Στις 6 Ιουνίου του 1943, στο Νεζερό κοντά στη Λάρισα, μαζί με άλλους 105 αριστερούς αγωνιστές, εκτελέστηκε ο Παντελής Πουλιόπουλος.

φωτό: Το ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΕΚΕ, το Νοέμβρη του 1918.

 

Οι πολιτικοί κρατούμενοι, στο ιταλικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Λάρισα, εκτελέστηκαν σε αντίποινα για το σαμποτάζ των ανταρτών του ΕΛΑΣ στη σιδηροδρομική σήραγγα του Κούρνοβο, κοντά στο Δομοκό.

 

Ο Πουλιόπουλος αφιέρωσε τη σύντομη ζωή του στην υπηρεσία της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού. Έχοντας, στο μεταξύ, περάσει στον τροτσκισμό, έδωσε με το μαρτυρικό θάνατό του μια εκκωφαντική απάντηση στο κύμα συκοφάντησης και απομόνωσης που το τροτσκιστικό ρεύμα αντιμετώπιζε από την, τότε, σταλινική ηγεσία του ΚΚΕ.

Σήμερα, η σιωπή για το ρόλο αγωνιστών όπως ο Π. Πουλιόπουλος, για τη στάση τους σε κρίσιμα για το εργατικό κίνημα ζητήματα, για το πλούσιο μαρξιστικό έργο τους, είναι μια απόδειξη ότι, παρά την παταγώδη κατάρρευση του σταλινισμού, μερικές –από τις πιο απαράδεκτες–  σταλινικές ιδέες και συνήθειες εξακολουθούν να διαβρώνουν την Αριστερά στην Ελλάδα.

Ο Π. Πουλιόπουλος γεννήθηκε στη Θήβα το 1900. Νεαρός φοιτητής της Νομικής συνδέθηκε με το σοσιαλιστικό κίνημα. Επιστρατεύτηκε το 1920 και στάλθηκε στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, όπου και ανδρώθηκε πολιτικά, δρώντας ενάντια στη φρίκη του πολέμου. Υπήρξε μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της παράνομης εφημερίδας «Ερυθρός Φρουρός» και συγγραφέας των περισσότερων από τις φλογερές αντιπολεμικές προκηρύξεις του «Κεντρικού Συμβουλίου των Κομουνιστών Φαντάρων του Μετώπου».

Συνελήφθη το 1922, κλείστηκε στη φυλακή της Σμύρνης και παραπέμφθηκε στο στρατοδικείο, με την κατηγορία της Εσχάτης Προδοσίας. Σώθηκε με την κατάρρευση του μετώπου και γύρισε στην Αθήνα μαζί με τους χιλιάδες φαντάρους ενός στρατού που υποχωρούσε άτακτα.

Γυρίζοντας πίσω, οργάνωσε μαζί με τους παλιούς του συντρόφους (Ι. Μοναστηριώτη, Γ. Νικολή, Ελευθ. Σταυρίδη κ.ά.) την Ομοσπονδία Παλαιών Πολεμιστών. Διεκδικώντας περίθαλψη για τους ανάπηρους, αποζημιώσεις και δωρεάν διανομή τσιφλικάδικης γης στους βετεράνους των πολέμων 1912-1922, χτίστηκε ένα πραγματικά μαζικό κίνημα. Η εβδομαδιαία εφημερίδα «Παλαιός Πολεμιστής» έφτασε στην πρωτοφανή για την εποχή κυκλοφορία των 20.000 φύλλων.

Ο Πουλιόπουλος (με το ψευδώνυμο Φιλ. Ορφανός) γράφει στις αποφάσεις του συνεδρίου της Ομοσπονδίας, όπου εξελέγη πρόεδρός της (1924): «Όποια κι αν είναι η έκβαση του πολέμου για το καθένα από τα εμπόλεμα κράτη, τ’ αποτελέσματά του είναι ολέθρια για τους λαούς, πάντα οι λαοί τόσο του νικητή όσο και του νικημένου βγαίνουν κι οι δύο νικημένοι από τον πόλεμο…».
Το βάρος του Εθνικού Μύθου, ακόμα και μέσα στην Αριστερά, είχε ως αποτέλεσμα να υποβαθμιστεί μέσα στην παράδοσή μας όλη αυτή η ιστορία: ο αντιμιλιταρισμός στο μέτωπο, οι χιλιάδες λιποτάκτες, οι ταξικοί αγώνες στην ενδοχώρα που ανάγκασαν τον Βενιζέλο να κηρύξει το «ιδιώνυμο», η δράση των Παλαιών Πολεμιστών πιέζονται να χαθούν στα αζήτητα…

ΚΚΕ
Και όμως, αυτοί οι αγώνες δημιούργησαν τη νέα «γενιά» μαρξιστικών στελεχών που μετέτρεψε το ΣΕΚΕ σε ΚΚΕ, με γνωστότερους εκπροσώπους τον Π. Πουλιόπουλο και τον Σερ. Μάξιμο (που από άλλη διαδρομή είχε καταλήξει στα ίδια με τον Πουλιόπουλο συμπεράσματα).

