Η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ γίνεται σήψη του συστήματος

Φωτογραφία

Ποια είναι η απάντηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς;

Ημερ.Δημοσίευσης
Συντάκτης
Αντώνης Νταβανέλος

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν είναι ακόμα γνωστή η απόφαση του ΣτΕ σχετικά με τη «συνταγματικότητα» του νόμου Παππά.
Η διευκρίνιση είναι απαραίτητη, γιατί η υπόθεση της αδειοδότησης των καναλιών, που σχεδιάστηκε ως τμήμα μιας πολιτικής αντεπίθεσης της κυβέρνησης (ενός πολέμου, τάχα μου, κατά της «διαπλοκής» που έχει –για την ώρα– ως νικητές αξιότιμους κυρίους όπως οι Μαρινάκης, Σαββίδης...), εξελίσσεται σε έναν αγώνα ζωής ή θανάτου για την ομάδα του Μαξίμου. 
Και μόνο το γεγονός ότι η μοίρα ενός νομοσχεδίου μπορεί να επιφέρει ακόμα και την πτώση της κυβέρνησης είναι απόδειξη της βαθιάς κρίσης, της πολιτικής παρακμής –ένα μόλις χρόνο μετά τον «θρίαμβο» στις 20/9/2015– της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ. 
Η ερμηνεία αυτού του φαινομένου πρέπει να αναζητηθεί στις συνέπειες που επιφέρουν στην κοινωνία τα έργα και οι πολιτικές της. 
Σύμφωνα με τα στοιχεία της «Επιτροπής Σοφών», που επεξεργάζεται τις συμπεφωνημένες με τους δανειστές νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις στα εργασιακά, περίπου 400.000 εργάτες και εργάτριες αμείβονται με μηνιαίο μισθό μικρότερο από 400 ευρώ –και εξ αυτών περίπου 140.000 με μηνιαίο «μισθό» μικρότερο από 100 ευρώ! Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, 230.000 παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε νοικοκυριά με μηδενικό μηνιαίο εισόδημα. Οι συνταξιούχοι, μετά τις διαβεβαιώσεις Κατρούγκαλου ότι δεν θα περικοπούν οι συντάξεις, διαπιστώνουν στα ΑΤΜ τον εκμηδενισμό των επικουρικών συντάξεων...
Η εφαρμογή ηλίθιε!
Αυτή η σκληρή κοινωνική πραγματικότητα θα είναι η υλική βάση για την απόρριψη εκ μέρους της κοινωνικής πλειοψηφίας όλων των ισχυρισμών της ηγετικής ομάδας Τσίπρα μετά το καλοκαίρι του 2015. Το 3ο Μνημόνιο αναγνωρίζεται ήδη ως «ομαλή συνέχεια» του 1ου και του 2ου: ως αντεργατική και αντικοινωνική πολιτική και μάλιστα, ως αναποτελεσματική πολιτική. 
Γιατί η κυβέρνηση, για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, ανέβασε ψηλά την υπόσχεση για μια «συναινετική λύση» στο τεράστιο ζήτημα του χρέους. Η υπόσχεση αυτή, όμως, είναι ήδη κομμάτια και θρύψαλα και ο Α. Τσίπρας είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει στην «εφαρμογή» του 3ου Μνημονίου, χωρίς να διαφαίνεται στον ορίζοντα κάποιο «αντίδωρο» εκ μέρους των δανειστών. 
Οι πολιτικές συνέπειες αυτής της κοινωνικής πραγματικότητας φαίνονται ήδη δια γυμνού οφθαλμού. Ακόμα και δημοσκοπήσεις που οργανώνονται από φιλοκυβερνητικά συγκροτήματα (όπως η «Εφημερίδα των Συντακτών») καταλήγουν να διαπιστώνουν τη «βουβή, αλλά μάλλον οριστική, έξοδο των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ» από την επιρροή του κυβερνώντος κόμματος. Το άνοιγμα της δημοσκοπικής ψαλίδας μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ δεν οφείλεται στην άνοδο του Μητσοτάκη, αλλά στην πτώση του Τσίπρα. 
Μπροστά σ’ αυτή τη διαπίστωση, μπροστά στο γεγονός ότι το Μνημόνιο 3 πριονίζει ταχύτατα τη σχέση μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και των κοινωνικών στρωμάτων που τον έφεραν στην κυβέρνηση τον Γενάρη του 2015, η ηγεσία Τσίπρα είχε, μέχρι σήμερα, μιαν κρυφή ελπίδα διαφυγής. Να στραφεί σε διαφορετική κοινωνική στήριξη, να προβάλει ένα άλλο success story: επρόκειτο για την απεύθυνση στους δανειστές και στην ντόπια κυρίαρχη τάξη, με τον ισχυρισμό ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η μοναδική υπαρκτή πολιτική δύναμη που μπορεί να επιβάλει το Μνημόνιο 3, διατηρώντας συνθήκες σχετικής συστημικής σταθερότητας. Όμως και αυτός ο «θησαυρός» αρχίζει να αποδεικνύεται άνθρακες. 
