Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές παραιτούνταν επτά βουλευτές του Εργατικού Κόμματος, έχοντας ενσωματώσει στην κριτική τους όλη την προπαγάνδα των μεγάλων καπιταλιστικών κέντρων ενάντια στην ηγεσία του κόμματος.

Τα αστικά επιτελεία έχουν πρόβλημα με το παραδοσιακό κόμμα της τάξης τους, τους Τόρις, που προσωρινά βρίσκεται σε αντίφαση με τα άμεσα συμφέροντά τους διαχειριζόμενο το Brexit, με το οποίο διαφωνεί σχεδόν όλο το μεγάλο κεφάλαιο της χώρας. Για να το κατανοήσουμε αυτό αρκεί να αναφέρουμε ότι οι 99 από τις 100 επιχειρήσεις των οποίων οι μετοχές διαμορφώνουν το δείκτη του χρηματιστηρίου, τον 100 FTSE, υποστηρίζουν την παραμονή στην ΕΕ. Η άλλη πλευρά (του Brexit) διαθέτει πολύ πιο δευτεροκλασάτα ονόματα (κυρίως καπιταλιστές που έχουν επενδύσεις στην Ασία ή που είναι προσανατολισμένοι στην εσωτερική αγορά της Μ. Βρετανίας).
Έτσι το μεγάλο κεφάλαιο θα προτιμούσε λοιπόν ίσως τους Εργατικούς στην κυβέρνηση (οι οποίοι έχουν επισήμως θέση υπέρ της παραμονής του Ηνωμένου Βασιλείου σε τελωνειακή ένωση με την ΕΕ, δηλ. σε ένα καθεστώς έλλειψης οικονομικών συνόρων και δασμών). Αλλά όχι αυτούς τους Εργατικούς, δηλ. τους Εργατικούς υπό την ηγεσία του Τζ. Κόρμπιν, την πιο αριστερή ηγεσία που έχει υπάρξει εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες. Γι’ αυτό απεργάζονται διαρκώς σχέδια ανατροπής του, προεκλογικής ή μετεκλογικής. Εκεί εντάσσεται και η πρόσφατη αποστασία των εφτά βουλευτών.
Backstop
Κεντρικό θέμα στο ζήτημα της διευθέτησης (ή μη) του Brexit μεταξύ Λονδίνου και Βρυξελλών είναι το ζήτημα των συνόρων εντός της Ιρλανδίας. Κανονικά δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα: η Μ. Βρετανία θα έφευγε από την ΕΕ και η Ιρλανδία θα παρέμενε. Η Μ. Βρετανία θα είχε μόνο θαλάσσια σύνορα με την ΕΕ. Όμως το αχόρταγο βασίλειο κρατά εδώ και πάρα πολλά χρόνια τη Βόρεια Ιρλανδία αποσπώντας την ουσιαστικά από το ανεξάρτητο Έιρε (την Ιρλανδία, όπως την ξέρουμε στην Ελλάδα). Αν το Ηνωμένο Βασίλειο (που περιλαμβάνει τη Β. Ιρλανδία) αποχωρήσει από την ΕΕ, τότε το νησί της Ιρλανδίας θα βρεθεί κομμένο στη μέση και οι ζωές χιλιάδων ανθρώπων που μετακινούνταν ελεύθερα, αφού μέχρι τώρα δεν υπήρχαν οικονομικά σύνορα, θα δυσκολέψουν αφάνταστα.
Οι Βρυξέλλες θέτουν ως απαράβατο όρο για να υπάρξει ομαλό Brexit το να υπάρξει συμφωνία ώστε να παραμείνει η Β. Ιρλανδία εντός της ευρωπαϊκής τελωνειακής ένωσης (το λεγόμενο backstop), στην πράξη δηλ. να συνεχίσουν να μην υπάρχουν σύνορα στο ιρλανδικό νησί. Ωστόσο αυτό δεν το κάνουν από κάποιο ενδιαφέρον για την πλειονότητα των κατοίκων. Οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών ενδιαφέρονται περισσότερο για το πολιτικό πρεστίζ της ΕΕ και συνακόλουθα για την πρόληψη της έγερσης και άλλων τέτοιων απαιτήσεων εντός της ΕΕ. Δηλ. απαιτήσεων για εξαιρέσεις από το καθεστώς της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς και των τελωνειακών-φορολογικών κανόνων που τη διέπουν.
