Αν και καθορίζεται από βρετανικές ιδιαιτερότητες, από τον τρόπο και το πολιτικό τοπίο στο οποίο τίθεται το ζήτημα, ενδιαφέρον έχει η συζήτηση στη βρετανική Αριστερά ως προς την έξοδο από την ΕΕ.

Τα περισσότερα συνδικάτα, αλλά και αγωνιστές και προσωπικότητες της Αριστεράς (πέραν της «κορμπινικής» πτέρυγας των Εργατικών), υιοθετούν ένα «κριτικό ναι», στη λογική τού «μένουμε στην ΕΕ για να την αλλάξουμε». Η επιχειρηματολογία τους στηρίζεται σε δύο πυλώνες: Ο ένας αφορά την ελεύθερη διακίνηση εντός ΕΕ και την ύπαρξη κάποιων κοινών δικαιωμάτων σε μετανάστες εργάτες από άλλα κράτη-μέλη. Στη Βρετανία αυτό αποκτά μια ιδιαίτερη βαρύτητα, λόγω της παρουσίας σοβαρού τμήματος μεταναστών εργατών από την Ανατολική Ευρώπη. Ο δεύτερος συνοψίζεται στο «να μη βρεθούμε μόνοι απέναντι στον Κάμερον». Είναι κατάλοιπο της ήττας της δεκαετίας του ’80, που έκανε πολλά συνδικάτα να πιστέψουν ότι η «κοινωνική Ευρώπη» είναι η μόνη προστασία που υπάρχει πια απέναντι στη Θάτσερ και τον «αγγλοσαξονικό» νεοφιλελευθερισμό. Επιβιώνει ως αντίληψη σε πολύ διαφορετικές συνθήκες (ποια «κοινωνική Ευρώπη»;) λόγω της θέσης της Βρετανίας, που δεν χρειάστηκε ποτέ την πίεση (ή έστω τη δημαγωγική επίκληση) «εντολών από τις Βρυξέλλες» για να προχωρήσει σε άγρια νεοφιλελεύθερα μέτρα.
Σε μια σειρά ενστάσεις στην επιλογή εξόδου, έχουν απαντήσει πειστικά οργανώσεις με διεθνιστική παράδοση και πολιτική. Που επισημαίνουν πως το «να αλλάξουμε την ΕΕ» σημαίνει πρακτικά την προσμονή να αναδειχθούν ριζοσπαστικές αριστερές κυβερνήσεις και στα 28 κράτη-μέλη. Που θυμίζουν πως έχουν αλλάξει πολλά από τη δεκαετία του ’80, και τον ηγετικό ρόλο στην υπερλιτότητα δεν έχει πια η Θάτσερ στο Λονδίνο αλλά η ευρωγραφειοκρατία των Βρυξελλών, με την Κομισιόν να έχει πλέον το δικαίωμα βέτο στους εθνικούς προϋπολογισμούς, ενώ ταυτόχρονα δεν λειτουργεί ως κάποιος μηχανισμός «σύγκλισης» αλλά στο εσωτερικό της συνεχίζεται μια ανελέητη «κούρσα προς τα κάτω». Που τονίζουν πως ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, που η «ελεύθερη διακίνηση» προϋποθέτει το «βίο αβίωτο» και «οχύρωση» στους πρόσφυγες και μετανάστες της «περιφέρειας», κάθε ψήφος υπέρ της Λευκής Ευρώπης-Φρούριο δεν στέλνει κανένα αντιρατσιστικό μήνυμα.
 Στην ανάγκη «διεθνιστικής αλληλεγγύης», θυμίζουν την αντίστοιχη συζήτηση στο δημοψήφισμα για τη Σκοτία: δεν τη διασφαλίζουν οι θεσμικές κρατικές ή υπερκρατικές ενώσεις. «Χρειαζόμαστε επικοινωνία και συντονισμό και όχι τον Τουσκ και τον Γιούνκερ για να οργανώσουμε κοινούς αγώνες». Συμπληρώνουν ότι το Brexit θα μπορούσε να είναι και μορφή αλληλεγγύης στους λαούς του Νότου, δείχνοντάς τους ότι «υπάρχει ζωή και εκτός», για να σπάσει η τρομοκρατία και ο διαρκής εκβιασμός. 
