Στην κατάμεστη αίθουσα της ΕΣΗΕΑ πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 29/2 η εκδήλωση του Κόκκινου Δικτύου (ΚΔ) «Μνημόνιο 3, Κρίση, Ανατροπή - Τι Αριστερά χρειαζόμαστε;», με πλούσια κουβέντα και ενδιαφέροντα συμπεράσματα, όπως έδειξε και η θετική ανταπόκριση του κοινού.

Σε μια κρίσιμη και σύνθετη συγκυρία σοβαρών κοινωνικών αντιστάσεων απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που επιχειρεί να επιβάλει το μνημόνιο Τσίπρα, αλλά και βαθιάς οικονομικής και πολιτικής κρίσης σε μια Ευρώπη-φυλακή λιτότητας και ρατσισμού, έχει ανοίξει η συζήτηση για την αναγκαία και επείγουσα εναλλακτική, από τη σκοπιά των εργαζομένων και της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. 
Το ΚΔ, ανταποκρινόμενο σε αυτή την ανάγκη, διοργάνωσε την εκδήλωση αυτή με κεντρικό ομιλητή τον Αντώνη Νταβανέλο και μια σειρά από παρεμβάσεις συντρόφων και συντροφισσών (Δημήτρης Στρατούλης, Ηλίας Ιωακείμογλου, Τάσος Κορωνάκης, Μάνια Μπαρσέφσκι, Ελένη Πορτάλιου, Δημήτρης Σαραφιανός και Παναγιώτης Σωτήρης) που βρίσκονται εντός ή εκτός της Λαϊκής Ενότητας (ΛΑΕ), αλλά με κοινή αγωνία για το πρόγραμμα, τις συμμαχίες, την οργανωτική συγκρότηση, τις κινηματικές και πολιτικές πρωτοβουλίες που χρειάζεται η Αριστερά σήμερα ώστε να είναι αποτελεσματική και χρήσιμη, με ένα νικηφόρο πολιτικό σχέδιο για τον κόσμο μας. 
Εκ μέρους των διοργανωτών, ο Α. Νταβανέλος αναφέρθηκε στην ορατή πολιτική κρίση λίγο μόνο καιρό μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 20ής Σεπτέμβρη, σημειώνοντας ότι αυτός ο παράγοντας πιέζει το χρόνο για την ανασύνταξη του κινήματος και της Αριστεράς. Μιλώντας για τους προγραμματικούς άξονες «μιας πολιτικής αντιλιτότητας υπέρ των εργαζομένων και κατά της κυρίαρχης τάξης», στάθηκε στη διαγραφή του χρέους και την εθνικοποίηση των τραπεζών, στο σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων και σε μια «δήμευση κερδών» του κεφαλαίου, ενώ για να υλοποιηθούν όλα τα παραπάνω εκτίμησε ότι είναι απαραίτητη η ρήξη με την Ευρωζώνη. Ιδιαίτερα τόνισε την ανάγκη συγκρότησης μιας «κοινής κοίτης» της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, όπου ένας «κρίσιμος τόπος» σύμφωνα με το ΚΔ είναι η ΛΑΕ. Η τελευταία οφείλει να συγκροτηθεί με μετωπική αντίληψη και δημοκρατική λειτουργία, με θαρραλέες επιλογές και διεύρυνση τόσο προς τη Δικτύωση Ριζοσπαστικής Αριστεράς όσο και προς τις αντισεχταριστικές δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (βλ. σελ. 12). 
Ο Δ. Στρατούλης σημείωσε ότι «η αντιμνημονιακή-δημοκρατική ανατροπή είναι όσο ποτέ αναγκαία, για να σταματήσουμε τη συντελούμενη καταστροφή. Είναι όμως και εφικτή, εάν συγκροτηθεί ένα πλατύ πολιτικό μέτωπο αριστερών και αντιμνημονιακών οργανώσεων, συλλογικοτήτων και αγωνιστών, το οποίο μπορεί να ανοίξει νέους, εναλλακτικούς και ελπιδοφόρους δρόμους για το λαό και τη νεολαία». Εκτίμησε ότι η ΛΑΕ μπορεί να συμβάλει καθοριστικά σε αυτό τον στόχο, τόσο με την πολιτική και προγραμματική ανασύνταξή της όσο και με την ενεργή συμμετοχή της στους λαϊκούς και εργατικούς αγώνες και κυρίως εμβαθύνοντας και κάνοντας πιο πειστική την εναλλακτική πρότασή της. 