Για τη Μ.Βρετανία όμως και κυρίως για τους Τόρις και τους προτεστάντες συμμάχους τους του DUP (το δεξιό κόμμα της Β. Ιρλανδίας) το backstop είναι σχεδόν αδιανόητο. Ισοδυναμεί με περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας, αφού σε κάποιο μέρος του κράτους θα ισχύει άλλο φορολογικό καθεστώς όπου οι αποφάσεις του κοινοβουλίου και της κυβέρνησης δεν θα μπορούν να εφαρμοστούν –κάτι εξαιρετικά ταπεινωτικό για μια πρώην αυτοκρατορία.
Και δεν είναι μόνον αυτό. Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου παρασύροντας τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής βάσει της οποίας διατηρείται η ειρήνη στη Β. Ιρλανδία από το 1998 (μεταξύ άλλων η συμφωνία προβλέπει ότι οι πολίτες της Β. Ιρλανδίας έχουν ένα πολύ μοναδικό δικαίωμα αυτοδιάθεσης, δηλ. το δικαίωμα να ενωθεί με την καθ’ αυτό Ιρλανδία, το Έιρε, όποτε το αποφασίσει η πλειοψηφία του πληθυσμού). Αν οι ισορροπίες ανατραπούν με διατήρηση ειδικού καθεστώτος για τη Β. Ιρλανδία μέσα στο Ηνωμένο Βασίλειο, ίσως η συγκρουσιακή διάθεση που υποβόσκει μεταξύ των οπαδών του Σιν Φέιν (καθολικοί) και των δεξιών Ενωτικών του DUP (προτεστάντες) ξεσπάσει με φυσικό τρόπο και πάλι.
Αδιέξοδα
Κάτω από την πίεση των Βρυξελλών η Μέι συμφώνησε το backstop, δηλ. μια μεταβατική περίοδο δύο ετών μετά τις 29 Μαρτίου, κατά την οποία η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) θα παραμείνει σε ενιαίο τελωνειακό χώρο, για να αποφευχθούν τα σύνορα στην Ιρλανδία. To backstop θα άρχιζε να είχε εφαρμογή σε περίπτωση που η ΕΕ και το Λονδίνο αποτύγχαναν να καταλήξουν σε εμπορικές και τελωνειακές συμφωνίες στο διάστημα αυτών των δύο ετών. Στην περίπτωση αυτή η Β.Ιρλανδία θα παρέμενε στην ενιαία τελωνειακή αγορά της ΕΕ. Ωστόσο οι βουλευτές του κόμματός της αντέδρασαν και υποχρέωσαν τη Μέι να πάει πίσω και να το διαπραγματευτεί ξανά (και αυτό αναμενόταν να γίνει την ημέρα της κυκλοφορίας αυτής εδώ της εφημερίδας στις 20/2).
Στο τραπέζι των συνολικών διαπραγματεύσεων για το Brexit έχει πέσει και η περίπτωση παράτασης του χρόνου εξόδου (29 Μαρτίου). Ωστόσο κάτι τέτοιο θα είναι δύσκολο γιατί θα πρέπει να το αποδεχτούν όλα τα άλλα 27 κράτη-μέλη. Και σε κάθε περίπτωση το μόνο που θα πετύχει κάτι τέτοιο είναι μια παράταση της αγωνίας.
Διχασμός
Όπως διαφάνηκε και από τις πρόσφατες αποχωρήσεις βουλευτών, και το Εργατικό Κόμμα είναι διχασμένο. Η επίσημη θέση του κόμματος είναι ότι θα σεβαστεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αλλά ότι θα παραμείνει εντός της Τελωνειακής Ένωσης της ΕΕ. Παρ’ όλα αυτά η πλειοψηφία των βουλευτών είναι υπέρ της παραμονής στην ΕΕ. 
Διασπασμένη είναι όμως και η εργατική τάξη. Σε κάθε περίπτωση το Brexit υποστηρίχθηκε από τόσο πολλούς ψηφοφόρους των Εργατικών ώστε θα είναι αδύνατο το κόμμα να τετραγωνίσει τον κύκλο υποστηρίζοντας την παραμονή. 
Η ηγεσία του κόμματος απέφυγε να κάνει αυτό που έπρεπε το 2016, δηλ. να ηγηθεί της καμπάνιας για το Brexit με όρους φυσικά φιλεργατικούς, προκειμένου να μην κόψει τις γέφυρες με τη δεξιά του πτέρυγα, η οποία είναι υπέρ της παραμονής και την οποία στηρίζουν οι μεγαλοκαπιταλιστές. Όμως έτσι το κόμμα άφησε ελεύθερο το γήπεδο στους ακροδεξιούς να αλωνίζουν στην ηγεσία του στρατοπέδου του Brexit με το δικό τους πολιτικό οπλοστάσιο, δηλ. τον εθνικισμό, το ρατσισμό, τις αντιπροσφυγικές πολιτικές κ.λπ. Και ταυτόχρονα, όπως αποδεικνύεται με τις αποχωρήσεις των εφτά βουλευτών, ούτε την ενότητα του κόμματος ενόψει εκλογών δεν κατάφερε να εξασφαλίσει. 