Το σοβαρότερο ζήτημα είναι ο συσχετισμός δύναμης και η κεντρική πολιτική συζήτηση, που είναι ζοφερή. Το στίγμα της καμπάνιας υπέρ της ΕΕ ανταγωνίζεται με το στίγμα της καμπάνιας εξόδου από την ΕΕ σε ρατσισμό. Η πολιτική διαμάχη δεν θυμίζει σε τίποτα τη σαφή ταξική σύγκρουση του δημοψηφίσματος στην Ελλάδα, και περιστρέφεται γύρω από το ποια επιλογή είναι καλύτερη «για τα βρετανικά συμφέροντα». Οι αριστερές δυνάμεις (είτε υπέρ είτε κατά) δεν θα μπορέσουν να καθορίσουν τη συζήτηση. Αγωνιστές που ορθά αποκλείουν το «ναι στην ΕΕ», αλλά γέρνουν στην αποχή ή είναι αναποφάσιστοι, επισημαίνουν πως την έξοδο θα διαχειριστεί πιθανότατα ο Μπόρις Τζόνσον (ευρωσκεπτικιστική πτέρυγα των Τόρηδων) με το UKIP, ενώ το πολιτικό μήνυμα δεν θα είναι «αντίστασης στην ευρωλιτότητα και την Ευρώπη-φρούριο» αλλά «εθνικής αναδίπλωσης» ενός πλούσιου κράτους. Αυτό θέλει προσοχή: Τα μεγαλύτερα «φάουλ» ήταν η παρουσία του Τζορτζ Γκάλογουεϊ σε κοινή πλατφόρμα με τον ακροδεξιό Φάρατζ, και η στάση κάποιων συνδικάτων υπέρ της εξόδου που μαζί με σωστές κριτικές στην ΕΕ προσθέτουν ότι «οι εργάτες από την Ανατολική Ευρώπη χρησιμοποιούνται από τα αφεντικά για να ρίχνουν τα μεροκάματα». 
Στη βρετανική περίπτωση, αναδεικνύεται το ότι η «έξοδος» από μόνη της δεν λέει τίποτα. Την TTIP (που προωθείται μέσω ΕΕ) μπορεί να την υπογράψει και το Λονδίνο μόνο του. Οι δεκάδες διμερείς συμφωνίες που έχει υπογράψει το ΗΒ με πολλές από τις 27 αστικές κυβερνήσεις της ΕΕ θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Όπως θα συνεχίσει να υπάρχει και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου με τον δικό του «ζουρλομανδύα». Η ανάκτηση της κυριαρχίας δεν θα σημαίνει τίποτα φιλολαϊκό αν μεταφερθεί από τις Βρυξέλλες στον Οίκο των Λόρδων και τη βασίλισσα. Δεν υπάρχει το αντίστοιχο της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών του 1975, που έπαιρναν θέση ενάντια στην ΕΟΚ στο πλαίσιο μιας εναλλακτικής, ριζοσπαστικής οικονομικής στρατηγικής (με ευθύνη και του Κόρμπιν, που σύρθηκε σε ένα «σιωπηλό ναι» και ευχολόγια «μεταρρύθμισης της ΕΕ» αντί να ανοίξει με μαζικότητα μια τέτοια συζήτηση για το τι σημαίνει «έξοδος» από τη σκοπιά μιας εργατικής πολιτικής).
Σύντροφοι που θα δώσουν αγώνα για «αριστερή έξοδο» εξηγούν νηφάλια πως δεν χωρούν αυταπάτες για την ΕΕ, αλλά δεν πρόκειται και για «λύση στα προβλήματα». Επιμένουν πως τα εργατικά δικαιώματα θα κριθούν από την ταξική πάλη και όχι από μια υποτιθέμενη «ευρωπροστασία», αναγνωρίζοντας ότι «και έξω από την ΕΕ, η επίθεση των αστών θα συνεχιστεί και το ζητούμενο θα παραμένει η ταξική πάλη». Επιμένουν πως «είτε μείνουμε είτε φύγουμε, θα παραμείνει σκληρό το καθήκον να αγωνιστούμε για ανοιχτά σύνορα». Γιατί τότε «υπέρ της εξόδου»; Με στρατηγική, διεθνή και μακροχρόνια οπτική: Ακόμα και στην περίπτωση που οι συνέπειες άμεσα και στην ίδια τη Βρετανία είναι αρνητικές, το πλήγμα στην ΕΕ, η κρίση νομιμοποίησής της, το φρένο στη διαδικασία «ολοκλήρωσης», μπορεί να απελευθερώσει δυναμικές, επιτείνοντας την πολιτική αστάθεια. Αυτός ο φόβος άλλωστε ενώνει Ομπάμα, Κέρι, Μέρκελ, Κάμερον, Ολάντ, μεγαλοεπιχειρηματίες, υπέρ της παραμονής στην ΕΕ. Και είναι αρκετός λόγος να πάρει κανείς θέση απέναντί τους...