G20: Η Κίνα στο προσκήνιο

οικονομία / Πέτρος Τσάγκαρης / 28.09.2016

Σε αδιέξοδα οι δυτικοί καπιταλισμοί

Σ τις 4-5 Σεπτέμβρη διεξήχθη στην πόλη Χανγκτσού της Κίνας η σύνοδος των 20 μεγαλύτερων καπιταλιστικών χωρών του πλανήτη, που είναι γνωστές ως G20. Ο κυρίαρχος Τύπος δεν αποκάλυψε και πολλά.
 Ωστόσο, διαβάζοντας πίσω από τις ειδήσεις, δύο πράγματα έγιναν απολύτως σαφή. Πρώτον, καταγράφηκε ρητά η αλλαγή συσχετισμών οικονομικών δυνάμεων μεταξύ των ιμπεριαλισμών, και δεύτερον αναγνωρίστηκε ότι η δυτική παραλλαγή του καπιταλισμού, και κυρίως η λιτότητα, αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.
Η δεύτερη διαπίστωση, που ασφαλώς δεν διατυπώθηκε με αυτούς τους μαρξιστικούς όρους, μπορεί να φαίνεται περίεργη, αλλά αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στις δηλώσεις των κορυφαίων συμμετεχόντων.
Ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζιπίνγκ υπογράμμισε ότι με το δείκτη ανισότητας Gini να φτάνει διεθνώς το 0,7, ξεπερνώντας το κρίσιμο όριο του 0,6, αυτό [η καταπολέμηση της ανισότητας] γίνεται επιτακτικό όχι μόνο για λόγους ηθικούς, αλλά και γιατί η καταπολέμηση της φτώχειας παγκοσμίως θα απελευθερώσει σε τεράστιο βαθμό την ενεργό ζήτηση.
Ευθυγραμμιζόμενη με το τελικό ανακοινωθέν της G20, η γνωστή Κριστίν Λαγκάρντ του ΔΝΤ τόνισε πως η παγκοσμιοποίηση πρέπει να «αποφέρει οφέλη σε όλους και όχι μόνο σε ορισμένους». Ο ίδιος ο Ομπάμα παραδέχθηκε, στις δηλώσεις του μετά το πέρας της συνόδου, πως πρέπει να γίνουν περισσότερα, ώστε να αυξηθούν οι μισθοί και να μειωθούν οι ανισότητες.
Στο ίδιο κλίμα ο Καναδός πρωθυπουργός Τζάστιν Τριντό έγραψε στο τουίτερ πως «τα οφέλη της ανάπτυξης δεν μπορούν να περιορίζονται στο πλουσιότερο 1% του πληθυσμού, αλλά πρέπει να γίνονται αισθητά από όλους».
Φυσικά οι προτάσεις αυτές (όπως ακριβώς και οι προτάσεις της Ευρωμεσογειακής Συνόδου του Τσίπρα) αφορούν τους καπιταλιστές κι όχι τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού και φυσικά όχι τους εργαζόμενους. Ο ίδιος ο Τριντό φρόντισε να διευκρινίσει ότι η πρόταση για λιγότερη ανισοκατανομή δεν αφορά τους φτωχούς του πλανήτη, το 99%, αλλά ένα πολύ πολύ μικρότερο ποσοστό, δηλ. τη «μεσαία τάξη».
Η Κίνα
Σήμερα η Κίνα είναι η δεύτερη ισχυρότερη οικονομία στον κόσμο και έχει το μεγαλύτερο εμπόριο αγαθών. Είναι η τρίτη χώρα παγκόσμια ως προς την εξαγωγή κεφαλαίου σε άλλες χώρες, το οποίο μάλιστα αυξήθηκε κατά 62% τους πρώτους εφτά μήνες του 2016, φτάνοντας τα 100 δισ. δολάρια. Ακόμη και σε συνθήκες παγκόσμιας κρίσης, η Κίνα προσέφερε το 25% της ανάπτυξης που επιτεύχθηκε παγκοσμίως το 2015.
Γι’ αυτό τώρα αρχίζουν να βρίσκονται σε θέση άμυνας οι παλιοί ιμπεριαλισμοί, καθώς μεγάλοι κλάδοι του ευρωπαϊκού και του αμερικανικού κεφαλαίου νιώθουν τα χνώτα των Κινέζων ανταγωνιστών τους (ή έχουν ήδη ξεπεραστεί από αυτούς). Ακόμη και στις ίδιες τις ΗΠΑ, ο ένας από τους δύο υποψήφιους για την προεδρία, ο Τραμπ, εκφράζει αυτές τις τάσεις προστατευτισμού του αμερικανικού κεφαλαίου που πλέον δεν… του αρέσουν οι ανοικτές αγορές. Αντίστοιχα φαινόμενα προστατευτισμού υπάρχουν και στην Ευρώπη (Φάραντζ κ.λπ.).
