Κοινοί αγώνες ενάντια στην καταστολή, τον κοινωνικό κανιβαλισμό και το σεξισμό

Ό σο περνούν οι μέρες, τα στοιχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας σε σχέση με την αποτρόπαια δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου από το λιντσάρισμα που δέχτηκε, καταρρίπτουν τους αρχικούς ισχυρισμούς τόσο του κοσμηματοπώλη όσο και των «ειδήσεων» που έβγαλαν τις πρώτες μέρες τα κανάλια της παραπληροφόρησης και της προπαγάνδας. Δεν έχουμε καμία πρόθεση να κάνουμε αστυνομικό ρεπορτάζ ούτε θέλουμε να παίξουμε το ρόλο του δικαστή. Ωστόσο, έχει σημασία να υπογραμμίσουμε ότι οι ισχυρισμοί περί απόπειρας ληστείας με την απειλή μαχαιριού, έχουν καταρριφθεί από τα στοιχεία και τις καταθέσεις αυτόπτων μαρτύρων, για να καταδειχθεί ότι αυτή η δολοφονία ήταν πολύ στυγνή από ό,τι θέλησε να παρουσιαστεί, αλλά και για να αποκαλυφθεί ένας μηχανισμός συγκάλυψης που επιχείρησε να δικαιολογήσει πολλούς διαφορετικούς «δράστες». 
Ο κοσμηματοπώλης, είναι ένας μικροϊδιοκτήτης που μάλλον έχει κάνει χρυσές δουλειές στα χρόνια των μνημονίων για να μπορεί να διατηρεί μια τέτοια επιχείρηση δίπλα στην Ομόνοια. Ο δεύτερος «συμμετέχων» στο βίαιο ξυλοδαρμό του Ζακ, είναι μέλος ακροδεξιάς-εθνικιστικής οργάνωσης, ιδιότητα που μάλλον εξηγεί το «ζήλο» του. Οι ένστολοι δολοφόνοι της ΕΛΑΣ χτυπούν και δένουν πισθάγκωνα έναν αιμόφυρτο άνθρωπο και εκπρόσωπός τους δηλώνει δημόσια και ανερυθρίαστα ότι «αυτές είναι οι πρακτικές της αστυνομίας και σε όποιον αρέσει». Τα ΜΜΕ, από την πρώτη στιγμή διέδιδαν ψευδείς πληροφορίες –τις οποίες διέδιδε προηγουμένως η αστυνομία- προσπαθώντας συστηματικά να συγκαλύψουν το γεγονός ενώ την ίδια ώρα έστηναν τηλε-δημοσκοπήσεις για την αποδοχή ή όχι του λιντσαρίσματος.
Το αντίπαλο μπλοκ
Ανεξάρτητα από το ποιο ήταν εντέλει το κίνητρο της δολοφονίας, ένα είναι σίγουρο: ακροδεξιά, παρακράτος, κράτος και ΜΜΕ δολοφονούν για άλλη μια φορά. Ο συγχρονισμός και η τόσο κοινή στάση αυτών των μηχανισμών είναι αποκαλυπτική και ταυτόχρονα εξοργιστική, γιατί υπενθυμίζει με τον πιο βίαιο και αποτρόπαιο τρόπο ότι ο ταξικός αντίπαλος δε διστάζει να δολοφονεί ό,τι θεωρεί μη αποδεκτό, μη «κανονικό», αχρείαστο, επικίνδυνο.
Όμως, αυτό που «ξέφυγε» από τους υπολογισμούς τους δεν ήταν μόνο τα βίντεο που δημοσιεύτηκαν τα επόμενα εικοσιτετράωρα της δολοφονίας ή οι μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων. Ήταν η μαζική απάντηση που δόθηκε στο δρόμο από το κίνημα, από τις ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεις, από την αριστερά, που πέρα από το προφανές αίτημα του να καταδικαστούν οι ένοχοι, δεν άφησε το θέμα να ξεχαστεί και, πιο σημαντικά, έφερε στην επιφάνεια και μία «άλλη» ατζέντα ζητημάτων: αυτά του σεξισμού και των ομοφοβικών επιθέσεων.
Ο Ζακ ήταν ακτιβιστής της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και κανείς δεν μπορεί να αποσιωπήσει αυτήν του την ιδιότητα ή/και τα σκληρά βιώματα ομοφοβικών επιθέσεων που είχε στο παρελθόν, όταν καταπιάνεται με τα όσα τραγικά συνέβησαν στην Γλάδστωνος. Όπως και να’ χει, το γεγονός ότι ήταν ένας γνωστός ακτιβιστής των κοινωνικών κινημάτων, γκέι και οροθετικός που δολοφονήθηκε μέρα μεσημέρι με αυτόν το βάναυσο τρόπο, «φώτισε» τη δολοφονία με διαφορετικό τρόπο και της έδωσε άλλες διαστάσεις, πολιτικά και κοινωνικά. 