Γιατί η σήψη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση αρχίζει να δημιουργεί τις συνθήκες όπου η σήψη επεκτείνεται σε κρίσιμους ιδεολογικούς (και όχι μόνο) μηχανισμούς του κράτους. Στα ΜΜΕ, έναν τομέα καθοριστικής σημασίας για το καθεστώς, υπάρχει μια συνολική αποδόμηση, χωρίς να φαίνονται στον ορίζοντα σημάδια και πρωταγωνιστές ανασύνταξης. Στη δικαιοσύνη εκδηλώνονται απειθαρχίες, ανταγωνισμοί και μέθοδοι (όπως η ολοφάνερη απόπειρα εκβιασμού δικαστή του ΣτΕ) που λίγο παλαιότερα θα σήμαιναν συναγερμό για τη «λειτουργικότητα» αυτού του κρίσιμου γραναζιού του συστήματος. Στο ποδόσφαιρο, οι στρατοί των προέδρων ανταλλάσουν πλέον χειροβομβίδες, με τον Κοντονή να παριστάνει ότι προΐσταται σε μια κάποια «κάθαρση».
Σε αυτό το έδαφος εμφανίζονται και οι πρώτες φωνές από τη μεριά της κυρίαρχης τάξης, που κάνουν λόγο για «συστημικό κίνδυνο», όχι πλέον λόγω της παρουσίας του Τσίπρα, αλλά κυρίως λόγω της σήψης του. Είναι οι φωνές που αναζητούν ένα νέο 1974, που καλούν σε συστράτευση τις αστικές –δημοκρατικές– ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις. Για την ώρα είναι φωνές περιφερειακές, μειωμένης ισχύος. Ο «κορμός» της αστικής τάξης παραμένει σιωπηλός, ενώ το «λούμπεν» τμήμα της κάνει ανοιχτά παιχνίδι με την κυβέρνηση.
Όμως, όσο ο Τσίπρας –δια του Μνημονίου 3– πριονίζει το κλαρί των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων ταχύτερα, τόσο πιθανότερο κάνει το ενδεχόμενο πρόκλησης μιας καθεστωτικής παρέμβασης, που θα «τραντάξει» το πολιτικό σκηνικό. Εν ολίγοις, συμβαίνει αυτό που στα ΜΜΕ περιγράφεται με την έκφραση «τελειώνει το πολιτικό οξυγόνο της κυβέρνησης».
Απέναντι στον Τσίπρα, ο Μητσοτάκης ισχυρίζεται ότι αποτελεί εναλλακτική λύση. Με ένα πρόγραμμα ακραία νεοφιλελεύθερο και μνημονιακό που απειλεί να μετατρέψει τις αποτυχίες του ΣΥΡΙΖΑ σε κατακτήσεις του κόσμου των επιχειρήσεων σε βάρος των εργατικών και λαϊκών μαζών. Είναι ένας κίνδυνος που δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η αντιδεξιά πολιτική και ιδεολογική δράση αποτελούν υποχρέωση για κάθε τμήμα του κινήματος κοινωνικής αντίστασης. Όμως, ταυτόχρονα, η καταγγελία του Μητσοτάκη δεν επιτρέπεται να λειτουργεί ως «πλυντήριο» για τον Τσίπρα. Αντίθετα, είναι τα έργα και οι πολιτικές του Τσίπρα που ανοίγουν το δρόμο στον Μητσοτάκη.
Η ταξική πάλη στην Ελλάδα στα τελευταία 10 χρόνια έχει δημιουργήσει ένα πλατύ στρώμα πολιτικών αγωνιστών-στριών, που πρωτοστάτησε στην αντίσταση στη λιτότητα, στο νεοφιλελευθερισμό, στα μνημόνια. Αυτός ο κόσμος είναι το «υποκείμενο» που μπορεί να αναλάβει το καθήκον της σύγκρουσης με τον Τσίπρα, φράζοντας το δρόμο στον Μητσοτάκη. Όμως η εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος έχει δύο βασικές προϋποθέσεις.
Αριστερά
Αφενός, τις επιλογές στην πολιτική γραμμή. Την έμφαση στην αντιλιτότητα και στο αντιμνημόνιο, δηλαδή στα ζητήματα του μισθού, της σύνταξης, του δημόσιου σχολείου και νοσοκομείου, της αντίστασης στις ιδιωτικοποιήσεις. Την επιμονή στην απαίτηση της στάσης πληρωμών στο χρέος με προοπτική τη διαγραφή του, μαζί με την αναγκαία εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση των τραπεζών. Την επιμονή στην εκτίμηση ότι τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι εφικτό στα πλαίσια ανοχής της ευρωζώνης και της ΕΕ, την υποστήριξη του στόχου της εξόδου από το ευρώ. Όμως, αυτοί οι πολιτικοί «άξονες» έχουν έννοια μόνο ως ολότητα, μόνο ως ενιαίο μεταβατικό «πρόγραμμα». Κάθε απόπειρα διάσπασης αυτού του πλαισίου (π.χ. με τον υπερτονισμό του αντι-ευρώ και την υποβάθμιση της αντιλιτότητας) οδηγεί σε επικίνδυνους αποπροσανατολισμούς. 
Αφετέρου, την ενότητα στη δράση. Η ενοποίηση του κόσμου αυτού στις αντιστάσεις (π.χ. πλειστηριασμοί, αντιρατσιστικό κ.ο.κ.) είναι αυτονόητη υποχρέωση. Όμως σήμερα αυτό δεν αρκεί. Η δουλειά πολιτικής ενοποίησης σε πρόγραμμα, σε σχέδιο, σε δυνατότητες πολιτικών πρωτοβουλιών, ακόμα και εκλογικών απαντήσεων, θα είναι ένας κρίσιμος παράγοντας. Γιατί δεν έχουμε μπροστά μας μια «μακρά περίοδο» πολιτικής και οργανωτικής ωρίμασης. Αντίθετα, έρχεται μια βίαιη πολιτική κρίση που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα λύσει το ζήτημα της σημερινής σήψης. Το τι ριζοσπαστική Αριστερά θα παρουσιαστεί στο πεδίο της μάχης αυτής της κρίσης αποτελεί έναν καθοριστικό παράγοντα για τα αποτελέσματά της…

Φύλλο Εφημερίδας

Κατηγορία