Ο Η. Ιωακείμογλου υπογράμμισε ότι η κρίση του καπιταλισμού είναι μπροστά μας: αφενός η επιβράδυνση της παραγωγικότητας της εργασίας, αφετέρου η μείωση του μεριδίου του ΑΕΠ που διατίθεται για τη συντήρηση και την αναπαραγωγή των υποτελών τάξεων, τις οδηγεί στην εξαθλίωση και μεγαλώνει ο κίνδυνος περιθωριοποίησης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Συνεπώς, κατά τη γνώμη του, η κρίση γίνεται όλο και περισσότερο «διαρθρωτική, αφορά δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο είναι χτισμένο το σύστημα, και μπορεί να λυθεί μόνο με διαρθρωτικά μέτρα, είτε μέτρα της αστικής τάξης κατά των δυνάμεων της εργασίας, είτε μέτρα των εργαζόμενων τάξεων κατά του κεφαλαίου. Είναι αδύνατο να παλέψουμε για μια αντικαπιταλιστική έξοδο από την κρίση χωρίς να θίξουμε τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής στην ίδια τη βάση του, δηλαδή στις σχέσεις ιδιοκτησίας, στις σχέσεις παραγωγής και στη διαδικασία αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης». Έτσι, απέναντι στην αστική τάξη που δεν διαθέτει ηγεμονικό σχέδιο, η Αριστερά πρέπει να έχει ως ηγεμονικό σχέδιο το σοσιαλισμό. «Η δική μας Αριστερά, λοιπόν, πρέπει να είναι αντικαπιταλιστική και να αναφέρεται στο σοσιαλισμό», είπε χαρακτηριστικά. 
Από την πλευρά της η Μ. Μπαρσέφσκι επισήμανε ότι η υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ είχε επίδραση τόσο στην ελληνική όσο και στην παγκόσμια Αριστερά: «Το μήνυμα της ΤΙΝΑ που εξέπεμψε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά την άρνηση της δυνατότητας ριζοσπαστικής χειραφέτησης και ρήξης με το νεοφιλελεύθερο σχέδιο». Με αυτοκριτική διάθεση για τα λάθη που έκαναν όσοι σύντροφοι-ισσες βρεθήκαν στον ΣΥΡΙΖΑ τα προηγούμενα χρόνια, τόνισε ότι «η έξοδος από την Ευρωζώνη ή και την ΕΕ δεν συνεπάγεται άρνηση του διεθνούς ταξικού πεδίου πάλης και εθνική αναδίπλωση». Παράλληλα σημείωσε ότι από τώρα οφείλουμε να επιδιώξουμε τη δημιουργία συλλογικών δομών στους κοινωνικούς χώρους, που θα οργανώσουν την κοινωνική αλληλεγγύη και θα αντιμετωπίσουν τα προβλήματα σε μια μεταβατική περίοδο, ασκώντας εργατικό-λαϊκό έλεγχο σε μια αριστερή κυβέρνηση. Δομικά στοιχεία του απελευθερωτικού προτάγματος είναι ο αγώνας για τα δικαιώματα προσφύγων και μεταναστών και η εναντίωση στην Ευρώπη-φρούριο. Τέλος, μπροστά στον κίνδυνο σεχταριστικών αναδιπλώσεων, προέκρινε την «επανεκκίνηση της προσπάθειας ανασυγκρότησης της Αριστεράς και της δημιουργίας ενός μεγάλου αντιμνημονιακού μετώπου με ριζοσπαστικά και αλληλέγγυα χαρακτηριστικά πραγματικής ταξικής μεροληψίας υπέρ των συμφερόντων της εργατικής τάξης, με δημοκρατικές συλλογικές διαδικασίες». 
Η Ε. Πορτάλιου μιλώντας για την επανίδρυση της Αριστεράς απαρίθμησε «κακές συνήθειες» του πρόσφατου συριζαϊκού παρελθόντος που δεν πρέπει να αναπαραχθούν και στη ΛΑΕ, και έκανε ορισμένες χρήσιμες επισημάνσεις για τη σχέση κοινωνικού/πολιτικού: «Η οποιαδήποτε βαθιά κοινωνική και πολιτική αλλαγή δεν έγινε ποτέ στην ιστορία χωρίς εξέγερση και χωρίς αυτοπρόσωπη συμμετοχή των λαϊκών τάξεων σε ένα σχέδιο το οποίο αποτυπώνει τις δικές τους ανάγκες και δυνατότητες. Ένα πολιτικό σχέδιο που επαφίεται και στη δική τους πρωτοβουλία τόσο για να εκπονηθεί όσο και για να επιβληθεί και να εφαρμοστεί. Είδαν και αποείδαν οι άνθρωποι ότι δεν υπάρχουν σωτηριολογικές λύσεις από τα πάνω και ανέλαβαν να υπερασπιστούν την επιβίωση και το δίκιο τους μέσα από τις κοινωνικές οργανώσεις που μαζικοποιήθηκαν, με αυτοοργάνωση και με τη δική τους άμεση συμμετοχή. Στον πολιτικό ορίζοντα όμως δεν διαφαίνονται ανάλογα σημεία μιας νέας προβληματικής για τη σχέση πολιτικού/κοινωνικού και για την Αριστερά σήμερα». 
