«Ας τα βρουν λοιπόν μεταξύ τους ο Τσίπρας, ο Αλαβάνος, ο Λαφαζάνης, ο ΣΥΝ, η ΚΟΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κλπ. και ας αφήσουν τα προεκλογικά καλέσματα «ενότητας» προς το ΚΚΕ… Από τα πάνω μόνο “συγκολλήσεις σκορποχωρίων” μπορούν να συμβούν και όχι αυθεντικά λαϊκά μέτωπα με στόχο τη ριζική ανατροπή του καπιταλισμού». («Ριζοσπάστης» 18/3, του Δημ. Κουτσούμπα, μέλους του Π.Γ. του ΚΚΕ).

Συνεχίζουν στο «Ριζοσπάστη» τα «σεντόνια» καταγγελίας της ενότητας δράσης της Αριστεράς και ειδικότερα της καταγγελίας του ΣΥΡΙΖΑ. Η πυκνότητα των άρθρων και οι «βαριές» υπογραφές (Κουτσούμπας, Μαΐλης, Γόντικας) δείχνουν ότι, πέρα από την αυτονόητη «οχύρωση» λόγω προεκλογικής περιόδου, η ηγεσία του ΚΚΕ αναφέρεται σε ένα εσωτερικό ακροατήριο, απαντά σε πιεστικές ερωτήσεις μελών και οπαδών του κόμματος.

Όπως συνήθως, το ΚΚΕ επιχειρεί να δώσει τις απαντήσεις από τη σκοπιά μιας κάποιας μαρξιστικής ορθοδοξίας και επαναστατικής, τάχα, καθαρότητας. Δεν μας ενδιαφέρει εδώ να αναδείξουμε τις αντιφάσεις αυτής της επιχειρηματολογίας (π.χ. από μαρξιστική σκοπιά είναι άλλο η εργατική εξουσία και άλλο η «λαϊκή εξουσία», όπως επίσης άλλο είναι το εργατικό-ενιαίο μέτωπο και άλλο το λαϊκό μέτωπο). Μας ενδιαφέρουν τα πιο άμεσα πολιτικά επιχειρήματα. Πράγματι, «από τα πάνω» δεν χτίζεται ενότητα της Αριστεράς. Όμως τι εμποδίζει το ΚΚΕ (την πιο μεγάλη οργανωτικά δύναμη) να επιβάλει την ενότητα «από τα κάτω», αυθεντικά μέσα στο εργατικό κίνημα και με βάση τις ανάγκες των εργαζομένων; Τι εμποδίζει το ΚΚΕ –αν έχει αυθεντική μαρξιστική «καθαρότητα»– να δεχθεί την ενότητα στη δράση και με εμπιστοσύνη στις απόψεις του να συντρίψει την επιρροή των «οπορτουνιστών» και να οδηγήσει τις συνεργασίες στην κατεύθυνση της «ριζικής ανατροπής του καπιταλισμού»;

Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο τίτλος του άρθρου του Δημ. Κουτσούμπα (Γιατί ψήφος στο ΚΚΕ): Γιατί το ΚΚΕ σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο διεκδικεί κυρίως την αύξηση της εκλογικής του δύναμης. Πέρα από τα «μαρξιστικά» φτιασίδια και τις επαναστατικές, τάχα, καθαρότητες, το ΚΚΕ ξεδιπλώνει μιαν απίστευτη εκλογοκεντρική τακτική που ακόμα και πολλά μέλη του κατανοούν ότι είναι κατώτερη των περιστάσεων.

Ο Μ. Μαΐλης ισχυρίζεται ότι το ΚΚΕ είναι το μόνο κόμμα για το οποίο οι εργαζόμενοι μπορούν «να είναι σίγουροι ότι δεν θα τους πει αύριο διαφορετικά πράγματα από αυτά που λέει και κάνει σήμερα». Παρεμπιπτόντως, η ιστορία δίνει άλλα συμπεράσματα. Και παλιότερα το ΚΚΕ επιχείρησε συγκέντρωση δυνάμεων με κέντρο την «αριστερή» επιχειρηματολογία. Και όταν το πέτυχε, ακολούθησε μια βίαιη στροφή δεξιά, προς τον κοινοβουλευτισμό, το ρεαλισμό κ.λπ. (με τελευταίο τέτοιο σταθμό το 1989…).

Όμως τα κόμματα κρίνονται πολιτικά από τους ισχυρισμούς και τις απόψεις της παρούσας ηγεσίας τους. Έτσι οφείλουμε να δεχτούμε ως ειλικρινείς τις επιλογές της ηγεσίας του ΚΚΕ. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τους ίδιους: που οφείλουν να αντιμετωπίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ με τις σημερινές απόψεις του (και όχι π.χ. τις απόψεις της Δαμανάκη ή του Κωνσταντόπουλου) και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ με βάση τη σημερινή πολιτική της (και όχι τους παλιούς «λογαριασμούς» με το ΝΑΡ και τη διάσπαση του 1989).

Από αυτή την άποψη, αν το ΚΚΕ θέλει πραγματικά «να γίνουν οι εργαζόμενοι πρωταγωνιστές και ρυθμιστές τους μέλλοντός τους» (όπως μας λέει ο Μ. Μαΐλης), οφείλει να αναρωτηθεί πώς μπορεί να συμβάλει εδώ και τώρα στην κλιμάκωση των αγώνων τους. Και τότε θα διαπιστώσει ότι η στροφή προς την ενότητα στη δράση της Αριστεράς –σαν βασική προϋπόθεση ενός κοινωνικού ενιαίου μετώπου– είναι απαραίτητη και επιβεβλημένη. Τόσο, που γίνεται πλέον άμεσα κατανοητή ως ανάγκη από ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου του ΚΚΕ.