Γιατί μέχρι το 1924 το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα, αλλά και το ΣΕΚΕ, επηρεάζονταν καθοριστικά από ένα μίγμα λαϊκιστών, αναρχικών και μεταρρυθμιστικών ιδεών. Στο 3ο Έκτακτο Συνέδριο του κόμματος (Δεκέμβρης 1924) η νέα «γενιά» επιβάλλει τη στροφή στη σταθερή σχέση με την 3η Διεθνή και την αλλαγή του ονόματος του κόμματος σε ΚΚΕ. Σε ένα τέτοιο συνέδριο «αριστερής στροφής», ο Πουλιόπουλος αναδεικνύεται Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ. Ακολουθεί μια περίοδος σκληρής προσπάθειας για την ανασυγκρότηση του κόμματος.

Παρά τον μετέπειτα σταλινικό μύθο για τον «διαλυτισμό» (λικβινταρισμό) των τροτσκιστών, ο Πουλιόπουλος δίνει σε αυτή την περίοδο σκληρά μαθήματα «κομματικότητας». Παρότι διαφωνεί με τη γραμμή της Κομιντέρν για το Μακεδονικό, αναλαμβάνει την ευθύνη της και την υπερασπίζεται στο δικαστήριο, με αποτέλεσμα να σταλεί ξανά στις φυλακές.

Ανάλογη στάση κράτησε και το 1940 στην Ακροναυπλία, όταν, στη στιγμή της κατάρρευσης της φρουράς με την είδηση του ερχομού των Γερμανών, εισηγήθηκε τη δραπέτευση των πολιτικών κρατουμένων, αλλά πειθάρχησε στην αντίθετη απόφαση που επέβαλε η, τότε, ηγεσία του ΚΚΕ, παίρνοντας στην πράξη το δρόμο προς την εκτέλεση.

Στο μεταξύ ο Πουλιόπουλος ανέπτυξε ένα πλούσιο μαρξιστικό έργο, αφοσιωμένος στα καθήκοντα ιδεολογικού προσανατολισμού του κόμματος: έγραψε ο ίδιος, αλλά και μετέφρασε πολλά έργα των «κλασσικών» (ανάμεσά τους, το «Κεφάλαιο» του Μαρξ, μαζί με τον Γ. Δούμα).

Μέσα από αυτή τη δραστηριότητα και αυτές τις εμπειρίες, ο Πουλιόπουλος –όχι τυχαία– συνδέθηκε με την «Αριστερή Αντιπολίτευση» στο ΚΚΣΕ και στην Κομιντέρν, υποστήριξε τον Λ. Τρότσκι στη διαμάχη που είχε ξεσπάσει με τον Ι. Στάλιν. Υποστήριξε το διεθνισμό ενάντια στις αντιλήψεις για «σοσιαλισμό σε μια μόνο χώρα», υποστήριξε τη Διαρκή Επανάσταση ενάντια στο νέο ρεφορμισμό των «σταδίων», υποστήριξε τον αυθεντικό δημοκρατικό συγκεντρωτισμό στα κόμματα και στη Διεθνή ενάντια στη νέα γραφειοκρατικοποίηση.

Ο Πουλιόπουλος συγκρούστηκε ανοιχτά και δημόσια με τη «νέα κατάσταση» στο κόμμα, που στηριζόταν στο κύρος της Κομιντέρν και στους απεσταλμένους της. Τους κατηγόρησε για «υπαλληλική νοοτροπία» («Το είπανε απροκάλυπτα: Άμα θα ’ρθει ο Τρότσκι στα πράγματα, θα πούμε πως είχαμε λάθος να τον καταδικάσουμε και θα πειθαρχήσουμε!»).

Μέσα από αυτήν τη σύγκρουση, που κρίθηκε στο ΚΚΣΕ και στην Κομιντέρν, ο Πουλιόπουλος διαγράφηκε από το ΚΚΕ το 1927. Παρέμεινε όμως πόλος αναφοράς των διεργασιών για αρκετά ακόμα χρόνια. Και ετοιμάστηκε για τη μεγαλύτερη –ίσως– προσφορά του.

6η Ολομέλεια
Η νέα ηγεσία του ΚΚΕ, υπό τον Ν. Ζαχαριάδη, ολοκλήρωσε τη μετατροπή του ΚΚΕ σε σταλινικό κόμμα με την 6η Ολομέλεια (Γενάρης του 1934). Σε αυτή «μεταφράστηκαν» στα ελληνικά οι μεταλλάξεις που είχαν ήδη επισυμβεί στην Κομιντέρν και στο ΚΚΣΕ. Εκπονήθηκε μια νέα ταξική ανάλυση του ελληνικού καπιταλισμού, όπου διαπιστώθηκε ότι κυριαρχούν τα «αστοτσιφλικάδικα» κατάλοιπα, ότι η χώρα είναι μια υπανάπτυκτη «μισοφεουδαρχική» κοινωνία. Κατά συνέπεια, η «επερχόμενη επανάσταση», δηλώθηκε ότι, δεν μπορούσε να είναι «προλεταριακή-σοσιαλιστική», αλλά αντίθετα μια «αστικοδημοκρατική» επανάσταση, που θα ολοκλήρωνε τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα για να ανοίξει το δρόμο, στο μέλλον, για το σοσιαλισμό.