Ο Τ. Κορωνάκης εκτίμησε ότι η συστημική διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ και σήμερα η μετάλλαξή του σε εγγυητή του τρίτου μνημονίου, δηλαδή του καθεστώτος πειθάρχησης και αναδιανομής, οξύνει την κρίση εμπιστοσύνης, δημιουργεί φαινόμενα αντιπολιτικής και στρώνει το έδαφος στην ακροδεξιά, που επιστρέφει στο λόγο του «όλοι ίδιοι είναι». Ως άμεση προτεραιότητα για την Αριστερά έθεσε την αποδόμηση του δόγματος του ΤΙΝΑ, ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι ο μοναδικός δρόμος. «Αυτό αφορά τόσο το πολιτικό σχέδιο όσο και τον τρόπο συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου και την καθημερινή πρακτική του, επειδή εκεί κρύβονται πράγματα που δεν εμφανίζονται στο επίπεδο της ρητορείας, όπως συνέβη και στον ΣΥΡΙΖΑ». 
Για την κρίσιμη περίοδο της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ τόνισε ότι «όση πίεση και να ασκήθηκε στην κυβέρνηση, κανείς δεν την πίεσε να γίνει ο εφαρμοστής του μνημονίου». Συνεχίζοντας υποστήριξε ότι το βασικό είναι «πώς σπας το πλαίσιο του εκβιασμού», κάτι που δεν επιχειρήθηκε το κρίσιμο εξάμηνο της διαπραγμάτευσης (π.χ. ο έλεγχος των τραπεζών, μέτρα υπέρ των εργαζομένων όπως οι ΣΣΕ). 
Μιλώντας για την πορεία προς την κυβέρνηση το διάστημα 2012-15, έκανε λόγο για εμφάνιση φαινομένων «κυβερνητισμού, λαϊκισμού και μιας αφήγησης περί ομαλής μετάβασης στην εποχή διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, με αποτέλεσμα να λειαίνουν οι γραμμές μας». 
Για τη σύγκρουση με την Ευρωζώνη υπογράμμισε: «Το ευρώ είναι μηχανισμός επιβολής, που δεν υπόκειται στους συσχετισμούς σε κάθε χώρα, άρα αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να μείνεις ή να φύγεις. Στόχος της Αριστεράς πανευρωπαϊκά πρέπει να είναι η διάλυση της Ευρωζώνης, που αναγκαστικά θα ξεκινήσει από μια χώρα με αριστερή κυβέρνηση που θα πάει σε μια διαδικασία ισχυρών συγκρούσεων για να προσπαθήσει να εφαρμόσει ένα διαφορετικό πρόγραμμα. Για να βγούμε νικητές από αυτό χρειάζεται να προετοιμαστούμε γι’ αυτές τις συγκρούσεις και να μην τις ωραιοποιήσουμε». 
Για το πολιτικό σχέδιο, υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι «χρειαζόμαστε ένα σχέδιο που θα αξιοποιεί την περίοδο 2012-15, που είχαμε μια ανάθεση της κινηματικής διαδικασίας στην πολιτική λύση. Χρειαζόμαστε ένα κοινό σχέδιο κοινωνικών αντιστάσεων και Αριστεράς που θα αμφισβητεί συνολικά το σύστημα και θα βάζει τον αντικαπιταλισμό στο σήμερα, με άμεση προτεραιότητα να αναταχθεί το ηθικό του κόσμου που έχει πλούσιες εμπειρίες μάχης από τα προηγούμενα χρόνια».
Μιλώντας και αυτοκριτικά, είπε ακόμη: «Να δώσουμε το μήνυμα ότι καταλάβαμε τα λάθη μας και να γίνουμε συγκριμένοι σε αυτά. Να μιλήσουμε για τον τρόπο λειτουργίας του ΣΥΡΙΖΑ, για τα επάλληλα κέντρα γύρω από τον πρόεδρο, για να μην υπάρχει κέντρο απόφασης, και τελικά υπήρχαν κέντρα δύναμης που διαβουλεύονταν με τον πρόεδρο για να παρθεί μια απόφαση». 