Η σύνοδος
Σε κάθε περίπτωση οι εντυπωσιακές επιτυχίες του κινέζικου καπιταλισμού, σε σχέση με τη στασιμότητα των ανταγωνιστών του, όχι μόνο έδωσαν στην Κίνα το δικαίωμα να διοργανώσει τη σύνοδο, αλλά επέτρεψαν και στον πρόεδρό της να εξαγγείλει εν είδει παγκόσμιου εκπροσώπου του κεφαλαίου ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πακέτο. Ο Σι Τζιπίνγκ δήλωσε σχετικά ευγενικά στους Δυτικούς ότι απέτυχαν όσον αφορά τη διαιώνιση του καπιταλισμού: «Το να στηριζόμαστε μόνο σε νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές δεν λειτουργεί πλέον. Είμαστε αποφασισμένοι να ανοίξουμε ένα νέο δρόμο ανάπτυξης για να δώσουμε νέα πνοή στην παγκόσμια οικονομία».
Ο στόχος του Πεκίνου είναι να σπάσουν οι αυξανόμενες αντιστάσεις (που αναπτύσσονται στο εσωτερικό των πάλαι ποτέ μεγάλων ιμπεριαλισμών) ενάντια στο διμερές ελεύθερο εμπόριο και στην παγκοσμιοποίηση.
Το σχέδιο του κινέζικου καπιταλισμού ονομάζεται κωδικά «Μία ζώνη, ένα δρόμος» και αφορά ένα τεράστιο πρόγραμμα διασύνδεσης αγορών, λιμανιών, ενεργειακών αγωγών, τηλεπικοινωνιών, εμπορίου σε μια ζώνη που αφορά 64 κράτη, 4,4 δισεκατομμύρια ανθρώπους (δηλ. μια αγορά υπερδεκαπλάσια της αμερικανικής) και περίπου το 40% της παγκόσμιας οικονομίας. Η Ασιατική Τράπεζα Υποδομών και Επενδύσεων, το Ταμείο του Δρόμου του Μεταξιού και η Νέα Αναπτυξιακή Τράπεζα των BRICS «υπόσχονται» να εξασφαλίσουν μεγάλο μέρος των αναγκαίων πόρων. Η κινεζική εταιρία SWS Research υπολογίζει ότι μόνο για την κατασκευή των υποδομών του σχεδίου θα χρειαστεί να δαπανηθούν 3,26 τρισεκατομμύρια δολάρια!
Το Πεκίνο φαίνεται ότι είναι απολύτως αφοσιωμένο σε αυτό το σχέδιο ως τον κύριο μοχλό γεωοικονομικού μετασχηματισμού στην Ασία και τον Ειρηνικό, δένοντας το μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου με την Κίνα –και μετά με την Ευρώπη.
Ωστόσο, η νέα παγκοσμιοποίηση, που προτείνει και έχει ήδη ξεκινήσει το Πεκίνο, διαφέρει σημαντικά από την παγκοσμιοποίηση της Ουάσινγκτον. Η ειδοποιός διαφορά δεν είναι τόσο η έμφαση στον περιορισμό της ανισοκατανομής. Κυρίως είναι το γεγονός ότι η Κίνα θέλει ελεύθερες διμερείς σχέσεις στο εμπόριο, θέλει να εφαρμόζονται στην πράξη τα ιδεολογήματα του νεοφιλελευθερισμού για το laissez faire, γι’ αυτό θέλει να κινείται με άξονα τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Αντίθετα οι ΗΠΑ θέλουν να οργανώσουν την κυριαρχία τους στον κόσμο μέσω συμφωνιών όπως η TTIP και η TPP (ένα είδος εμπορικού ΝΑΤΟ που αποκλείει την Κίνα) κλπ, που ουσιαστικά πειθαναγκάζουν τους στρατιωτικούς συμμάχους τους να αποδεχτούν νέους κανόνες, υποκύπτοντας στην ισχύ των αμερικανικών εταιριών και των αμερικανικών αεροπλανοφόρων.
