια. Μια γενιά αγωνιστών έβγαλε ριζοσπαστικά συμπεράσματα από την ανικανότητα των καθεστώτων να επιλύσουν το Παλαιστινιακό.
Ο Γιάσερ Αραφάτ προωθεί την αντίληψη για ένα «εθνικό παλαιστινιακό κίνημα» που θα αναλάμβανε το ίδιο την απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Το 1968 ακολουθεί ένα υψηλού συμβολισμού επεισόδιο που προκαλεί ενθουσιασμό: Με τη συντριπτική ήττα των κυβερνητικών αραβικών στρατευμάτων πολύ φρέσκια ακόμα στη μνήμη, οι Παλαιστίνιοι αντάρτες της Φατάχ καταφέρνουν να αποκρούσουν τον ισραηλινό στρατό στη μάχη του Καραμέχ. Το 1969 η οργάνωση του Αραφάτ, η Φατάχ, κυριαρχεί μέσα στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), η οποία μέχρι τότε αποτελούσε σε μεγάλο βαθμό «όργανο» στα χέρια των αραβικών κυβερνήσεων. 
Το 1967, αμέσως μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, ιδρύεται το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, μια οργάνωση αριστερής ιδεολογίας που δήλωνε μαρξιστική-λενινιστική (από τους κόλπους της θα προκύψει στη συνέχεια και το Δημοκρατικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης). 
Αν η Φατάχ υποστηρίζει την αυτενέργεια των Παλαιστινίων αλλά διατηρεί τη γραμμή «μη επέμβασης στα εσωτερικά των αραβικών κρατών», στο πλευρό της αναπτύσσονται μαρξιστικές οργανώσεις που επιχειρούν να συμμαχήσουν με τα κινήματα των αραβικών μαζών και να συνδέσουν την πάλη για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης με την προοπτική μιας αραβικής εξέγερσης...
Τα συμπεράσματα που θα έβγαιναν και ο δρόμος που θα έπαιρνε ο αραβικός κόσμος μετά την ήττα των εθνικιστικών καθεστώτων δεν ήταν λοιπόν αυτονόητα και θα κρίνονταν τα επόμενα χρόνια. Θα ακολουθούσαν μεγάλοι αγώνες που θα ενέπνεαν όχι μόνο τις αραβικές μάζες αλλά και τη διεθνή Αριστερά. Το 1970 θα συνέπιπταν ο θάνατος του Νάσερ και η διαδοχή του από τον Σαντάτ, το πραξικόπημα του Χαφέζ Αλ Άσαντ ενάντια στη ριζοσπαστική πτέρυγα του συριακού Μπάαθ και ο Μαύρος Σεπτέμβρης, όταν οι δυνάμεις του βασιλιά Χουσεΐν έδιωξαν στρατιωτικά την PLO από την Ιορδανία. Γεγονότα που «σφράγισαν» την ήττα του αραβικού εθνικισμού, αλλά άφηναν ακόμα ανοιχτή τη δυνατότητα της ριζοσπαστικής Αριστεράς και του παλαιστινιακού κινήματος να αλλάξουν την κατάσταση. Οι αδυναμίες, οι ήττες και η σταδιακή μετριοπαθής προσαρμογή και αυτών των δυνάμεων είναι μια άλλη ιστορία...