Οι ομοφοβικές και σεξιστικές επιθέσεις αποτελούν αναπόσπαστη «εμπειρία» για την καθημερινότητα των γκέι, των λεσβιών, των τρανς και γενικώς της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Στις απαντήσεις που δόθηκαν με μαζικό τρόπο στο δρόμο επιχείρησαν να αναδείξουν τη δολοφονική βιαιότητα της αυτοδικίας, τη βιαιότητα της κρατικής καταστολής, τον άθλιο ρόλο των ΜΜΕ αλλά και τη σκληρή πραγματικότητα των σεξιστικών-ομοφοβικών επιθέσεων. 
Σε αυτές τις απαντήσεις, με δύο πολύ μαζικές διαδηλώσεις, πρωταγωνίστησαν οι οργανώσεις της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, κάνοντας πολιτική στο δρόμο, αποδεικνύοντας ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινότητας είναι πιο πολιτικοποιημένο, πιο ριζοσπαστικό και δεν περιορίζεται στα ετήσια pride. Δυστυχώς, τα αντανακλαστικά των οργανώσεων της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής αριστεράς ήταν κατώτερα των περιστάσεων. Η καταρχήν επιλογή μίας (μικρής) πορείας μονάχα των οργανώσεων της Αριστεράς, πέρα από την προφανή έλλειψη συντονισμού με την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, δεν βοήθησε καθόλουσε μία κατεύθυνση συντονισμού, κοινής οργάνωσης των κινηματικών απαντήσεων, μαζικοποίησης και πολιτικοποίησης των διαδηλώσεων.
Το αντανακλαστικό που έδειξε η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, ζητώντας δικαιοσύνη για τον Ζακ, να ανοίξει και το ζήτημα της δικής τους σκληρής καθημερινότητας είναι σημαντικό βήμα. Ο υπερθεματισμός γύρω από τα ζητήματα του σεξισμού και της ομοφοβίας είναι κατανοητός σε αυτό το πλαίσιο, αλλά εμπεριέχει έναν κίνδυνο αποπροσανατολισμού από την εικόνα ενός ταξικού αντιπάλου που δε στοχοποιεί μόνο τους/τις ΛΟΑΤΚΙ αλλά κάθε «διαφορετικό» κι «αντίπαλο», έχοντας στην υπηρεσία του τους μηχανισμούς του κράτους, του παρακράτους, της «δικαιοσύνης», των ΜΜΕ. Ο ίδιος κίνδυνος εμφανίζεται και αντίστροφα σε ένα τμήμα της Αριστεράς, που υποτιμά το σεξισμό και την ομοφοβία.
Ανάγκη κοινής δράσης
Ωστόσο, μόνο η κοινή και συντονισμένη δράση των ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεων και των οργανώσεων της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής αριστεράς έχει τη δυνατότητα καταρχήν να απευθυνθεί σε πολύ μαζικότερα ακροατήρια, αναδεικνύοντας όλη την «ατζέντα» σε όλους/ες τους/ις αγωνιστές/τριες των κοινωνικών κινημάτων, των σωματείων, των συλλογικοτήτων γειτονιάς, των αντιφασιστικών πρωτοβουλιών, των φοιτητικών συλλόγων.
Αυτό, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο και για τη δικαστική έκβαση της υπόθεσης, καθώς η αλληλεγγύη του κόσμου έξω από τις δικαστικές αίθουσες και η πολιτική-κοινωνική πίεση που θα ασκηθεί για να καταδικαστούν οι ένοχοι μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο, πόσο μάλλον όταν όλοι και όλες γνωρίζουμε το ρόλο της αστικής δικαιοσύνης.
Με αυτόν τρόπο μπορούν να χτιστούν και σχέσεις μεγαλύτερης πολιτικής εμπιστοσύνης αλλά και αλληλεγγύης μεταξύ των ακτιβιστών/τριών των ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεων, των οργανώσεων της Αριστεράς αλλά και ευρύτερα των κινημάτων. Επίσης, αυτή είναι και η προϋπόθεση για την οικοδόμηση ενός «τείχους προστασίας» στο δρόμο, στις γειτονιές μας, στους χώρους δουλειάς απέναντι στον κοινωνικό κανιβαλισμό, την κρατική καταστολή, το σεξισμό και την ομοφοβία.