Τέλος πρότεινε μια διαδικασία που θα ανοίξει στα μέλη της Αριστεράς και στους κοινωνικούς χώρους, μια ανοιχτή διαδικασία συζήτησης για το σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού, «που θα πάμε από το πρόγραμμα στο υποκείμενο». Και εκεί θα έχει θέση κάθε συλλογικότητα που αντιστέκεται στο μνημόνιο από τα αριστερά, σωματεία, κινήσεις αλληλεγγύης. 
Ο Δ. Σαραφιανός επισήμανε πως «δεν είναι δεδομένο ότι από τις τωρινές κινητοποιήσεις θα πάμε απαραίτητα αριστερά. Έχουν γίνει προσπάθειες συντονισμού, αλλά δεν έχει φτιαχτεί ένας πόλος που αμφισβητεί τουλάχιστον τις μνημονιακές ρυθμίσεις. Η δεξιά γραμμή της κυβέρνησης στο Προσφυγικό, η γραμμή της ΕΕ για να μην έρθουν πρόσφυγες εδώ, ενισχύει και την ακροδεξιά σε ιδεολογικό επίπεδο». 
Μια ενιαιομετωπική Αριστερά θα κινείται μέσα στα πλαίσια αυτού που λέγεται μεταβατικό πρόγραμμα και μέσα στα πλαίσια αυτού του προγράμματος υπάρχουν κάποιοι κόμβοι. Ένας βασικός είναι το ζήτημα του ευρώ, που είναι πρόγραμμα, είναι πυκνωτής του συνασπισμού εξουσίας για να σταθούν όλες οι μερίδες του κεφαλαίου δίνοντας πλήγματα στις λαϊκές μάζες. Όσο απομακρύνεται κανείς από τον κόμβο τόσο πιο ακίνδυνη Αριστερά είναι.
Χρειάζεται να ακολουθηθεί ένας άλλος δρόμος, αντικαπιταλιστικός, όπως είπε: «Οι ευκολίες τελείωσαν με τον ΣΥΡΙΖΑ. Πρέπει να εξηγήσουμε πώς θα διασφαλίσουμε τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων μετά την έξοδο από το ευρώ. Απαντήσεις ότι θα αξιοποιήσουμε τα κοινοτικά κονδύλια για να εξασφαλίσουμε την επάρκεια ή συμμαχίες με μερίδες του κεφαλαίου ή να βρούμε χώρες όπως η Ρωσία ή η Κίνα να μας χρηματοδοτήσουν δεν γίνονται πλέον πιστευτές. Άρα χρειαζόμαστε ένα πρόγραμμα συγκροτημένο, συμπυκνωμένο, σε κατεύθυνση σύγκρουσης με το σύνολο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και με το σύνολο των μερίδων του κεφαλαίου εντός χώρας. Γι’ αυτό και αυτός ο δρόμος είναι αντικαπιταλιστικός. Θα τους βρούμε όλους απέναντί μας».
Κλείνοντας, σημείωσε ότι «χρειαζόμαστε μια γραμμή μαζών. Μέσα από τους αγώνες συγκροτούμε ένα πλατύ μαζικό, λαϊκό μέτωπο αντιπολίτευσης, χωρίς να περιμένει κανείς να του αναθέσει την κυβερνητική εξουσία, στις σημερινές συνθήκες. Και με την παρέμβασή μας στους κοινωνικούς αγώνες, και με τον τρόπο που θα οργανώσουμε την πολιτική συζήτηση και στα πλαίσια του συνεδρίου της ΛΑΕ, την καθημερινή μας δράση στα συνδικάτα, στην τοπική αυτοδιοίκηση, πρέπει να δείχνουμε αυτή την κατεύθυνση σύγκρουσης, ότι σπάμε με την πολιτική των μνημονίων». 
