Η ελληνική κυβέρνηση συναινεί πρόθυμα

Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στη Βαρσοβία ήταν αποκαλυπτική για τις διαθέσεις της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας, το ρόλο που διεκδικεί ως «παγκόσμιος χωροφύλακας», το νέο «ψυχροπολεμικό» σκηνικό που στήνεται στην ανατολική Ευρώπη, αλλά και τις αμερικανικές επιδιώξεις στο αβέβαιο τοπίο της ανάδυσης ενός «πολυπολικού κόσμου».
Μετά τη Σύνοδο, ή στο πλαίσιό της, περίσσεψαν οι «ειρηνικές» δηλώσεις καλής θέλησης. Για τη Γαλλία, «η Ρωσία δεν είναι ένας αντίπαλος, δεν συνιστά απειλή» δήλωσε ο Φρανσουά Ολάντ. «Η Ρωσία δεν μπορεί και δεν πρέπει να απομονωθεί» δήλωσε ο γενικός γραμματέας της Συμμαχίας, Γιενς Σόλτενμπεργκ. «Κανείς δεν επιθυμεί έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο» είναι η κοινή συνισταμένη των δηλώσεων διάφορων δυτικών αξιωματούχων.
Οι πράξεις όμως μετράνε περισσότερο από τα λόγια. Λίγο πριν από αυτές τις όμορφες δηλώσεις, είχε αποφασιστεί η ανάπτυξη τεσσάρων πολυεθνικών ταγμάτων σε Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία και Πολωνία, η εγκατάσταση νατοϊκής μεραρχίας στη Ρουμανία, όπως και το σχέδιο εγκατάστασης αντιπυραυλικής ασπίδας σε Ρουμανία και Πολωνία. Λίγες βδομάδες  νωρίτερα, άλλωστε, είχε διεξαχθεί επί πολωνικού εδάφους μια στρατιωτική άσκηση 31.000 στρατιωτών, 3.000 οχημάτων, 105 αεροσκαφών και 12 πολεμικών πλοίων, με την καθ’ όλα... καθησυχαστική προς τη Ρωσία κωδική ονομασία «Ανακόντα».
Οι Financial Times, που δεν έχουν ανάγκη τη γλώσσα της διπλωματίας, παραδέχτηκαν πως η λογική του ΝΑΤΟ «παραπέμπει αναπόφευκτα σε εκείνη του Ψυχρού Πολέμου».
Αυτό ακριβώς εξελίσσεται στην ανατολική Ευρώπη. Η «περικύκλωση της Ρωσίας» είναι από καιρό στρατηγικός στόχος της Ουάσινγκτον από τη δεκαετία του ’90. Η σημερινή επιτάχυνση-κλιμάκωση, όμως, έρχεται στο φόντο μιας όξυνσης του ανταγωνισμού. Αν ο Πούτιν αισθάνεται αρκετά ισχυρός για να κάνει «επίδειξη νέων όπλων» στη Συρία, αρκετά μακριά από την «αυλή του», ο Ομπάμα απαντά υπενθυμίζοντάς του ότι μπορεί να κάνει «επίδειξη όπλων» στην ίδια την «αυλή του», εκμεταλλευόμενος και (δικαιολογημένους ή αδικαιολόγητους) φόβους των κρατών που ανήκαν στο παρελθόν στην αυτοκρατορία της ΕΣΣΔ και σήμερα έχουν δεθεί στο άρμα της «Δύσης».
Βέβαια, ίσως πιο εύστοχος είναι ο όρος «Δροσερός Πόλεμος», καθώς ΗΠΑ και Ρωσία παραμένουν συνομιλητές που ενίοτε συνεργάζονται ενώ παζαρεύουν (με τα όπλα ως «μάρκες») την ιεραρχία στη διεθνή ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Όπως και να έχει, η δήλωση του Ομπάμα ότι η σύνοδος Ρωσίας-ΝΑΤΟ την ερχόμενη βδομάδα «δεν θα είναι “business as usual”» συνοψίζει απόλυτα το κλίμα που έχει διαμορφωθεί.
Μια άλλη πτυχή του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού στις σημερινές σύνθετες συνθήκες αποκαλύφθηκε και ως προς το εσωτερικό του «δυτικού» στρατοπέδου. Οι «καθησυχαστικές» προς τη Μόσχα δηλώσεις δεν είναι σκέτη διπλωματία. Η Μέρκελ ήταν ειλικρινής όταν δήλωσε πως «η ασφάλεια στην Ευρώπη μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε συνεργασία με τη Ρωσία κι όχι εναντίον της», όπως και ο Σταϊνμάγερ που ζήτησε περισσότερο διάλογο και προσέγγιση με τη Μόσχα. Η Γερμανία είναι η «ηγέτιδα» ενός μπλοκ (που περιλαμβάνει και την Ουγγαρία, την Ιταλία, την Ελλάδα κ.ά.) που δεν έχει οικονομικό και πολιτικό συμφέρον σε ενδεχόμενη πλήρη ρήξη με τη Ρωσία και επιδιώκει (χωρίς να «απειθαρχεί» ανοιχτά βέβαια στην αμερικανική στρατηγική) να κρατά ισορροπίες.