Αυτή η ανάλυση, που εμπέδωνε τη θεωρία των «σταδίων» προς το σοσιαλισμό, άνοιγε, για πρώτη φορά, το δρόμο στην πολιτική των συνεργασιών μεταξύ του ΚΚ και των «δημοκρατικών αστικών κομμάτων» που, τάχα, εκπροσωπούσαν μια κάποια «εθνική αστική τάξη» που προτίθετο, λέει, να «ολοκληρώσει» και μάλιστα δημοκρατικά την (καπιταλιστική) ανάπτυξη.

Ενάντια σε αυτές τις αντιλήψεις, ο Πουλιόπουλος έγραψε το κορυφαίο βιβλίο του: «Σοσιαλιστική ή Δημοκρατική Επανάσταση στην Ελλάδα;» (1934). Εκεί έβαλε τα θεμέλια για κάθε σοβαρή συζήτηση για τον ελληνικό καπιταλισμό στα επόμενα χρόνια: «Ανεξάρτητα από τις ιστορικές περιπέτειες του βαθμιαίου αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού της χώρας και ανεξάρτητα από το βαθμό εξέλιξης των καθαρά αστικών-καπιταλιστικών μορφών στα διάφορα πεδία της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής συγκριτικά με τις εξελιγμένες χώρες της Ευρώπης, οι μορφές αυτές είναι σήμερα αναμφισβήτητα κυρίαρχες στην ελληνική οικονομία…».

Για να συμπληρώσει: «υπάρχει κιόλας ένα ισχυρό προλεταριάτο που συνολικά, και ειδικά στο βιομηχανικό του πυρήνα, είναι το μεγαλύτερο στη Βαλκανική».

Έτσι για τον Πουλιόπουλο η αναγκαία συμμαχία με τους φτωχούς αγρότες είναι εφικτή όχι όπως στα ομιχλώδη σχήματα της «αστικοδημοκρατικής επανάστασης», αλλά με τη μορφή της «ηγεμονίας του προλεταριάτου μέσα στο συμμαχικό του συνασπισμό με την αγροτική φτωχολογιά, ενάντια στην κυριαρχία της ελληνικής μπουρζουαζίας…». Είναι φανερό ότι ο Πουλιόπουλος υπερασπίζει τη θεωρητική και πολιτική παράδοση της Οκτωβριανής Επανάστασης ενάντια σε μια βίαιη αντιστροφή της.

Τα πολιτικά προβλήματα από αυτή τη στροφή φάνηκαν σύντομα. Το σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα, ένα σύμφωνο συνεργασίας του ΚΚΕ με τους αστούς δημοκράτες για να αποφευχθεί ο κίνδυνος της δικτατορίας του Μεταξά(!), ήταν μια πρώτη προειδοποίηση. Ακολούθησε η τραγική ήττα του μεγάλου Εαμικού Κινήματος που στην Καζέρτα και στο Λίβανο δεν μπόρεσε να σπάσει τους αυτοπεριορισμούς της «αστικοδημοκρατικής» στρατηγικής, πληρώνοντας πολύ ακριβά τις αυταπάτες για ένα πιθανό «δημοκρατικό στάδιο», όπου θα συμβάδιζε με τον Γ. Παπανδρέου και το βασιλιά…

Σήμερα
Το ΚΚΕ συζητά σήμερα (και καλά κάνει!) τα ζητήματα της ιστορίας του κινήματος, αναζητώντας τα αίτια για τις συντριπτικές ήττες. Είναι όμως εντυπωσιακό το γεγονός ότι κάνει αυτή τη συζήτηση χωρίς ούτε να ακουμπήσει στα ζητήματα που άνοιξε η «γενιά του ’20», στην παράδοση των Παλαιών Πολεμιστών, στο έργο π.χ. του Σερ. Μάξιμου ή του Π. Πουλιόπουλου, του πρώτου Γραμματέα του, που έχει «εξαφανιστεί» από την κομματική ιστορία.

Το ίδιο εντυπωσιακή είναι η ανάλογη έλλειψη στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ. Οι ρίζες μας δεν ξεκινάνε το 1940. Η ζωή, η δράση, το έργο μαρξιστών επαναστατών όπως ο Π. Πουλιόπουλος είναι πολύτιμα τμήματα της παράδοσής μας. Η σύγκρουσή τους με το σταλινισμό, όταν και όπως έπρεπε, περιέχει μια μεγάλη ηθική αξία: Αποδεικνύει ότι ο επαναστατικός μαρξισμός δεν παραδόθηκε αμαχητί στο γραφειοκρατικό εκφυλισμό, ότι αντιστάθηκε μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες, πληρώνοντας βαρύ αντίτιμο. Και –κυρίως– στο έργο αυτό περιέχεται μεγάλη πολιτική αξία: Εμπειρία, ανάλυση, συμπεράσματα και θεωρητική επεξεργασία για τις μάχες που έρχονται.