Αυτός είναι εξάλλου και ο τρόπος με τον οποίο οι ΗΠΑ ανταγωνίζονται πλέον την Κίνα: έχουν μεταφέρει το στρατιωτικό τους βάρος στον Ειρηνικό (η γνωστή φόρμουλα για το «pivot στην Ασία») και χρησιμοποιούν τις συνοριακές διαφορές όλων των γειτόνων της Κίνας με αυτή ως το πεδίο της γεωστρατηγικής αντιπαράθεσης Ουάσινγκτον-Κϊνας. Ωστόσο τα αεροπλανοφόρα πιθανόν δεν φτάνουν για να κατανικηθεί η ορμητική άνοδος του κινέζικου καπιταλισμού.
Λίγοι
Απέναντι στην κινέζικη αυτοπεποίθηση, οι εκπρόσωποι του δυτικού ιμπεριαλισμού στο Χανγκτσού φάνηκαν πολύ λίγοι. Την ώρα που το Πεκίνο εξήγγειλε το φαραωνικό του σχέδιο για τον καπιταλισμό του 21ου αιώνα, αυτοί επικεντρώνονταν σε  δευτερεύοντα ζητήματα ή τσακώνονταν μεταξύ τους με θλιβερή μιζέρια. Αμερικανοί και Ιάπωνες τα έβαζαν με τους Βρετανούς για το… Brexit, απειλώντας τους με κυρώσεις. Η Ουάσινγκτον διαμήνυσε στο Λονδίνο ότι δεν μπορεί να ελπίζει σε μια διμερή εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ πριν από την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων με την ΕΕ. Σε ανάλογο πνεύμα και η ιαπωνική κυβέρνηση εξέδωσε 15σέλιδο έγγραφο που προειδοποιεί τη Βρετανία ότι, εάν με το Brexit χαθούν για τις ιαπωνικές εταιρείες μερικά από τα πλεονεκτήματα της πρόσβασης στην ενιαία αγορά, αυτές θα αποχωρήσουν.
Οι προτάσεις του Ομπάμα για το μέλλον του καπιταλισμού παγκοσμίως περιορίστηκαν στο αίτημά του να ελεγχθεί η φοροαποφυγή των εταιριών και να υπάρξει δικαιότερη φορολόγηση. Ως «δίκαιη φορολόγηση» εννοούσε βέβαια ότι π.χ. η ΕΕ δεν θα πρέπει επιβάλλει πρόστιμα όπως αυτό των 13 δισ. ευρώ που επέβαλε στην αμερικανική Apple.
Ο Γιούνκερ, δηλ. η ΕΕ, για το μόνο το οποίο ακούστηκε ήταν η καταγγελία της «υπερβάλλουσας δυναμικότητας της κινεζικής βιομηχανίας» που κατά τη γνώμη του είναι «απαράδεκτη», καθώς έχει οδηγήσει σε απώλεια θέσεων εργασίας στην ευρωπαϊκή χαλυβουργία.
Σε κάθε περίπτωση η αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων αποτυπώθηκε στο κοινό ανακοινωθέν και με έναν άλλο τρόπο: στη δέσμευση ότι το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα θα μεταρρυθμιστούν έτσι ώστε μέχρι το 2017 οι BRICS να αναβαθμιστούν αισθητά στους δύο αυτούς οργανισμούς, έχοντας πολύ περισσότερη αποφασιστική εξουσία –σε βάρος ασφαλώς των παραδοσιακών Δυτικών «παικτών».
Το Πεκίνο φαίνεται να κερδίζει ραγδαία έδαφος. Ωστόσο το αν θα πετύχει το φαραωνικό του σχέδιο είναι αμφίβολο. Τα μόνα ποσά που ανακοινώθηκαν ως διαθέσιμα για να στηρίξουν το σχέδιο δεν ξεπερνούν τα 240 δισ. δολάρια, δηλ. πολύ λιγότερα από το 1/10 από όσο απαιτούνται για τις υποδομές μόνο. Για να πετύχουν το σχέδιό τους, οι Κινέζοι καπιταλιστές πρέπει να πείσουν κι άλλους μεγάλους ιμπεριαλιστές να τους ακολουθήσουν, να αντεπεξέλθουν στο αμερικανικό pivot στην Ασία (και με τη Χ. Κλίντον στην προεδρία η αμερικανική επιθετικότητα θα ενταθεί, κυρίως χρησιμοποιώντας τη συμφωνία ΗΠΑ-Φιλιππίνων του 1951 με την οποία η Ουάσινγκτον «οφείλει» να «υπερασπίζεται» και την τελευταία νησίδα των Φιλιππίνων), αλλά και να μη γνωρίσουν σοβαρές αντιστάσεις από τα κάτω.