Τώρα όλο το οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο έχει πέσει πάνω στον Κόρμπιν πιέζοντάς τον από τα δεξιά να «σώσει το έθνος» στηρίζοντας τη μετριοπαθή συμφωνία που προσπαθεί να περάσει η Μέι.
Αν ο Κόρμπιν ενδώσει τότε οι εργαζόμενοι που ήταν υπέρ του Brexit θα νιώσουν ακόμη πιο προδομένοι και θα θεωρήσουν ότι οι Εργατικοί έχουν πλήρως ενταχθεί σε ενιαίο μέτωπο με τους Τόρις για τη διάσωση του συστήματος από το οποίο θέλουν να απαλλαγούν. Και συνακόλουθα θα γίνουν ακόμη πιο ευάλωτοι στις φωνές της ακροδεξιάς. Παράλληλα, με μια τέτοια εξέλιξη η Μέι και οι Τόρις θα διασώζονταν και οι εθνικές εκλογές –τις οποίες ζητά η Αριστερά και σημαντικό μέρος του πληθυσμού προκειμένου να ανατραπούν οι Τόρις– θα παραπέμπονταν στις καλένδες.
Αριστερά
Παρότι στους δρόμους κινητοποιούνται οι οπαδοί της παραμονής, οι οπαδοί του Brexit, οι ακροδεξιοί, το Εργατικό Κόμμα, η υποτιθέμενη κινηματική αντιπολίτευση στο εσωτερικό του και τα ελεγχόμενα από αυτό εργατικά συνδικάτα παραμένουν απαθή, μπροστά σε αυτή τη σύγκρουση.
Μα και η άκρα Αριστερά, διχασμένη στο ζήτημα του Brexit, πραγματοποιεί αναιμικές χωριστές συγκεντρώσεις. Πολύ χειρότερα ένα κομμάτι της Αριστεράς (όπως το ΚΚ) είναι διατεθειμένα να θυσιάσουν τα δικαιώματα των προσφύγων και των μεταναστών (το δικαίωμα στη μετακίνηση) στο βωμό  μιας διαστρεβλωμένης αντίληψης περί σοσιαλισμού εμποτισμένου με μεγάλες δόσεις «εθνική ανεξαρτησίας».
Ο Σκοτσέζος σοσιαλιστής και πανεπιστημιακός Νιλ Ντέιβιντσον, σχολιάζοντας τις διαφορές μέσα στην Αριστερά, και περισσότερο κριτικάροντας αυτούς που υποστηρίζουν την παραμονή στην ΕΕ, τονίζει πολύ σωστά: «Οι στιγμές δυνητικού μετασχηματισμού –όχι επανάστασης, απλώς σοβαρών μεταρρυθμίσεων– πάντα ξεκινούν με μια κρίση, συχνά με μια τέτοια κρίση που θα επιθυμούσαμε να είχε αποφευχθεί, όπως οι παγκόσμιοι πόλεμοι. Αλλά άπαξ και αρχίσει η κρίση, οι σοσιαλιστές πρέπει να ψάχνουν τρόπους να τη στρέψουν προς το συμφέρον της εργατικής τάξης, όχι να προσπαθούν να παλινορθώσουν το προ κρίσης status quo. Δεν είναι καθήκον μας το να τους βοηθήσουμε να βγουν από αυτό το τέλμα».
Και συνεχίζει προτείνοντας τους στόχους: «Πρέπει να απαιτήσουμε την πραγματοποίηση εθνικών εκλογών και να παίρνουμε μέρος στις διαδηλώσεις που ζητούν κάτι τέτοιο. Στην Ιρλανδία και στη Σκοτία οφείλουμε να μεγεθύνουμε την κρίση του βρετανικού κράτους. Ειδικά στην Ιρλανδία πρέπει να υποστηρίζουμε την προοπτική ενός δημοψηφίσματος για επανένωση της χώρας (δηλ. Βόρειας Ιρλανδίας και Έιρε). Και στη Σκοτία πρέπει να αρχίσουμε μια καμπάνια για να πείσουμε τους οπαδούς που ήταν κατά της ανεξαρτησίας από τη Βρετανία, για τη σημασία αυτής της ανεξαρτησίας».