Παίρνοντας το λόγο ο Π. Σωτήρης μίλησε για μια πολλαπλή αποτυχία της Αριστεράς: «Οποιαδήποτε κουβέντα για την Αριστερά που δεν ξεκινά από την παραδοχή ότι τα χρόνια των μνημονίων δοκιμάστηκαν και απέτυχαν, έστω και με διαφορετικούς τρόπους, όλες οι εκδοχές Αριστεράς θα πρέπει να θεωρείται εκ προοιμίου προβληματική. Το γεγονός ότι η Ελλάδα βρέθηκε να είναι, υπό το βάρος του λαϊκού παράγοντα, η χώρα με την πιο αποσταθεροποιημένη ηγεμονία των αστικών δυνάμεων εδώ και δεκαετίες στην Ευρώπη, αλλά κατέληξε να είναι μια χώρα όπου μια εκδοχή Αριστεράς εφαρμόζει πολιτικές Πινοσέτ μιλάει από μόνο του. Σε μια χώρα που έμπαινε θέμα εξουσίας ασχολούμασταν με το να υποστηρίζουμε την αδυνατότητα της αριστερής κυβέρνησης. Τη στιγμή που έμπαινε, ως ιστορική δυναμική και απαίτηση, το Αριστερό Μέτωπο, με έσχατη στιγμή τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, προκρινόταν η αναζήτηση των διαφορών και των διασπάσεων».
Στη συνέχεια προχώρησε σε παρατηρήσεις για το εγχείρημα της ΛΑΕ, και σε ό,τι αφορά τις προγραμματικές αιχμές και τη λειτουργία του εγχειρήματος: «Δεν βαθαίνουμε το πρόγραμμα και προς την κατεύθυνση της αποφασιστικής ρήξης συνολικά με το ευρωσύστημα, αντίθετα αναπαράγουμε ακόμη αυταπάτες για έξοδο από το ευρώ αλλά αξιοποίηση της ΕΕ, ούτε όμως το βαθαίνουμε και προς την κατεύθυνση μιας σύγχρονης ταξικής οπτικής, που να αναδεικνύει τον εργατικό έλεγχο, την αυτοδιαχείριση, τον πειραματισμό, την αλλαγή στις μορφές οργάνωσης ως τον κόμβο, γιατί δεν αρκεί η λογική που λέει εθνικό νόμισμα, δημόσια δαπάνη, ρευστότητα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Να το πούμε διαφορετικά: επειδή το ευρώ δεν είναι απλώς ότι στερούμαστε τη δυνατότητα υποτίμησης, αλλά είναι ένα ολόκληρο καθεστώς, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο και η ρήξη με το ευρώ είναι κεντρικός στόχος, που πρέπει όμως να συνδυάζεται με ένα πρόγραμμα ανατροπών σε σοσιαλιστική κατεύθυνση και όχι απλώς ένα πρόγραμμα “αυξημένης ρευστότητας και υποτίμησης”. Δεν κάνουμε την αποφασιστική και αναγκαία ρήξη όχι απλώς με τις παρατάξεις του ΣΥΡΙΖΑ στο συνδικαλισμό και την Αυτοδιοίκηση, αλλά πάνω απ’ όλα με μια γραφειοκρατική, συστημική λογική και αντίληψη της πολιτικής».
Και ως προς το «τι μπορούμε να κάνουμε», σημείωσε μεταξύ άλλων: «Θα επεξεργαστούμε συλλογικά, από τα κάτω, με βάση την εμπειρία και την αγωνία του κόσμου του αγώνα, ένα εναλλακτικό πρόγραμμα που να έχει ως αφετηρία την έξοδο από την Ευρωζώνη, τη ρήξη με την ΕΕ, τη διαγραφή του χρέους, αλλά πυρήνα μια σύγχρονη στρατηγική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού σε ρήξη με όλες τις αυταπάτες περί “καλής ανάπτυξης” της ιστορικής Αριστεράς. Θα παραδεχτούμε ότι η ΛΑΕ σήμερα δεν είναι “το” μέτωπο αλλά βήμα για το μέτωπο, και να διαμορφώσουμε επιτέλους τη μεγάλη, αναγκαία ανοιχτόκαρδη συζήτηση της Αριστεράς και να αναμετρηθούμε πραγματικά με τη διαμόρφωση ενός πολιτικού μετώπου που να είναι πραγματικά σημείο συνάντησης και πολιτικό εργαστήρι μιας νέας Αριστεράς. Να δοκιμάσουμε πρώτα εμείς, μέσα στη ΛΑΕ, ένα μέτωπο που να μην είναι γραφειοκρατία, “διάδρομος”, ίντριγκα, μικροηγεμονισμοί, κατοχυρώνοντας βασικές πλευρές μιας δημοκρατικής λειτουργίας». 
Η συστηματική συνέχιση αυτής της συζήτησης ανάμεσα στις δυνάμεις της Αριστεράς αποτελεί βασικό μέλημα του ΚΔ και θα εξακολουθήσει να είναι και το επόμενο διάστημα, όπως τόνισαν και οι συντονίστριες της εκδήλωσης Μαρία Μπόλαρη και Έλενα Ψαρρέα. 

 

(Φωτογραφία Δ. Ασπιώτης)