Η πίεση για ανάπτυξη δυνάμεων στην ανατολική Ευρώπη είχε αποδέκτη και αυτό το μπλοκ. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ένας από τους κινδύνους που εντόπισαν τα θινκ τανκ του αμερικανικού ιμπεριαλισμού είναι «να πάψει η Ευρώπη να μας έχει ανάγκη». Ο ρωσικός μπαμπούλας και οι «πρόθυμοι» πρώην δορυφόροι της Ρωσίας και νυν δορυφόροι των ΗΠΑ αξιοποιούνται για να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη.
Όταν ο Ομπάμα δήλωσε πως «η Ευρώπη μπορεί πάντα να υπολογίζει στη στήριξη των ΗΠΑ», μάλλον ήθελε να πει πως «η Ευρώπη πρέπει να θυμάται ότι πρέπει πάντα να υπολογίζει στη στήριξη των ΗΠΑ –θέλει δεν θέλει». Επίδικο είναι ο ρόλος της Ουάσινγκτον ως «προστάτιδας-ηγέτιδας του δυτικού κόσμου», που δεν πρέπει να αμφισβητηθεί από σενάρια γερμανορωσικής προσέγγισης κ.ο.κ. 
Αλλά πέρα από το «ανατολικό μέτωπο», η Σύνοδος της διεθνούς πολεμικής μηχανής πήρε κι άλλες επικίνδυνες αποφάσεις.
Συμφωνήθηκε η συνέχεια της νατοϊκής παρουσίας στο Αφγανιστάν και πέραν του 2016. Δεκαπέντε χρόνια διαρκούς πολέμου και καταστροφών, και ο Σόλτενμπεργκ δήλωσε πως «είμαστε έτοιμοι να μείνουμε».
Συμφωνήθηκε η σοβαρή αναβάθμιση των σχέσεων και του συντονισμού ΕΕ-ΝΑΤΟ, προσθέτοντας ακόμα μια ψηφίδα στον ήδη αντιδραστικό (και διαρκώς μεταλλασσόμενο προς το αντιδραστικότερο) χαρακτήρα της ιμπεριαλιστικής ΕΕ. Και φυσικά, την ενίσχυση του μιλιταρισμού θα την πληρώσουν οι από κάτω και οικονομικά. Εν μέσω διαδοχικών κυμάτων λιτότητας, συμφωνήθηκε η «ανάπτυξη των αμυντικών ικανοτήτων των κρατών-μελών της ΕΕ», η «ανάπτυξη ισχυρότερης αμυντικής βιομηχανίας και ενίσχυση της αμυντικής έρευνας» κ.λπ.
Προφανώς υπήρξαν και άλλες αποφάσεις επιβεβαίωσης του ρόλου του ΝΑΤΟ ως «παγκόσμιου χωροφύλακα». Ανάμεσά τους η συνέχιση της δράσης της νατοϊκής αρμάδας στη Μεσόγειο και το Αιγαίο, που θεωρείται και «μοντέλο» της στενότερης σύνδεσης ΕΕ-ΝΑΤΟ.
Σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα πρωτοστάτησε η ελληνική κυβέρνηση. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, στην παρέμβασή του ο Αλ. Τσίπρας «ευχαρίστησε τους Συμμάχους που συνεισφέρουν με πλοία τους σε αυτήν τη δραστηριότητα. Ταυτόχρονα επισήμανε το ενδεχόμενο η σημαντική μείωση των ροών να είναι προσωρινή και τόνισε την αναγκαιότητα αυτή η μείωση να γίνει διατηρήσιμη, καθώς, όπως ανέφερε, οι διακινητές δεν θα διστάσουν να εκμεταλλευθούν τις όποιες αδυναμίες».
Εκτός από τη συνέχιση της παρουσίας του ΝΑΤΟ και της αντιπροσφυγικής του δράσης, η ελληνική κυβέρνηση, σύμφωνα με την αρθρογραφία, διεκδικεί και «ρόλο» σε πιθανή κλιμάκωση της νατοϊκής επιθετικότητας στη Λιβύη («μετά από αίτημα της νόμιμης κυβέρνησης» βεβαίως, μιας κυβέρνησης που συγκροτήθηκε ουσιαστικά με βασική αποστολή να... απευθύνει το αίτημα), ενώ υπερθεμάτισε και στην αναβάθμιση σχέσεων ΕΕ-ΝΑΤΟ (σε... σωστή βάση). Με την εξαίρεση των σχέσεων με τη Ρωσία, όπου συντάχθηκε με τη γερμανική ρητορική περί «διαλόγου» (με κίνητρα εξίσου «αντιιμπεριαλιστικά» με της... Μέρκελ), αφού βέβαια είχε συνυπογράψει την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων στην ανατολική Ευρώπη, η κυβέρνηση διακρίθηκε στα άλλα μέτωπα ως νατοϊκότατη. Και στην περίπτωση της ανατολικής Μεσογείου, «νατοϊκότερη των νατοϊκών»...